Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1881 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Κατ' ουσία αβάσιμοι οι επικαλούμενοι νέοι λόγοι. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 1881/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος X, κατοίκου ..., που παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παρασκευόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1831-1832/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1328/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 467/9-10-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 525 § 1 περ. 2, 527 § 1,3 και 528 Κ.Π.Δ., την από 24/7/2008 αίτηση του X, κατοίκου ... (...), με την οποία αυτός ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 1831-1832/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών, για πλαστογραφία με χρήση, απάτη στο δικαστήριο και απάτη κατ'εξακολούθηση και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι, οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους, ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικάσαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ'-896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ-507). Στην κρινόμενη υπόθεση, η παραπάνω με αριθμό 1831-1832/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών είναι αμετάκλητη, αφού με την με αριθμό 1764/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτησης αναίρεσης, από τον αιτούντα. Με την απόφαση αυτή, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, X, καταδικάσθηκε για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις που συνίστανται στο ότι "Α) Κατά το χρονικό διάστημα από 15.12.1999 έως 28.12.1999 κατάρτισε πλαστό έγγραφο προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως δε έκανε χρήση του εν λόγω εγγράφου. Συγκεκριμένα, κατάρτισε εξ υπαρχής έγγραφο, φέρον τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης διαλυτικής αίρεσης υπεκμισθώσεως", με το οποίο εμφάνιζε τον εαυτό του ως υπεκμισθωτή και την εγκαλούσα εταιρεία, εκπροσωπούμενη από την Ψ, αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, ως υπομισθώτρια να συμφωνούν και να συναποδέχονται μεταξύ των άλλων, επί λέξει τα ακόλουθα: "Ήδη με το παρόν τα συμβαλλόμενα μέρη αναγωρίζουν ότι η από 14 Δεκεμβρίου 1999 σύμβαση υπεκμισθώσεως συνομολογήθηκε προς εξυπηρέτηση της συνεργασίας υπεκμισθωτή και υπομισθώτριας εν όψει ότι ο πρώτος ασκεί καθήκοντα διευθυντή του εν ... καταστήματος της υπομισθώτριας στο πλαίσιο συμβατικής σχέσης που συνδέει τα συμβαλλόμενα μέρη. Ως σύμβαση παρεπόμενη της επαγγελματικής συνεργασίας τους, η συναφθείσα υπεκμίσθωση τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της καθ οιονδήποτε τρόπο ή αιτία λύσης της συνεργασίας τους (παραίτηση υπεκμισθωτή από τη θέση του διευθυντή, καταγγελία της συμβατικής σχέσης από την υπομισθώτρια ή συναινετική λύση της συμβατικής σχέσης τους). Η υπομισθώτρια υποχρεούται σε άμεση απόδοση του μισθίου στον υπεκμισθωτή ακόμη και πριν την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, σε περίπτωση λύσης της συμβατικής επαγγελματικής σχέσης που τους συνδέει και πλήρωσης της προβλεπόμενης από τον παρόντα όρο της διαλυτικής αίρεσης. Ο συνομολογούμενος με το παρόν όρος διαλυτικής αίρεσης ως ειδικός και συμπληρωματικός του αρχικού συμφωνητικού υπεκμισθώσεως καθίσταται αναπόσπαστο μέρος αυτού και κατισχύει κάθε περιλαμβανόμενου σ'αυτό όρου". Εν συνεχεία, δε έθεσε στην αρχή του εγγράφου ως ημερομηνία καταρτίσεως του την 15.12.1999, ενώ στο τέλος του εγγράφου έθεσε την δική του υπογραφή, όπως επίσης κατ' απομίμηση την υπογραφή της νόμιμης εκπροσώπου της εταιρείας Ψ χωρίς τη γνώση και την συγκατάθεση αυτής (βλ. και την έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της γραφολόγου ...) με δήθεν θεωρημένο μάλιστα το γνήσιο της υπογραφής της από το Τ.