Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1906 / 2008 (Α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Έκδοση. Περίληψη: Αίτηση εκδόσεως Ρωσικών Αρχών για Γεωργιανό υπήκοο. Μετ’ έκδοση αναβλητικής αποφάσεως επί εφέσεως εκζητουμένου για να υπάρξουν από την Ρωσική Ομοσπονδία περισσότερα στοιχεία. Ν. 1242/1982 περί κυρώσεως από την Ελλάδα της από 21-5-1981 Συμβάσεως δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και άλλοτε ΕΣΣΔ. Προϋποθέσεις εκδόσεως. Πότε ανεπίτρεπτη η έκδοση. Συμπληρωματικώς εφαρμοζόμενες διατάξεις της από 13-12-1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εκδόσεως (Ν. 4165/1961) άρθρ. 3, 4, 5, 6, 9 και 10 αυτής. Απορρίπτονται οι ισχυρισμού του εκκαλούντος: α) ότι οι πράξεις για τις οποίες εκζητείται έχουν υποπέσει σε παραγραφή, β) ότι έχει καταδικασθεί στην Ρωσία για τις ίδιες πράξεις, γ) ότι ο εκζητούμενος θα αντιμετωπίσει στο Ρωσικό κράτους που ζητεί την έκδοσή του δίωξη και για άλλες πράξεις, εκτός εκείνων που αφορά η έκδοση, και ότι η τελευταία αυτή αποβλέπει στη δίωξη του εκζητουμένου για πολιτικές, θρησκευτικές, φυλετικές, εθνικές πεποιθήσεις, και ότι η θέση του διατρέχει κίνδυνο επιδεινώσεως και θα υποστεί βασανισμούς εξ’ αιτίας ακριβώς αυτών των πεποιθήσεών του. Όχι αντίθεση στα άρθρα 6 & 8 ΕΣΔΑ, αφού από το 1996 ήτο φυγόδικος. Απορρίπτεται η έφεση κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του. Αριθμός 1906/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 και 29 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου χ1 , ήδη προσωρινά κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με την πληρεξουσία δικηγόρο του Ζαχαρούλα Βαρβέλη, κατά της υπ' αριθμ. 1245/2007 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Ρωσίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 3/24-10-2007 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Θεολόγου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1844/
- Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και την πληρεξουσία δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να μην γίνει δεκτή η έφεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπ' αριθμ. 1245/2007 απόφαση (βούλευμα) το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης εγνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αρχές του Κράτους της Ρωσικής Ομοσπονδίας του Γεωργιανού υπηκόου (επ.) χ
- Κατ' αυτής της αποφάσεως ο εκζητούμενος ήσκησε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και σχετικώς εξεδόθη το υπ' αριθμ. 2279/2007 βούλευμα, το οποίο έκρινε αυτήν ως παραδεκτώς και νομίμως ασκηθείσα, αλλ' ανέβαλε την έκδοση της οριστικής αποφάσεως και εζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες από το αιτούν την έκδοση κράτος. Ήδη μετά την παροχή των σχετικών πληροφοριών από το τελευταίο νομίμως επιλαμβάνεται το Συμβούλιο τούτο της εκδικάσεως της εφέσεως του εκζητουμένου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 436 ΚΠΔ οι όροι και η διαδικασία εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών, αν δεν υπάρχει σύμβαση ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επομένων άρθρων. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται συμπληρωματικά και αν υπάρχει διεθνής σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Πολιτείας και του εκζητούντος κράτους, εφ' όσον δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και για ζητήματα για τα οποία δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξ άλλου η από 21/5/1981 Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της άλλοτε ενώσεως των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, η οποία εκυρώθη δια του Ν. 1242 της 29/3-6/4/1982 από την Ελλάδα και εξακολουθεί να ισχύει τις επόμενες πενταετείς περιόδους από την ημερομηνία θέσεώς της σε ισχύ και να έχει εφαρμογή και ως προς την Ρωσική Ομοσπονδία (Ρ.Ο), αφού δεν κατηγγέλθη ούτε από αυτή μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ (ΑΠ 293/2004, 155/2000 και 2015/2001) ορίζει στα άρθρα 37 και 42 αυτής τα εξής: Τα Συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται μετά από αίτηση και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως να εκδίδουν αμοιβαίως πρόσωπα που ευρίσκονται στο έδαφός τους, για άσκηση ποινικής διώξεως ή εκτέλεση ποινής. Η έκδοση πραγματοποιείται για πράξεις που, σύμφωνα με τη νομοθεσία και των συμβαλλομένων μερών, αποτελούν εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας άνω του ενός έτους ή βαρύτερη (37 παρ. 1, 2 εδ. α'), 2) Η αίτηση εκδόσεως πρέπει να συντάσσεται εγγράφως και να περιλαμβάνει α) την ονομασία του οργάνου από το οποίο προέρχεται η αίτηση, β) το κείμενο του νόμου του Συμβαλλομένου Μέρους από το οποίο προέρχεται η αίτηση που χαρακτηρίζει την πράξη ως έγκλημα, γ) το ονοματεπώνυμο του προσώπου, του οποίου ζητείται η έκδοση, πληροφορίες για την υπηκοότητά του, τον τόπο κατοικίας ή διαμονής του και άλλες πληροφορίες για το πρόσωπό του όπως και, αν είναι δυνατό, περιγραφή της εξωτερικής του εμφανίσεως, φωτογραφία και τα δακτυλικά του αποτυπώματα, δ) εκτίμηση του μεγέθους της ζημίας, εφόσον το έγκλημα προκάλεσε υλική ζημία (42 παρ. 1), 3) Στην αίτηση εκδόσεως για άσκηση ποινικής διώξεως επισυνάπτεται κυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής αποφάσεως που διατάσσει προσωρινή κράτηση και περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την εγκληματική πράξη (42 παρ. 2). 4) Το Συμβαλλόμενο Μέρος από το οποίο προέρχεται η αίτηση, δεν υποχρεούται να επισυνάψει στην αίτηση εκδόσεως τις αποδείξεις ενοχής του εκζητουμένου (42 § 3). Περαιτέρω κατά το άρθρο 2 § 1 της από 13/12/1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εκδόσεως η οποία εκυρώθη δια του Ν. 4165/1961 από την Ελλάδα και την άλλοτε Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών με νόμο του οποίου η ισχύς ήρχισε την 7/11/1966, η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, κατά δε τα άρθρα 3, 4, 5, 6, 9 και 10 αυτής της (Ευρωπαϊκής) Συμβάσεως εκδόσεως ως άνω η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη εάν πρόκειται για πολιτικές πράξεις και συναφείς με τοιαύτες πράξεις παραβάσεις, αν η σχετική αίτηση για την έκδοση αποβλέπει στη δίωξη του εκζητουμένου για τα πολιτικά φυλετικά ή θρησκευτικά φρονήματά του, αν η θέση του ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί από τον ένα ή τον άλλον των ως άνω λόγων, αν αφορά στρατιωτικές και φορολογικές παραβάσεις (με τη Διεθνή Σύμβαση Schengen, που εκυρώθη από την Ελλάδα με τον Ν. 2514/1997 η έκδοση είναι επιτρεπτή και για ορισμένες φορολογικές παραβάσεις), αν αναφέρεται σε υπηκόους του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση οσάκις το καταζητούμενο άτομον εδικάσθη ήδη οριστικώς από των αρμοδίων Αρχών του μέρους παρ' ου ζητείται η έκδοση, δια την πράξη ή τας πράξεις δι' ας ζητείται αυτή και αν κατά την νομοθεσία της αιτούσης χώρας ή εκείνης προς την οποίαν υποβάλλεται η αίτηση εχώρησε παραγραφή της πράξεως. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εν όψει και του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερισχύουν κάθε αντιθέτου διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, συνάγεται με σαφήνεια, ότι σε περίπτωση εκδόσεως αλλοδαπού, κατά τις διατάξεις της "Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως", ως κατηγορουμένου, πρέπει τα εγκλήματα για τα οποία, αυτός διώκεται, να είναι αξιόποινα, τόσο κατά το νόμο του αιτούντος κράτους, όσο και κατά το νόμο του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και να τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας, ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους. Αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του εκζητουμένου, δεν είναι αναγκαίο να προσκομίζονται, αφού τα στοιχεία αυτά δεν διαλαμβάνονται στην αναφερομένη διάταξη, ούτε το Συμβούλιο που επιλαμβάνεται της σχετικής αιτήσεως, έχει την εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα της κατηγορίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 450 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., το Συμβούλιο γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την αίτηση της εκδόσεως και αποφαίνεται, για το αν εκείνος που έχει συλληφθεί και δικάζεται, είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που εκζητείται (εκείνο δηλαδή του οποίου ζητείται η έκδοση), υπάρχουν τα απαιτούμενα για την έκδοση δικαιολογητικά έγγραφα, το έγκλημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο ή για το οποίο αυτός έχει καταδικασθεί, είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και αν έχει προκύψει λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την έκδοση ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1245/2007 απόφασή του (βούλευμα) και κατά παραδοχή αιτήσεως εκδόσεως του Κράτους της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία υπεβλήθη στις Ελληνικές αρχές με το με αριθμό ... από ... έγγραφο του Προξενείου της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Αθήνα και διεβιβάσθη με την υπ' αριθμ. .... από .... αίτηση της Γενικής Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, εγνωμοδότησεν υπέρ της εκδόσεως στις αρχές του Κράτους της Ρωσικής Ομοσπονδίας του Γεωργιανού υπηκόου χ1, συλληφθέντος στην Ελλάδα με την υπ' αριθμ. πρωτ. 149α/5-9-07 εντολή προσωρινής συλλήψεως του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης και φυλακισθέντος με την από 9/10/2007 έκθεση φυλακίσεως του Γραμματέως της Δικαστικής Φυλακής Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για τα εγκλήματα, τα οποία προβλέπονται από τα άρθρα 144 εδ. 2 και 3, 15 εδ. 2 και 149 εδ. 1 του Ποινικού Κώδικος της Ρωσικής Ομοσπονδίας (κλοπή ξένου πράγματος μεγάλης αξίας διαπραχθείσα με συναυτουργία ομάδος προσώπων δια διαρρήξεως οικίας με αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικής ζημίας στο θύμα, κλοπή διαπραχθείσα κατά συρροή, με συναυτουργία ομάδος προσώπων, δια διαρρήξεως οικίας με αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικής ζημίας στο θύμα, απόπειρα κλοπής κατά συρροή με προηγούμενη συμφωνία ομάδος προσώπων και φθορά ξένου πράγματος με πρόκληση σημαντικής ζημίας). Συγχρόνως (το Συμβούλιο Εφετών) αποφάνθηκε ότι: α) ο εκζητούμενος είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που είχε συλληφθεί και κρατείται, β) υπάρχουν όλα τα έγγραφα που απαιτούνται για την εκδοσή του, γ) τα εγκλήματα που του αποδίδονται είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και δ) δεν υπάρχει λόγος που να εμποδίζει τη δίωξη ή να αποκλείει ή να εξαλείφει το αξιόποινο. Από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται από το κράτος που υποβάλλει την αίτηση εκδόσεως αρχικά και συμπληρωματικά και τον εκζητούμενο και υπάρχουν στη δικογραφία, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης ως και του εκεί υποβληθέντος υπομνήματος, καθώς και όσα εξέθεσαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο τόσον ο εκζητούμενος όσον και η πληρεξουσία δικηγόρος του, προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται, όπως αναφέρθηκε, για να δικασθεί για τα εγκλήματα της 1) κλοπής ξένου πράγματος μεγάλης αξίας διαπραχθείσης με συναυτουργία ομάδος προσώπων δια διαρρήξεως οικίας με αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικής ζημίας στο θύμα, 2) κλοπής διαπραχθείσης κατά συρροή, με συναυτουργία ομάδος προσώπων, δια διαρρήξεως οικίας με αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικής ζημίας στο θύμα, 3)αποπείρας κλοπής κατά συρροή με προηγούμενη συμφωνία ομάδος προσώπων και 4) φθοράς ξένου πράγματος με πρόκληση σημαντικής ζημίας. Εν σχέσει με τις άνω πράξεις έχουν εκδοθεί από τις Δικαστικές Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας και συνυπεβλήθησαν με την αίτηση εκδόσεως αλλ' υπεβλήθησαν και μεταγενεστέρως ως συμπληρωματικά στοιχεία: 1)αντίγραφο σε επίσημη μετάφραση της από 20/6/1995 διαταγής ασκήσεως ποινικής διώξεως της ανακριτικής υπαλλήλου της Ανακριτικής Διευθύνσεως Περιφερείας Αστραχάν, η οποία εξεδόθη εις βάρος του εκκαλούντος εκζητουμένου, στην οποία εκτίθενται με λεπτομέρεια, τα πραγματικά περιστατικά των πράξεων που του αποδίδονται 2)αντίγραφο σε επίσημη μετάφραση του από 23/1/1996 εντάλματος του Δικαστηρίου περιοχής Κίροβ Αστραχάν, το οποίον εξεδόθη εις βάρος του εκκαλούντος-εκζητουμένου και διατάσσει την αναβολή της δίκης μέχρι την προσαγωγή του εκζητουμένου, τον κηρύσσει καταζητούμενο και διατάσσει την κράτησή του, αφού ευρεθεί, 3)πιστοποίηση με όλα τα στοιχεία που μπορούν να χρησιμεύσουν στην εξακρίβωση της ταυτότητος και της εθνικότητος του εκζητουμένου, 4)αποσπάσματα σε επίσημη μετάφραση από τα άρθρα 144 εδ. 2 και 3, 15 εδ. 2 και 149 εδ. 1 του ποινικού κώδικος της Ρωσικής Ομοσπονδίας ισχύοντος από του έτους 1960, από τα οποία προκύπτει ότι οι ανωτέρω πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος τιμωρούνται με ποινές στερητικές της ελευθερίας α)από 2 μέχρι 7 έτη και κατάσχεση περιουσίας ή άνευ αυτής, β) από 4 μέχρι 10 έτη και κατάσχεση της περιουσίας γ)από 2 μέχρι 7 έτη και δ)μέχρι 5 έτη αντιστοίχως, ως και από τα άρθρα 158 για την κλοπή όπως ετροποποιήθη με τον Ομοσπονδιακό Νόμο 162/08-12-2003, 30 του Ποινικού Κώδικος της Ρωσικής Ομοσπονδίας που ισχύει από του έτους 1996 για την απόπειρα κλοπής και 167 αυτού για την φθορά από τα οποία προκύπτει ότι τα άνω εγκλήματα εξακολουθούν να είναι μεγάλης βαρύτητος. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο συλληφθείς την 5/9/2007 δυνάμει της άνω εντολής προσωρινής συλλήψεως του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης και εν συνεχεία, δυνάμει του υπ' αριθμ. 2/2007 εντάλματος του Προέδρου Εφετών Θεσσαλονίκης, κρατούμενος δε έκτοτε στην Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης με σκοπό την έκδοσή του, είναι το ίδιο πρόσωπο με τον εκζητούμενο, ο οποίος επιβεβαίωσε τα στοιχεία της ταυτότητός του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και ο οποίος εδήλωσεν ότι δεν επιθυμεί να εκδοθεί στις Ρωσικές Αρχές. Επίσης απεδείχθη ότι αυτός διώκεται ως φυγόδικος για τις ανωτέρω πράξεις σύμφωνα με το από 23/1/1996 ένταλμα, ο χρόνος παραγραφής δε των πράξεων αυτών που ετελέσθησαν τον Μάρτιο 1995, ορίζεται σε δέκα πέντε
(15)έτη. Οι άνω πράξεις είναι αξιόποινες και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα διωκόμενες σε βαθμό κακουργήματος (διακεκριμένες κλοπές) κατά τη διάταξη του άρθρου 374 στοιχ. δ' Π.Κ (κλοπές τελεσθείσες από δύο ή περισσοτέρους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες) και τιμωρούνται με κάθειρξη 5 έως 10 ετών δηλαδή στερητική της ελευθερίας ποινή, για την οποίαν επιτρέπεται η έκδοση, ο δε χρόνος παραγραφής κατά το άρθρο 111 περ. 2 β' ΠΚ είναι δέκα πέντε
