← Ελλάδα

ΑΠ 19/2013 — Αποζημίωση μισθωτού

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 19 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Αποζημίωση μισθωτού. Περίληψη: Το Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της σύμβασης εργασίας με δήλωση παραίτησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη, παρεχομένη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής του με σχετικό όρο του Κανονισμού, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα. Αριθμός 19/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Ανδριόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2333/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1875/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη, ως απαράδεκτης, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και επικουρικά την απόρριψή της, ως αβάσιμης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 553§1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του δευτεροβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε ερήμην διαδίκου, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η δευτεροβάθμια απόφαση γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ. διότι έχει περάσει η προθεσμία για ανακοπή. Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 673 παρ. 1 και 674 παρ. 2 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, που αναφέρονται στις εργατικές διαφορές, "ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήµην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόµιµα ή εµπρόθεσµα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας" και "τα άρθρα 668 έως 671 και 673 εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη. Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται". Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους. Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους. Στην προκείμενη περίπτωση, ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε η από 6-5-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου, κατά της αναιρεσείουσας. Επί της εν λόγω αγωγής, η οποία εκδικάστηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, εκδόθηκε η 2333/2009 απόφαση του ως άνω Μονοµελούς Πρωτοδικείου, µε την οποία έγινε αυτή εν όλω δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε µε την 1875/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερηµοδικίας της και κατά της τελευταίας απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινομένη, από 22-6-2011, αίτηση αναίρεσης. Από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ότι η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη. Όμως ο αναιρεσίβλητος, με τις προτάσεις του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ρητώς, συνομολογεί ότι δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας κατά της παραπάνω απόφασης και ακόμη δεν αμφισβητεί ότι η αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά, συνομολογώντας, έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, ότι είχε παρέλθει η προθεσμία ανακοπής κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Συνεπώς, η τελευταία είναι παραδεκτή. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6§1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65° έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ. αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρ. 5 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8§4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5§1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 8, 7, 8, και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και τη θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσεως της εργασιακής σύμβασης με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα: α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διάταξης προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας. Στην περίπτωση όμως που με τον κανονισμό έχει παράλληλα, προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσεως της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία, εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 1110/86). β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού. γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ (Ολ) 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερα από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", επί αγωγής του τώρα αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής, με την αναιρεσιβαλλομένη 1875/2011 απόφασή του στην οποία, λόγω της απόρριψης, ως ανυποστήρικτης, της έφεσης της αναιρεσείουσας, ενσωματώθηκε η 2333/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγοµένη στις 28.11.1974 µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου. Αποχώρησε µε το βαθµό του Τμηματάρχη στις 3.3.2008 κατόπιν υποβολής έγγραφης παραίτησης που έγινε δεκτή από τη διοίκησή της, µε την υπ' αριθµ. 156/7.2.2008 πράξη αυτής ήτοι πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας των 60 ετών, που προέβλεπε το άρθρο 19 του Γενικού Κανονισµού των υπαλλήλων της, στον οποίο ο ενάγων είχε προσχωρήσει κατά την πρόσληψή του. Εποµένως, πληρώθηκε η αίρεση της πρόωρης λύσης της σύµβασης εργασίας του, που µετατράπηκε έτσι, εξ υπαρχής, σε αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, εφόσον ο ενάγων είχε συµπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία κατά το χρόνο υποβολής της παραίτησής του, η οποία έγινε µε τη συγκατάθεση της εναγοµένης, δικαιούται τη µειωµένη αποζηµίωση του άρθρου 8 εδ. α του Ν. 3198/ 1955, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 56.114,71 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρ. 8 παρ. 1α του Ν. 3198/1955 και 202 και 669 του ΑΚ. Ειδικότερα, η έλλειψη ανάλογης πρόβλεψης, υπό τη μορφή διαλυτικής αίρεσης, στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας, ως προς τη δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης του μισθωτού και εκ μέρους της με καταγγελία, δεν επηρεάζει τη μετατροπή της σύμβασης του τελευταίου σε σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου στην