Α. ... κατά την 28.12.1999 με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με την γνησιότητα του, καθόσον εμφάνιζε αυτόν (κατηγορούμενο) ως διευθυντή του υποκαταστήματος της εγκαλούσας εταιρείας στην ..., ακολούθως δε έκανε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου, προσκομίζοντας το την 10.1.2002 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών κατά την εκδίκαση της από 25.7.2000 εργατικής του αγωγής εναντίον της εγκαλούσας εταιρείας, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 6.400.000 δρχ. ή 18.782 € για το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 1999 έως και Μάρτιο 2000 που δήθεν του όφειλε ως μισθούς για την απασχόληση του ως διευθυντή του εν ... Υποκαταστήματος της. Β) Κατά τον αυτόν ως άνω χρόνο, ήτοι την 10.1.2002, επιδιώκοντας να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία και ειδικότερα της εγκαλούσας κατά το ποσό των 6.400.000 δρχ. ή 18.782 €, πείθοντας τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκαζε την από 25.7.2000 εργατική του αγωγή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, την οποία ενίσχυσε με την προσκομιδή του προεκτεθέντος πλαστού συμφωνητικού, να εκδώσει την υπ' αριθ. 304/2002 απόφασή του η οποία, στηριχθείσα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, στο ως άνω πλαστό έγγραφο, δέχτηκε την αγωγή του και επιδίκασε σ' αυτόν (κατηγορούμενο) το ως άνω ποσό των 18.782 €, το οποίο αυτός δεν δικαιούνταν, αφού δεν ήταν Διευθυντής του Υποκαταστήματος της εγκαλούσας στην ..., αλλά συνεργάτης της με σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 28-9-1999 έως 24-2-2000 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, έβλαψε ξένες περιουσίες πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Συγκεκριμένα ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ενώ δυνάμει του από 14-12-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεκμισθώσεως είχε υπεκμισθώσει στην εδρεύουσα στην ... ανώνυμη εταιρεία διαβίβασης χρηματιστηριακών εντολών, με την επωνυμία "ΚΡΟΝΙΑ ΑΕΛΔΕ", ένα τμήμα 80 τ.μ. του επί της οδού ... στην ... ακινήτου - γραφείου προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιεί ως υποκατάστημα της στην ..., κρατώντας περαιτέρω ο ίδιος (κατηγορούμενος) από το ακίνητο αυτό ένα τμήμα 12 τ.μ. προς εξυπηρέτηση των δικών του αποκλειστικά επαγγελματικών δραστηριοτήτων, και ενώ περαιτέρω ανάμεσα στον κατηγορούμενο και την προαναφερόμενη εταιρεία είχε συμφωνηθεί ότι ο κατηγορούμενος αναλαμβάνει απέναντι της μόνο την υποχρέωση να βρίσκει για λογαριασμό της πελάτες, οι οποίοι θα διαβιβάζουν προς την εταιρεία αυτή μόνο εντολές για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, καθόσον η συγκεκριμένη εταιρεία ως Α.Ε.Λ.Δ.Ε. δεν δικαιούταν να διακρατεί χρήματα κινητές αξίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκαν σε πελάτες της ούτε μπορούσε αυτή να παραλαμβάνει από τους πελάτες της χρηματικά ποσά και κινητές αξίες προκειμένου να τα παραδώσει στους οργανισμούς και εταιρείες στις οποίες διαμεσολαβούσε για λογαριασμό των πελατών της, ωστόσο ο ανωτέρω κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι βρισκόταν στον ίδιο χώρο με την εγκαλούσα εταιρεία, κατά το χρονικό διάστημα από 28-9-1999 ως 24-2-2000 παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους πελάτες της ανωτέρω εταιρείας α) ΑΑ, β) ΒΒ, γ) ΓΓ, δ) ΔΔ και ε) ΕΕ ότι αυτός ενεργούσε για λογαριασμό και κατ'εντολή της προαναφερόμενης εταιρείας, ότι αυτός και η προαναφερόμενη εταιρεία είχαν το δικαίωμα να διαχειρίζονται τα χρήματα των πελατών της εταιρείας αυτής και ότι μπορούσαν να πράξουν αυτό αποφέροντας στους τελευταίους μεγάλα κέρδη, επιπρόσθετα δε ότι μέχρι να εκδοθούν οι διάφοροι κωδικοί των πελατών αυτών, στις αντίστοιχες χρηματιστηριακές εταιρείες, μπορούσε αυτός να επενδύσει για λογαριασμό τους διάφορα ποσά στο δικό του κωδικό, που ήταν παράλληλα και κωδικός της εταιρείας με απότομα εξαιτίας των ως άνω ψευδών της εταιρείας με αποτέλεσμα εξαιτίας των ως άνω ψευδών παραστάσεων να παραπλανηθούν οι ανωτέρω πελάτες και να καταβάλλουν στον κατηγορούμενο διάφορα χρηματικά ποσά, προκειμένου να τα διαχειρισθεί για λογαριασμό και προς όφελος τους η προαναφερόμενη εταιρεία και δη α) στις 28-9-1999 ο ΑΑ παραπλανηθείς κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δρχ. β) στις 27-10-1999 η ΒΒ παραπλανηθείσα κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των (5.000.000) δραχμών, γ) στις 8-2-2000 η ΓΓ, παραπλανηθείσα κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των (500.000) δραχμών δ) Στις 8-2-2000 ο ΔΔ παραπλανηθείς κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των (4.500.000) δραχμών και ε) στις 24-2-2000, ο ΕΕ παραπλανηθείς κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό του (1.000.000) δραχμών, πράξεις στις οποίες δεν θα προέβαιναν τα προαναφερόμενα πρόσωπα αν γνώριζαν την αναλήθεια των γεγονότων που τους εξέθεσε ο κατηγορούμενος και δεν θα ζημιώνονταν έτσι κατά τα ανωτέρω ποσά η περιουσία τους. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων ΑΑ, ΒΒ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, στα έγγραφα που ανεγνώσθησαν, μεταξύ των οποίων η κατάθεση της μάρτυρος-μηνυτρίας Ψ και το πλαστό συμφωνητικό, καθώς και στην από 25/1/2001 έκθεση γραφολογικής εξέτασης, της δικαστικής γραφολόγου ... . Ως νέο γεγονός και απόδειξη για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αίτησης του, ο X, προσκομίζει και επικαλείται την με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση του αστυνομικού ΘΘ, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Ελένης Καμπαδέλλη, ο οποίος βεβαιώνει ότι είναι αστυνομικός και κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1999 υπηρετούσε στο Αστυνομικό Τμήμα ... . Ότι σε όσες περιπτώσεις προέβη σε βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής οποιουδήποτε πολίτη, το έπραξε μόνο μετά από επίδειξη της αστυνομικής του ταυτότητας και έλεγχο ταυτοπροσωπίας. 'Ότι το ίδιο συνέβη και κατά την 28/12/1999, όταν προέβη στην βεβαίωση της υπογραφής της Ψ. Διατείνεται με το στοιχείο αυτό που προσκομίζει ο αιτών, ότι η καταδικαστική γι'αυτόν κρίση του δικαστηρίου, οφείλεται στην παραδοχή ότι αυτός κατάρτισε το "ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης διαλυτικής αίρεσης υπεκμισθώσεως" στο οποίο έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή της μηνυτρίας, ενώ, αν το δικαστήριο εξέταζε ως μάρτυρα τον ανωτέρω αστυνομικό (ο οποίος καίτοι κλήθηκε δεν προσήλθε να εξετασθεί κατά τη δικάσιμο της 4/12/2006) θα κατέληγε σε απαλλακτική γι'αυτόν απόφαση. Από τ'ανωτέρω εκτεθέντα, συνάγεται ότι το περιεχόμενο της προσκομισθείσης από τον αιτούντα ένορκης βεβαίωσης, ως νέο γεγονός, είναι ικανό να θεμελιώσει λόγο δικαιολογούντα την αιτουμένη επανάληψη της διαδικασίας, αφού καθιστά φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αιτών δεν διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία καταδικάσθηκε, δεδομένου ότι αν η κατάθεση του αστυνομικού ΘΘ, ο οποίος βεβαίωσε, ότι η μηνύτρια υπέγραψε το συμφωνητικό ενώπιον του και αυτός βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής της, ήταν γνωστή στους δικαστές οι οποίοι εξέδωσαν την καταδικαστική γι'αυτόν απόφαση, η κρίση τους θα ήταν απαλλακτική για τον αιτούντα. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η με αριθμό 1831-1832/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του αιτούντος για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης κατ'εξακολούθηση, δεδομένου ότι αυτές, ως πλημμελήματα υπέκυψαν σε παραγραφή, παρελθούσης 8ετίας και πλέον από την τέλεση τους και τέλος να κηρυχθεί αυτός από τούδε αθώος, της αξιόποινης πράξης της απάτης στο δικαστήριο, μη χρηζούσης παραπομπής της υπόθεσης στο δικάσαν δικαστήριο. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι) Να γίνει δεκτή η από 24/7/2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 1831-1832/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. ΙΙ) Να ακυρωθεί η απόφαση αυτή. ΙΙΙ) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του Χ για πλαστογραφία με χρήση και απάτη κατ'εξακολούθηση, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 15/12/1999 μέχρι 28/12/1999 και 28/12/1999 μέχρι 24/2/2000 αντίστοιχα. ΙV). Να κηρυχθεί αθώος ο Χ για απάτη στο δικαστήριο, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην ..., την 10/1/
