Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1913 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία, Δεδικασμένο, Ψευδής βεβαίωση, Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών. Περίληψη: Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών με το οποίο απορρίφθηκαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος για διατάραξη της ασφαλείας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο από την οποία επήλθαν θάνατοι, κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση από κοινού, κακουργηματική ψευδή βεβαίωση και ηθική αυτουργία σ' αυτήν. Στοιχεία εγκλημάτων. Έννοια ενδεχομένου δόλου. Θέση σε κυκλοφορία πεπαλαιωμένου τουριστικού λεωφορείου με ελαττώματα. Επί μερικότερων πράξεων ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999, πρέπει να προσδιορίζεται το όφελος ή η βλάβη από κάθε μερικότερη πράξη, εκτός αν όλες οι πράξεις απέβλεπαν στην πραγματοποίηση του αυτού οφέλους ή στην πρόκληση της αυτής ζημίας. Απόρριψη λόγων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία, κατ' άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ, αρχειοθετήθηκε η μήνυση ως προφανώς κατ' ουσία αβάσιμη για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, εφόσον μάλιστα συγκεντρώθηκαν νέα στοιχεία. Δεν προκαλείται καμιά ακυρότητα αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα χωρίς να έχει προηγηθεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον έχει γίνει αστυνομική προανάκριση. Απόρριψη αιτήσεων στο σύνολο τους. Αριθμός 1913/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα . Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 2)Δ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 3)Α. Ο. του Π., κατοίκου ..., 4) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., 6)Ε. Π. του Ι., κατοίκου ... και 7) Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 1136/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Ε. Μ. του Β.. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Α. Κ. του Π., 2) Δ. Τ. του Σ., 3) Ζ. Σ. του Θ., 4) Κ. Μ. του Γ., 5) Π. Τ. του Η., 6) Σ. Μ. του Α. και 7) Χ. Κ. του Σ.. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Ιανουαρίου 2010, τρεις
(5)πρώτων εκ των αναιρεσειόντων, ποινικής δίωξης για κακουργηματική νόθευση, μετά την αρχειοθέτηση της σχετικής αναφοράς, δεν ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. γ Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης και τέλος γ) για την αιτιολόγηση της ηθικής αυτουργίας είναι αρκετή η αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι οι δράστες παρακινήθηκαν με συνεχείς παρακλήσεις, πειθώ και φορτικότητα, χωρίς να είναι αναγκαία η συνδρομή και άλλων προσθέτων στοιχείων (Α.Π. 1230/09, Α.Π.202/08). Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης να γίνουν και κατ' ουσίαν δεκτές, ως προς τις παραπεμπτικές διατάξεις του προσβαλλομένου βουλεύματος για τα εγκλήματα της διατάραξης της ασφαλείας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο από την οποία επήλθε ο θάνατος άλλων και της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό τον προσπορισμό σε άλλους αθεμίτου οφέλους που υπερβαίνει τα 73.000€, να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που το εξέδωσαν. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι) Να γίνουν δεκτές οι με αριθμούς 1/2010, 2/2010 και 3/2010 αιτήσεις αναίρεσης των 1) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Δ. Γ. του Α., κατοίκου ..., Γρ. Λαμπράκη αρ. 28, 3) Α. Ο. του Π., κατοίκου ..., ..., 4) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., 6) Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., οδός ... και 7) Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., οδός ..., κατά του με αριθμό 1136/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. ΙΙ. Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που το εξέδωσαν. Αθήνα 22-3-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η υπ' αριθ. 1/20.1.2010 των Α. Σ. του Ι., Δ. Γ. του Α., Α. Ο. του Π., Α. Κ. του Κ. και Ν. Π. του Γ., 2) η υπ' αριθ. 2/20.1.2010 του Ε. Π. του Ι. και 3) η υπ αριθ. 3/20.1.2010 του Γ. Σ. του Δ., για αναίρεση του υπ" αριθ. 1136/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκαν οι εφέσεις τους κατά του υπ" αριθ. 28/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες τιμωρείται: α) με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, β) με κάθειρξη, αν επήλθε θάνατος". Ως διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας νοείται η πράξη που καθιστά τη διεξαγωγή της συγκοινωνίας μη ασφαλή, δημιουργώντας συνθήκες που καθιστούν τη συνέχιση της ασφαλούς κινήσεως αδύνατη ή πολύ δυσχερή, που καθιστούν δηλαδή τη συγκοινωνία επικίνδυνη. Στο μέτρο που η κίνηση στους δρόμους ούτως ή άλλως περικλείει κινδύνους, η έννοια της διαταράξεως της ασφάλειας της συγκοινωνίας στοιχειοθετείται όταν η πράξη έχει ως αποτέλεσμα την επαύξηση του συνηθισμένου κινδύνου που ενυπάρχει σε κάθε κίνηση στους δρόμους. Η διάταξη προστατεύει κυρίως την ασφάλεια της οδικής συγκοινωνίας. Πρόκειται για έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου δεν αρκεί μόνο η διατάραξη - όταν δηλ. δημιουργούνται συνθήκες κινδύνου, κατά την ανωτέρω έννοια, για την ασφαλή διεξαγωγή της συγκοινωνίας- αλλά πρέπει, επί πλέον, από αυτή να μπορεί να προκύψει κίνδυνος (θανάτου ή σωματικής βλάβης) για άνθρωπο (ή να επήλθε όντως τέτοιος κίνδυνος). Η ελεγχόμενη πράξη διαταράξεως μπορεί να υπάγεται σε υποχρεωτική κυκλοφοριακή ρύθμιση ή, αντιθέτως, να μην υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, αρκεί ότι σε κάθε περίπτωση η πράξη αυτή θεωρείται πρόσφορη και ικανή, εξ αιτίας της εντάσεως ποιότητας και μορφής της, να προκαλέσει κίνδυνο ανθρώπου. Κάθε επικίνδυνη παρατεινόμενη συμπεριφορά οδηγών αυτοκινήτων στους δρόμους (επικίνδυνη οδήγηση, οδήγηση υπό καθεστώς μέθης, κακή συντήρηση του κινούμενου πεπαλαιωμένου οχήματος, το οποίο έφερε τεχνικά και μηχανικά ελαττώματα, υπερβολική ταχύτητα, υπερφόρτωση του αυτοκινήτου, κακή πρόσδεση του φορτίου σε καρότσες φορτηγών ή πορτ - μπαγκάζ αυτοκινήτων κ.λπ.) αποτελεί καθαυτή αξιόποινη πράξη διαταράξεως, κατά "την ανωτέρω έννοια, διότι α) θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της συγκοινωνίας της οδού επί της οποίας κινείται το όχημα και β) δημιουργεί με την κίνηση του στους δρόμους έναν εν δυνάμει κίνδυνο για αόριστο αριθμό προσώπων, αφού, π.χ., η κακή συντήρηση πεπαλαιωμένου οχήματος, το οποίο κανονικά έπρεπε να έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία, μπορεί να προκαλέσει ατύχημα και να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αόριστου αριθμού ατόμων. Υποκείμενο του εγκλήματος της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών μπορεί να είναι όχι μόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου, αλλά και εκείνος που δεν πραγματοποίησε τον έλεγχο ασφαλείας που όφειλε. Τούτο δε, γιατί το εν λόγω έγκλημα μπορεί να τελεσθεί και με παράλειψη, εφόσον υπάρχει σχετική νομική υποχρέωση δράσεως, η οποία μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου, από προηγούμενη σύμβαση ή από ορισμένη άδικη συμπεριφορά από την οποία δημιουργήθηκε κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Υποκειμενικώς απαιτείται πρόθεση, δηλαδή άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος. Με άμεσο δόλο, κατά την έννοια του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, ενεργεί όποιος επιδιώκει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί την αναγκαία συνέπεια της πράξεως ή παραλείψεως του και δεν αφίσταται αυτής, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος ο οποίος προβλέπει ως ενδεχόμενο το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Η απαιτούμενη, κατά τον νόμο, πρόθεση πρέπει να καλύπτει, όχι τον θάνατο ή τη σωματική βλάβη, ή ακόμη τη δημιουργία κινδύνου για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα είτε των επιβατών του συγκοινωνιακού μέσου, είτε των χρησιμοποιούντων την οδό, αλλά τη διατάραξη της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας και τη δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου από αυτήν. Ενδεχόμενος δόλος, η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπάρχει στην περίπτωση, κατά την οποία ο δράστης δεν προβλέπει μεν το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά αποβλέπει σε κάτι άλλο, προβλέπει, όμως, ότι η εκπλήρωση της επιδιώξεως του αυτής θα έχει ως πιθανή συνέπεια την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος και, παρά ταύτα, προχωρεί στην τέλεση της πράξεως του. Για τον προσδιορισμό της εννοίας "της αποδοχής" του εγκληματικού αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη, του βουλητικού, δηλαδή, στοιχείου του ενδεχομένου δόλου, η επιστήμη, αλλά και η νομολογία, δεν ανατρέχουν στους χώρους του συναισθηματικού, αλλά στο γνωσιολογικό στοιχείο, το οποίο ενεργεί