περίπτωση που πληρωθεί η υπέρ αυτού προβλεπόμενη διαλυτική αίρεση, δηλαδή η προβλεπόμενη δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης με παραίτησή του από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, η συγκατάθεση δε αυτή εγκύρως παρέχεται δια της, εκ των προτέρων, κατά την κατάρτιση του Κανονισμού, συμβατικής προς τούτο αυτοδέσμευσης της Τράπεζας, με συνακόλουθη συνέπεια την υποχρέωσή της να καταβάλει την αποζημίωση του άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, αφού συντρέχουν οι απαιτούμενες κατά τα άνω προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου και η συμπλήρωση 15ετούς τουλάχιστον υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις, με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της σύμβασης εργασίας με δήλωση παραίτησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη, παρεχομένη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής του, με σχετικό όρο του Κανονισμού, χωρίς να υφίσταται ανάλογου περιεχομένου πρόβλεψη και υπέρ της αναιρεσείουσας για την εκ μέρους της ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, με την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο 50% της αποζημίωσης αντί 40%, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος, διότι με την ανέλεγκτη επί της ουσίας παραδοχή της απόφασης, ότι ο ενάγων αποχώρησε µε το βαθµό του Τμηματάρχη στις 3.3.2008 κατόπιν υποβολής έγγραφης παραίτησης, που έγινε δεκτή από τη διοίκηση της εναγοµένης µε την υπ' αριθµ. 156/7.2.2008 πράξη αυτής ήτοι "πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας των 60 ετών", δηλαδή, κατά το χρόνο της παραίτησής του δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, εδικαιούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, να λάβει την παραπάνω αποζημίωση. Με το άρθρ. 2§2 του ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κ.λπ., η από τον Ν. 2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλόμενη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δρχ. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δρχ. με το άρθρ. 1 του ΝΔ 207/1974, σε 1.000.000 δρχ. με το άρθρ. 24 του Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δρχ. με το άρθρ. 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δρχ. με το άρθρ. 33 του Ν. 1876/1990 και σε 15.000 ευρώ με το άρθρ. 21§13 του Ν. 3144/2003. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρ. 103 §§ 7 και 8 του Συντ., όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από τον νόμο. Από τις διατάξεις των άρθρ. 9§1 του Ν. 1232/1982, 1§6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990 συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στον δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, στο σύνολό της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, σύμφωνα με τα άρθρ. 1§1 και 8§4 του καταστατικού της, που κυρώθηκε με τον Ν. 3427/1927 και έχει ισχύ νόμου (το παραπάνω ποσοστό αυξήθηκε μεταγενεστέρως με το άρθρ. 34 του Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της). Ενόψει όμως και των αναφερομένων στα άρθρ. 2§1 εδ. α' έως ζ' και 4§1 του καταστατικού της αρμοδιοτήτων, που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί από τη σύστασή της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχείρισης του εξωτερικού συναλλάγματος, η αναιρεσείουσα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς τη διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία. Επομένως, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 5§1 του Ν. 435/1978 αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρ. 2§2 και 3 του ΑΝ 173/1967 και 1 §§ 1 και 2 του ΝΔ 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος, δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ (Ολ) 1/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, επί πλέον, ότι ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο, κατ' άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, να λάβει ποσοστό 50% της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920, εκείνης δηλαδή που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς του από την αναιρεσείουσα, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων του άρθρ. 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967, έτσι δε η αναιρεσείουσα, που του κατέβαλε αποζημίωση περιορισμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003, δηλαδή το ποσό των 15.000 ευρώ, υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά ανερχόμενη σε 41.114,71 ευρώ και απέρριψε την έφεση της τελευταίας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ασκεί καταχρηστικά την αξίωσή του για αποζημίωση, για τη θεμελίωση δε αυτού επικαλέστηκε, ότι, προκειμένου να εισπράξει αυτήν, παραιτήθηκε από την υπηρεσία του λίγους μήνες πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας υποχρεωτικής αποχώρησης και εισέπραξε ανεπιφύλακτα την αποζημίωση των 15.000 ευρώ. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν τον παραπάνω ισχυρισμό και να καταστήσουν την άσκηση της αξίωσης του αναιρεσίβλητου αντίθετη προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, δεδομένου ότι η παραίτησή του πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας αποτελούσε δικαίωμα, το οποίο κατά τον Κανονισμό της εναγομένης μπορούσε να ασκήσει οποτεδήποτε, μετά τη συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας, χωρίς χρονικό περιορισμό, η συμπεριφορά του δε αυτή δεν μπορούσε να δημιουργήσει και μάλιστα εύλογα στην αναιρεσείουσα την πεποίθηση, ότι αυτός δεν πρόκειται να ασκήσει το σχετικό δικαίωμά του. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τον παραπάνω ισχυρισμό του και δεν διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογία περί αυτού. Εφόσον όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να τον ερευνήσει και να διαλάβει αιτιολογία για την απόρριψή του. Συνεπώς, και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 22-6-2011, αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 1875/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.