- Αθήνα 18 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 24/7/2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... (...), με την οποία αυτός ζητεί την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 1831-1832/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών, για πλαστογραφία με χρήση, απάτη στο δικαστήριο και απάτη κατ' εξακολούθηση, έχει ασκηθεί νομότυπα και παραδεκτά και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Βαρύτερο έγκλημα, κατά τη διάταξη αυτή του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτ 2 ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινης πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της αυτής πράξεως με την επιβολή ενδεχομένως ελαττωμένης ποινής. Στα "νέα γεγονότα", εξάλλου, περιλαμβάνονται και αυτά που θεμελιώνουν λόγους άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείψεως του αξιοποίνου ή άρσεως του καταλογισμού. Περαιτέρω, η προβλεπόμενη από το άρθρο 393 ΠΚ απαλλαγή του υπαιτίου της απάτης από κάθε ποινή, λόγω πλήρους ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος, έχει εφαρμογή επί πλημμεληματικής απάτης και προϋποθέτει πλήρη ικανοποίηση του ζημιωθέντος μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δήλωση του ζημιωθέντος ή των κληρονόμων του περί της ικανοποιήσεως αυτής. Τέλος, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Στην κρινόμενη υπόθεση, η παραπάνω με αριθμό 1831-1832/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών είναι αμετάκλητη, αφού με την με αριθμό 1764/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, από τον αιτούντα. Με την απόφαση αυτή, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, Χ, καταδικάσθηκε για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις που συνίστανται στο ότι: "Α) Κατά το χρονικό διάστημα από 15.12.1999 έως 28.12.1999 κατάρτισε πλαστό έγγραφο προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως δε έκανε χρήση του εν λόγω εγγράφου. Συγκεκριμένα, κατάρτισε εξ υπαρχής έγγραφο, φέρον τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης διαλυτικής αίρεσης υπεκμισθώσεως", με το οποίο εμφάνιζε τον εαυτό του ως υπεκμισθωτή και την εγκαλούσα εταιρεία, εκπροσωπούμενη από τη Ψ, αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, ως υπομισθώτρια να συμφωνούν και να συναποδέχονται μεταξύ άλλων και τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο. Β) Κατά τον αυτόν ως άνω χρόνο, ήτοι την 10.1.2002, επιδιώκοντας να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία και ειδικότερα της εγκαλούσας κατά το ποσό των 6.400.000 δρχ. ή 18.782€, πείθοντας τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκαζε την από 25.7.2000 εργατική του αγωγή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, την οποία ενίσχυσε με την προσκομιδή του προεκτεθέντος πλαστού συμφωνητικού, να εκδώσει την υπ' αριθ. 304/2002 απόφασή του η οποία, στηριχθείσα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, στο ως άνω πλαστό έγγραφο, δέχτηκε την αγωγή του και επιδίκασε σ' αυτόν (κατηγορούμενο) το ως άνω ποσό των 18.782€, το οποίο αυτός δεν δικαιούνταν, αφού δεν ήταν Διευθυντής του Υποκαταστήματος της εγκαλούσας στην ..., αλλά συνεργάτης της με σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 28-9-1999 έως 24-2-2000 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, έβλαψε ξένες περιουσίες πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Συγκεκριμένα ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ενώ δυνάμει του από 14-12-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεκμισθώσεως είχε υπεκμισθώσει στην εδρεύουσα στην ... ανώνυμη εταιρεία διαβίβασης χρηματιστηριακών εντολών, με την επωνυμία "ΚΡΟΝΙΑ ΑΕΛΔΕ", ένα τμήμα 80 τ.μ. του επί της οδού ... στην ... ακινήτου - γραφείου προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιεί ως υποκατάστημά της στην ..., κρατώντας περαιτέρω ο ίδιος (κατηγορούμενος) από το ακίνητο αυτό ένα τμήμα 12 τ.μ. προς εξυπηρέτηση των δικών του αποκλειστικά επαγγελματικών δραστηριοτήτων, και ενώ περαιτέρω ανάμεσα στον κατηγορούμενο και την προαναφερόμενη εταιρεία είχε συμφωνηθεί ότι ο κατηγορούμενος αναλαμβάνει απέναντι της μόνο την υποχρέωση να βρίσκει για λογαριασμό της πελάτες, οι οποίοι θα διαβιβάζουν προς την εταιρεία αυτή μόνο εντολές για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, καθόσον η συγκεκριμένη εταιρεία ως Α.Ε.Λ.Δ.Ε. δεν δικαιούταν να διακρατεί χρήματα κινητές αξίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκαν σε πελάτες της ούτε μπορούσε αυτή να παραλαμβάνει από τους πελάτες της χρηματικά ποσά και κινητές αξίες προκειμένου να τα παραδώσει στους οργανισμούς και εταιρείες στις οποίες διαμεσολαβούσε για λογαριασμό των πελατών της, ωστόσο ο ανωτέρω κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι βρισκόταν στον ίδιο χώρο με την εγκαλούσα εταιρεία, κατά το χρονικό διάστημα από 28-9-1999 ως 24-2-2000 παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους πελάτες της ανωτέρω εταιρείας α) ΑΑ, β) ΒΒ, γ) ΓΓ, δ) ΔΔ και ε) ΕΕ ότι αυτός ενεργούσε για λογαριασμό και κατ' εντολή της προαναφερόμενης εταιρείας, ότι αυτός και η προαναφερόμενη εταιρεία είχαν το δικαίωμα να διαχειρίζονται τα χρήματα των πελατών της εταιρείας αυτής και ότι μπορούσαν να πράξουν αυτό αποφέροντας στους τελευταίους μεγάλα κέρδη, επιπρόσθετα δε ότι μέχρι να εκδοθούν οι διάφοροι κωδικοί των πελατών αυτών, στις αντίστοιχες χρηματιστηριακές εταιρείες, μπορούσε αυτός να επενδύσει για λογαριασμό τους διάφορα ποσά στο δικό του κωδικό, που ήταν παράλληλα και κωδικός της εταιρείας με αποτέλεσμα εξαιτίας των ως άνω ψευδών παραστάσεων να παραπλανηθούν οι ανωτέρω πελάτες και να καταβάλλουν στον κατηγορούμενο διάφορα χρηματικά ποσά, προκειμένου να τα διαχειρισθεί για λογαριασμό και προς όφελός τους η προαναφερόμενη εταιρεία, στις καταβολές δε αυτές, που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, δεν θα προέβαιναν τα πρόσωπα αυτά, αν γνώριζαν την αναλήθεια των γεγονότων που τους εξέθεσε ο κατηγορούμενος και δεν θα ζημιώνονταν έτσι, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της άνω αποφάσεως ποσά, η περιουσία τους". Με βάση τα παραπάνω που έχουν λεχθεί, συμπεραίνεται από το περιεχόμενο της προσκομισθείσας από τον αιτούντα, ένορκης βεβαιώσεως, ως νέο γεγονός, δεν είναι ικανό να θεμελιώσει λόγο που να δικαιολογεί την αιτούμενη επανάληψη διαδικασίας αφού δεν καθιστά φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο αιτών δεν διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε, δοθέντος ότι αν η κατάθεση του ΘΘ, που βεβαίωσε ένορκα ότι η μηνύτρια υπέγραψε το συμφωνητικό ενώπιόν του και αυτός, ως αστυνομικό όργανο, βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής της, ήταν γνωστή στους δικαστές οι οποίοι εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, η κρίση τους θα ήταν διαφορετική για τον αιτούντα, καθόσον πολλές αμφιβολίες γεννώνται για την αλήθεια των υπ' αυτού ενόρκως βεβαιωθέντων. Και τούτο, διότι από το κείμενο της ένορκης βεβαιώσεώς του προκύπτει, κατά τα βεβαιωθέντα από αυτόν ότι το "μήνα Δεκέμβριο του έτους 1999 υπηρετούσε στο αστυνομικό τμήμα ...", η Ψ (πολιτικώς ενάγουσα στη δίκη εκείνη), προσήλθε στο Τ.Α. ... στις 28-12-1999 και βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής της ο "ΘΘ, Ανθ/μος", δηλαδή ο ένορκα βεβαιώσας αστ/κός, που όμως κατά δήλωσή του, υπηρετούσε τότε στα ... . Αλλά, ο άνω βεβαιώσας, θα μπορούσε, είτε πρωτόδικα είτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο να προσέλθει και να υποβληθεί σε εξέταση στο ακροατήριο για αυτά που βεβαίωσε ενόρκως, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Κατ' ακολουθίαν, οι επικαλούμενοι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, ότι μετά την καταδίκη του αιτούντος προέκυψαν γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, που καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι τέλεσε, ερευνόμενοι κατ' ουσία με βάση τα αναφερόμενα στην αίτηση γεγονότα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Συνακολούθως δε, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 §1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Ιουλίου 2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 1831-1832/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