← Ελλάδα

ΑΠ 1879/2008 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1879 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επανάληψης διαδικασίας κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτ. 2 του ΚΠΔ συνεπεία προσκόμισης νέων αποδείξεων. Αριθμός 1879/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), που ορίσθηκε με τη με αριθμό 57/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος X1, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βενέτη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 1753 - 1754/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Αυγούστου 20006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 406/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 174/10.4.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων την από 7/10-8-2006 αίτηση του X1, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως διά της υπ'αριθμ. 1753-1754/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, εκθέτω τα εξής: Ο αιτών κατεδικάσθη, διά της ανωτέρω αποφάσεως, εις συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τριών

(23)μηνών και αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων διά δύο
(2)έτη, διά ψευδορκία μάρτυρος και πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση, αμετακλήτως, απορριφθείσης της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία ήσκησε κατά της ανωτέρω αποφάσεως, διά της υπ'αριθμ. 2157/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Ήδη δε ζητεί, διά της υπό κρίση αιτήσεως, την επανάληψη της διαδικασίας, επικαλούμενος νέα στοιχεία υπέρ της αθωώτητός του και ειδικότερα τα κατωτέρω έγγραφα, ως και ότι η ανωτέρω καταδικαστική απόφαση εστηρίχθη επί ψευδών καταθέσεων μαρτύρων. Επειδή, κατά το άρθρο 525§1 περιπτ. 2 Κ.Π.Δ., η δι' αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασθέντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα, και εάν, μετά την οριστική καταδίκη, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα τους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος, ή κατεδικάσθη αδίκως δι έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα τα οποία ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο ώστε να μη δύναται να τα λάβη υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη δύναται να τα προβάλη, γιατί αν ήσαν γνωστά έπρεπε να έχουν προβληθή ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Τέτοιες αποδείξεις δύνανται να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, άγνωστες στους εκδόσαντες την καταδικαστική απόφαση δικαστές, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε εν συνδυασμώ προς τα ήδη ληφθέντα υπ'όψιν αποδεικτικά στοιχεία, καθιστούν πρόδηλο, εις σημείο εγγίζον την βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε (ΑΠ 1703/05, ΑΠ 446/06, εις ΠΧ/ΝΣΤ/444, 975 αντιστοιχ.).Επίσης, κατά το άρθρ. 525 παρ. 1, περίπτ. 3, και 2 ΚΠΔ, λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δύναται να θεμελιώσουν και οι ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων "αν βεβαιωθή ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου" και αν αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση διά ψευδορκία, εκτός αν δεν εξεδόθη τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υποθέσεως στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη (βλ. ΑΠ 580/1996, εις ΠΧ/ΜΖ/243, ΑΠ 612/1989, εις ΠΧ/Μ'/67). Κατά δε το άρθρ. 527 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, η αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος, πρέπει να περιέχη τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που την βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1094/2006).Στην προκειμένη περίπτωση, εκ των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι ο αιτών, διά της ως άνω αμετακλήτου αποφάσεως, εκηρύχθη ένοχος των προαναφερομένων αξιοποίνων πράξεων, διότι στον Πειραιά, την 24-2-1997, α) εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον αξιωματικών του Λιμεναρχείου Πειραιώς, εν σχέσει προς την προσάραξη του πλοίου B1 στα βόρεια της Μοζαμβίκης, κατέθεσε εν γνώσει ψευδώς ότι υπηρέτησε ως πλοίαρχος του ανωτέρω σκάφους από 10-6-1996 μέχρι 28-1-1997, ενώ, στην πραγματικότητα, κατά το ανωτέρω διάστημα δεν ευρίσκετο στο ως άνω πλοίο, και β) ενόθευσε, αφ'ενός μεν το ναυτικό φυλλάδιό του, στην σελίδα 74, αφ'ετέρου