(15)έτη από της τελέσεως της πράξεως, ενώ και η πράξη της φθοράς πράγματος ή δολίας καταστροφής αξιόποινος και κατά το Ελληνικό δίκαιο είναι έγκλημα μεγάλης βαρύτητος, με βάση τα πραγματικά περιστατικά αυτής κατά το δίκαιο του εκζητούντος κράτους. Προσθέτως ούτε κατά την νομοθεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ούτε κατά την ημεδαπή έχει λάβει χώρα παραγραφή των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο εκκαλών, και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινομένης εφέσεως. Επίσης ούτε έχει προκύψει άλλος λόγος που να εμποδίζει την δίωξη ή αποκλείει η εξαλείφει το αξιόποινο, ενώ δεν καταδιώκεται ούτε έχει καταδικασθεί στην Ελλάδα για άλλη πράξη, για την οποία εκκρεμεί ή εκτίει την επιβληθείσα ποινή (άρθρο 441 ΚΠΔ και 8 της Συμβάσεως). Τέλος ούτε υπάρχει λόγος που να μην επιτρέπει την παροχή εκδόσεως, αφού δεν απεδείχθη ότι ο εκζητούμενος εδικάσθη ήδη οριστικώς εις την Ρωσική Ομοσπονδία. Και τούτο διότι η από 4/9/1995 απόφαση του Δικαστηρίου Κίροβσκι του Νομού Αστραχάν προσκομιζομένη σε επίσημη μετάφραση και που τον έχει καταδικάσει μάλιστα μόνο για παράβαση του άρθρου 144 εδ. 2 ΠΚ, έχει ακυρωθεί από την δικαστική επιτροπή ποινικών υποθέσεων του δικαστηρίου του ιδίου Νομού και το ίδιο ως άνω δικαστήριο την 23/1/1996 διέκοψε την ποινική αυτή υπόθεση και εκήρυξε την καταδίωξη του εκζητουμένου. Δι' ό και ο σχετικός δεύτερος λόγος της εφέσεώς του ότι για τις ίδιες πράξεις για τις οποίες ζητείται η έκδοσή του έχει δικασθεί από το Λαϊκό Δικαστήριο Αστραχάν, και εντεύθεν, δεν πρέπει να εκδοθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης δεν συντρέχει περίπτωση απαγορεύσεως της εκδόσεως με την προδιαληφθείσα σύμβαση αφού δεν προέκυψε ότι οι πράξεις για τις οποίες ζητείται η έκδοση θεωρούνται ως πολιτικό έγκλημα, ούτε πιθανολογείται ότι ο εκζητούμενος θα αντιμετωπίσει στο κράτος που ζητεί την έκδοσή του δίωξη για άλλες πράξεις εκτός από εκείνη την οποία αφορά η έκδοση ή ότι η τελευταία αυτή αποβλέπει στην δίωξη του εκζητουμένου για τις πολιτικές θρησκευτικές, φυλετικές κλπ πεποιθήσεις του ή ότι η θέση του διατρέχει κίνδυνο επιδεινώσεως και θα υποστεί βασανισμούς εξ αιτίας ακριβώς αυτών των πεποιθήσεών του. Δι' ό και η σχετική αιτίαση με τον άνω λόγον της εφέσεώς του κατά το έτερον σκέλος του, ο τρίτος λόγος κατά το εν σκέλος του ως και ο τέταρτος λόγος της εφέσεως, υποστηρίζοντες τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος ο ισχυρισμός του εκζητουμένου εκκαλούντος, ότι η έκδοσή του αντιστρατεύεται τα άρθρα 6 και 8 της Ε.Σ.Δ.Α κατά το πρώτο των οποίων έχει δικαίωμα να δικασθεί εντός λογικής προθεσμίας, η οποία δεν είναι η πάροδος των 10 και πλέον ετών από της τελέσεως των πράξεων και το δεύτερο, να γίνει σεβαστή η ιδιωτική και επαγγελματική του ζωή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι και μεν παν πρόσωπον, όπως είναι ο κατηγορούμενος δικαιούται να δικασθεί συντόμως η υπόθεσή του και με σεβασμό στις άνω εκφάνσεις της ζωής του, εφ' όσον όμως έχει τεθεί στην διάθεση των Δικαστικών και συνεργαζομένων με αυτάς αρχών και όχι όταν φυγοδικεί, ώστε να αποφύγει να λογοδοτήσει για την πράξη και να μην καταστεί δυνατή η διεξαγωγή της δίκης του. Δι' ό και πρέπει να απορριφθεί και ο σχετικός τρίτος λόγος εφέσεως κατά το έτερον σκέλος του. Συντρεχουσών, επομένως, όλων των απαιτουμένων από τον Νόμο, την διμερή σύμβαση και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση εκδόσεως για την έκδοση του αναφερομένου αλλοδαπού, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του (βούλευμα) και εγνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως αυτού. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη έφεση στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Δικαστικά έξοδα εις βάρος του εκκαλούντος- εκζητουμένου δεν επιβάλλονται, αφού αυτά φέρει κατά τη διάταξη του άρθρου 24 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης εκδόσεως το Ελληνικό Δημόσιο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24/10/2007 υπ' αριθμ. 3 έφεση του εκζητουμένου (όν.) χ1 κατά της 1245/2007 αποφάσεως (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία εγνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του στο Κράτος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