δε το ναυτολόγιο του ανωτέρω πλοίου, στο οποίο είχε προσληφθή την 1-2-1991, αλλάζοντας την ημερομηνία απολύσεώς του από το εν λόγω πλοίο (B1) εις 12-2-1996, διά να παραπλανήση άλλους και ιδίως τις λιμενικές αρχές, ότι από το έτος 1991 μέχρι 12-2-1996 εργαζόταν διαρκώς στο πλοίο αυτό. Όμως, από την επικαλουμένη, υπό χρονολογία ....., βεβαίωση του Λιμεναρχείου της Μοσιμπόα ντά Πράϊα (Μοζαμβίκη) προκύπτει ότι, στις 28-9-1996, το πλοίο B1 απέπλευσε από τον λιμένα του Quelimane, με προορισμό τον λιμένα της Palma, στην βόρεια περιοχή της Μοζαμβίκης, με πλοίαρχο τον αιτούντα, ότι το πλοίο αυτό, την 3-10-1996, προσήραξε σε βράχο πλησίον της Mocimboa da Praia και ότι τον Φεβρουάριο 1997 το πλήρωμα (στο οποίο ανήκε και ο αιτών) αναγκάστηκε να εγκαταλείψη το πλοίο. Το τελευταίο περιστατικό προκύπτει και από την επικαλουμένη, υπό χρονολογία ....., βεβαίωση του λιμενάρχου του ανωτέρω λιμεναρχείου.Εξ άλλου, από την επίσης επικαλουμένη, υπό χρονολογία ......, βεβαίωση του Επ. Γενικού Προξένου της Ελλάδος, εις Νταρ Ελ Σαλαάμ της Τανζανίας, προκύπτει ότι ο αιτών απελύθη από την θέση του πλοιάρχου του πλοίου "B1" την 12 Φεβρουαρίου 1996 και ότι οι γενόμενες στο ναυτολόγιο του ανωτέρω πλοίου και στο ναυτικό φυλλάδιο του αιτούντος εγγραφές και διορθώσεις έγιναν παρουσία του εν λόγω προξένου και καθ'υπόδειξή του, διότι ήσαν οι αληθώς ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα. Διά δε του από ...... εγγράφου του διοικητού του λιμένος του Νταρ ελ Σαλαάμ-Τανζανία πιστοποιείται ότι ο αιτών παρέμεινε ως καπετάνιος του πλοίου "B1" μέχρι την αναχώρησή του στις 12-2-1996.Τα ανωτέρω έγγραφα αποτελούν νέα στοιχεία, τα οποία ήσαν άγνωστα στους δικαστές του εκδόντος την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, αφού έχουν εκδοθή μετά από αυτή, και τα οποία, εκτιμώμενα εν συνδυασμώ προς τα προσκομισθέντα στο δικαστήριο εκείνο, καθιστούν φανερό ότι ο αιτών, ούτε ψευδή κατέθεσε, κατά την ανωτέρω ένορκη εξέτασή του, ούτε είχε σκοπό παραπλανήσεως οιουδήποτε, με τις εγγραφές και διορθώσεις στα προαναφερόμενα έγραφα, αφού αυτές έγιναν καθ'υπόδειξη του ανωτέρω Προξένου, ενώπιόν του και απέδιδαν την πραγματικότητα και, συνεπώς, αυτός είναι αθώος των αξιοποίνων πράξεων διά τις οποίες, ως άνω, κατεδικάσθη. Επομένως, είναι βάσιμος ο επικαλούμενος λόγος, εκ του άρθρ. 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠΔ, δι'επανάληψη της διαδικασίας και πρέπει να γίνη δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να ακυρωθή, συμφώνως προς το άρθρ. 528 παρ. 1 ΚΠΔ, η προσβαλλομένην υπ'αριθμ. 1753-1754/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Πλημμελημάτων). Σημειωτέον, αφ'ενός μεν ότι το, εκτός των ανωτέρω εγγράφων, επικαλούμενο πιστοποιητικό υπηρεσίας του γραφείου νηολογίου του Υπουργείου Επικοινωνιών και Μεταφορών της Ενωμένης Δημοκρατίας της Τανζανίας δεν δύναται να εκτιμηθή ως νέο στοιχείο, αφού δεν φέρει ημερομηνία εκδόσεώς του, αφ'ετέρου δε ότι ο εκ του άρθρ. 525 παρ. 1 περίπτ. 3 ΚΠΔ προαναφερόμενος έτερος λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας προβάλλεται απαραδέκτως, αφού ο αιτών δεν επικαλείται στοιχεία περί του αμετακλήτου της δικαστικής αποφάσεως, διά της οποίας αποδεικνύεται η ψευδορκία των μαρτύρων, στις καταθέσεις των οποίων εστηρίχθη η καταδικαστική εις βάρος του απόφαση. Περαιτέρω, ακυρουμένης της προσβαλλομένης, δεν είναι αναγκαία η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως αυτής στο ακροατήριο άλλου ομοιοβάθμου δικαστηρίου, διότι το αξιόποινο των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, φερομένων ως τελεσθεισών την 24-2-1997, έχει εξαλειφθή, λόγω παραγραφής, αφού αυτές είναι πλημμελήματα και έχει ήδη συμπληρωθή, συμφώνως προς τα άρθρ. 111, 112 και 113 ΠΚ, ο προβλεπόμενος επί πλημμελημάτων χρόνος παραγραφής. Ακολούθως, πρέπει να παύση οριστικώς (άρθρ. 370 περ. β' ΚΠΔ) η ασκηθείσα κατά του αιτούντος ποινική δίωξη, διά της προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να γίνη δεκτή η από 7/10-8-2006 αίτηση του X1, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως διά της υπ'αριθμ. 1753-1754/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.Να ακυρωθή η ανωτέρω απόφαση. Να παύση οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του αιτούντος X1, διά ψευδορκία μάρτυρος και πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση, πράξεις φερόμενες ως τελεσθείσες από αυτόν, στον Πειραιά, την 24-2-1997.Αθήναι 26 Μαρτίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περίπτ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ1 αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Επίσης, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτ. 3 του Κ.Π.Δ. λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας μπορούν να θεμελιώσουν και οι ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων "αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, αν, όμως, αποδεικνύονται με αμετάκλητη απόφαση για ψευδορκία, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση, επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υποθέσεως στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη. Συνεπώς, η υπό κρίση από 7.8.2006 αίτηση, με την οποία ο αιτών X1, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 1753 - 1754/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τριών
(23)μηνών, για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της νόθευσης εγγράφου μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 98, 216 παρ. 1, 224 παρ. 1-2 Π.Κ.), ισχυριζόμενος ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτήν, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη (άρ. 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Π.Δ.) παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. Αντίθετα, κατά το μέρος που δι' αυτής επιδιώκεται η επανάληψη της διαδικασίας, διότι, η ως άνω καταδικαστική απόφαση, στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων ..... και ....., οι οποίες, όμως, ήταν ψευδείς, όπως έκρινε η υπ' αρ. 8762/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, αυτή (αίτηση), είναι απαράδεκτη, διότι ο αιτών δεν επικαλείται ότι η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την υπ' αρ. 1753 - 1754/2000 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αρ. 2157/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τριών
(23)μηνών, για ψευδορκία μάρτυρα και νόθευσης εγγράφου μετά χρήσης κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι, α) στον Πειραιά, την 24.2.1997 εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον αξιωματικών του Λιμεναρχείου Πειραιώς, εν σχέσει προς την προσάραξη του πλοίου "B1" στα βόρεια της Μοζαμβίκης, κατέθεσε εν γνώσει ψευδώς ότι υπηρέτησε ως πλοίαρχος του ανωτέρω σκάφους από 10.6.1996 μέχρι 28.1.1997, ενώ, στην πραγματικότητα, κατά το ανωτέρω διάστημα, δεν ευρίσκετο στο ως άνω πλοίο και β) με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και εν συνεχεία έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων και συγκεκριμένα, νόθευσε τη σελίδα 74 του ναυτικού του φυλλαδίου και άλλαξε την ημερομηνία απολύσεώς του από το ως άνω πλοίο, στο οποίο είχε προσληφθεί την 1.2.1991, από άγνωστη ημεροχρονολογία, πάντως των ετών 1991 - 1992 ή 1993, σε 12.2.1996, καθώς και το ναυτολόγιο του ανωτέρω πλοίου, στο οποίο άλλαξε την ημερομηνία απολύσεώς του σε 12.2.96 με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους και ιδίως τις λιμενικές αρχές ότι από το έτος 1991 έως 12.2.1996 εργαζόταν διαρκώς στο ανωτέρω πλοίο και ότι δήθεν διέκοψε την εργασία του για λίγους μήνες και επανήλθε την 10.6.1996, εργασθείς μέχρι την 28.1.1997, έκανε δε και χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων ενώπιον των λιμενικών αρχών. Ήδη, ο αιτών, προς υποστήριξη της αίτησής του, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, τα ακόλουθα έγγραφα: 1) την από ...... βεβαίωση του Λιμεναρχείου της Μοσίμποα ντα Πράϊα (Μοζαμβίκης), από την οποία προκύπτει ότι, στις 28.9.1996, το πλοίο "B1", απέπλευσε από το λιμένα Qyelimane, με προορισμό το λιμένα της Palma, στη Βόρεια περιοχή της Μοζαμβίκης, με πλοίαρχο τον αιτούντα, ο οποίος είχε αριθμό ναυτικού φυλλαδίου 20029, 2) την από ..... Βεβαίωση του Λιμενάρχη της Μοσίμποα ντα Πράϊα (Μοζαμβίκης), από την οποία προκύπτει ότι τον Φεβρουάριο μήνα του 1997, σε ύδατα της δικαιοδοσίας της περιοχής του, υπέστη σοβαρή ζημία στις μηχανές του το ως άνω πλοίο "B1", το οποίο διέθετε 6μελές πλήρωμα, αποτελούμενο από 3 Έλληνες και 3 αλλοδαπούς ναυτικούς, στο οποίο συγκαταλέγονταν και ο αιτών, με τον αναφερόμενο αριθμό του ναυτικού του φυλλαδίου, 3) την από ..... Βεβαίωση του Επίτιμου Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Νταρ Ελ Σαλαάμ της Τανζανίας από την οποία προκύπτει ότι οι γενόμενες στο ναυτολόγιο του πλοίου "B1", καθώς και στο ναυτικό φυλλάδιο του αιτούντα εγγραφές και διορθώσεις, έγινα παρουσία του εν λόγω Προξένου και καθ' υπόδειξή του και ότι ο αιτών απολύθηκε από τη θέση του πλοιάρχου του αναφερόμενου πλοίου την 12.2.1996 και 4) το από ..... έγγραφο του διοικητού του λιμένος του Νταρ Ελ Σαλαάμ, με το οποίο πιστοποιείται, μετά από έλεγχο των σχετικών αρχείων, ότι ο αιτών κατέφθασε ως καπετάνιος του πλοίου "B1", και παρέμεινε σ' αυτό, με την προαναφερθείσα ιδιότητα, μέχρι την αναχώρησή του στις 12.2.1996. Τα ως άνω έγγραφα αποτελούν νέα στοιχεία, τα οποία ήταν άγνωστα στους δικαστές του Δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ' αρ. 1753-1754/2000 καταδικαστική απόφαση, αφού, αυτά, έχουν εκδοθεί μετά από αυτή, και τα οποία, εκτιμώμενα σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, καθιστούν φανερό, ότι ο αιτών, ούτε ψευδή κατέθεσε, κατά την προμνησθείσα ένορκη εξέτασή του, ούτε είχε σκοπό να παραπλανήσει οιονδήποτε με τις εγγραφές και διορθώσεις στο ναυτολόγιο του πλοίου "B1", και στο ναυτικό φυλλάδιό του, αφού, οι εγγραφές αυτές, έγιναν καθ' υπόδειξη του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Ντάρ Ελ Σαλαάμ της Τανζανίας και ως εκ τούτου απέδιδαν την πραγματικότητα, με συνακόλουθη συνέπεια, αυτός να είναι αθώος των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες, κατά τα άνω καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τριών
(23)μηνών. Επομένως, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 525 παρ. 1 περιπτ. 2 του ΚΠΔ επικαλούμενος λόγος, για επανάληψη της διαδικασίας και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1753-1754/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Περαιτέρω, ακυρουμένης της αποφάσεως αυτής, δεν συντρέχει λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση για επανάληψη της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., σε άλλο ομοιόβαθμο Δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ., λόγω της πλημμεληματικής μορφής των αδικημάτων αυτών, αφού, από την προαναφερθείσα ημερομηνία, από την οποία φέρεται ότι τελέσθηκαν αυτές (24.2.1997) και μέχρι την ημερομηνία διασκέψεως της υποθέσεως (5.6.2008), παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ
(8)ετών, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου αναστολής της παραγραφής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 7.8.2006 αίτηση του X1, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 1753 - 1754/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Ακυρώνει την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του αιτούντος X1, για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και νόθευσης εγγράφων μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτόν στον Πειραιά, την 24.2.
  1. Συγκεκριμένα α) ενώ εξεταζόταν ενόρκως ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέμματα και συγκεκριμένα, ενώ εξεταζόταν ενώπιον των αξιωματικών του Λιμεναρχείου Πειραιά, σχετικά με την προσάραξη του πλοίου "B1" στα Βόρεια της Μοζαμβίκης, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι υπηρέτησε ως πλοίαρχος του σκάφους "B1" από 10.6.1996 μέχρι 28.1.1997, ενώ στην πραγματικότητα δεν βρισκόταν στο ως άνω πλοίο κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, β) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και εν συνεχεία έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Συγκεκριμένα νόθευσε τη σελίδα 74 του ναυτικού του φυλλαδίου και άλλαξε την ημερομηνία απολύσεώς του από το πλοίο "B1", όπου είχε προσληφθεί την 1.2.1991, από άγνωστη ημεροχρονολογία, πάντως των ετών 1991-1992 ή 1993 σε 12.2.1996, καθώς και το ναυτολόγιο του ανωτέρω πλοίου, στο οποίο άλλαξε την ημερομηνία απολύσεώς του σε 12.2.1996 με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους και ιδίως τις λιμενικές αρχές, ότι από το έτος 1991 έως 12.2.1996 εργαζόταν διαρκώς στο ανωτέρω πλοίο και ότι δήθεν διέκοψε την εργασία του για λίγους μήνες και επανήλθε την 10.6.1996 μέχρι την 28.1.1997, έκανε δε και χρήση των πλαστών εγγράφων ενώπιον των λιμενικών αρχών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου
  2. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου
  3. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.