συμπληρωματικά. Προσφέρει, δηλαδή, κατάλληλες ενδείξεις για τη βουλητική στάση του δράστη, προσδίδοντας σ' αυτή το ακριβές περιεχόμενο της. Έτσι, "αποδέχομαι" τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει ότι σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, για το λόγο ότι αυτό είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικώς το αποτέλεσμα. Η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχομένου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πίστη ότι δεν θα επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 28 ΠΚ, στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ αυτής και ενδεχομένου δόλου, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό στοιχείο και των δύο. Δηλαδή ο ενδεχόμενος δόλος και η ενσυνείδητη αμέλεια μοιάζουν στο γνωστικό ή διανοητικό στοιχείο, αφού και στις δύο περιπτώσεις ο δράστης πιθανολογεί την επέλευση του αποτελέσματος. Διαφέρουν, όμως, ριζικά στο βουλητικό στοιχείο, διότι στην ενσυνείδητη αμέλεια ο δράστης αποκρούει εσωτερικά το αποτέλεσμα, ενεργεί, όμως, γιατί εσφαλμένα πιστεύει ότι θα το αποφύγει, ενώ στον ενδεχόμενο δόλο ο δράστης την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξεως ή της παραλείψεως του δεν απώθησε από τη συνείδηση του το εγκληματικό αποτέλεσμα που είχε προβλέψει και εντεύθεν το επιδοκίμασε. Έτσι, ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει το αποτέλεσμα ως πιθανό (ενδεχόμενο) και το αποδέχεται, υπό την έννοια ότι το επιδοκιμάζει ή συμβιβάζεται με αυτό, δηλαδή προχωρεί στην επιδίωξη του στόχου του παρά τον υψηλό βαθμό επικινδυνότητας της συμπεριφοράς του, αδιαφορεί για την τύχη του εννόμου αγαθού, ενώ συγχρόνως δεν έχει λόγους να πιστεύει σε μια επιτυχή έκβαση του πράγματος και στη μη επέλευση του αποτελέσματος. Σ' ότι αφορά ειδικά στην υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών, για την κατάφαση του δόλου αρκεί να γνωρίζει και να αποδέχεται ο δράστης, έστω και ως ενδεχόμενο, ότι, με τη θέση σε κυκλοφορία πεπαλαιωμένου αυτοκινήτου με ελαττώματα και χωρίς συντήρηση, παραβιάζει τους κανόνες ασφαλούς κινήσεως και ότι από την παραβίαση αυτή μπορεί το αυτοκίνητο να προκαλέσει ατύχημα ή να υποστεί τέτοιο και να μην αντιδράσει, όπως θα αντιδρούσε ένα επιμελώς συντηρημένο όχημα καινά δημιουργηθεί έτσι κίνδυνος ανθρώπου. Εξαιρετικά δυσχερές ζήτημα στο πλαίσιο του ενδεχομένου δόλου είναι η διάγνωση του βουλητικού στοιχείου, που είναι στενά συνδεδεμένο και ισοδύναμο με το γνωστικό. Ο "συμβιβασμός" δε του δράστη με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος πρέπει να τεκμηριώνεται με τη βοήθεια αντικειμενικών κριτηρίων, όπως η ιδιαίτερα υψηλή επικινδυνότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς, η εμμονή του δράστη στην κινδυνώδη δράση από ιδιοτελείς σκοπούς (π.χ. μεγιστοποίηση επιχειρηματικού κέρδους), η αυτοδιακινδύνευση του δράστη, που εκτίθεται στον ίδιο κίνδυνο επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος με το θύμα, και η λήψη μέτρων για την αυτοπροστασία του. Η ύπαρξη δεδομένων, όπως ο ιδιοτελής σκοπός, κάθε απόλυτη αδιαφορία, αναδεικνύουν την εμμονή στην κινδυνώδη δράση σε αναμφισβήτητα εχθρική (για το έννομο αγαθό) απόφαση. Περαιτέρω, χρήσιμο κριτήριο είναι η βεβαιότητα του δράστη ότι δεν θα επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα (οπότε αυτή οδηγεί προς την ενσυνείδητη αμέλεια) ή η απλή, δηλαδή, ατεκμηρίωτη ελπίδα του δράστη ότι δεν θα επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα (οπότε αυτή οδηγεί προς τον ενδεχόμενο δόλο). Με τους όρους αυτούς ολοκληρώνεται η νομοτυπική μορφή διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών κατά το άρθρο 290§1α ΠΚ, ακόμη κι όταν η πράξη δεν έχει οδηγήσει στην πρόκληση οποιουδήποτε βλαπτικού αποτελέσματος. Αν δε η παραπάνω πράξη είχε ως περαιτέρω αιτιατό αποτέλεσμα να προκληθεί θάνατος από αμέλεια του δράστη, η συμπεριφορά στοιχειοθετεί το έγκλημα του άρθρου 290§1 β ΠΚ και αντιμετωπίζεται ως κακούργημα με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης 5-20 ετών (άρθρο 51§1, 52 ΠΚ), ποινή η οποία αντιστοιχεί στην πραγματική βαρύτητα και επικινδυνότητα της πράξης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρέπει να παρατίθενται και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αμέλεια, καθώς και το είδος αυτής, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά και η διάταξη του άρθρου 29 ΠΚ. Περαιτέρω, το νομοθετικό πλαίσιο για την τεχνική και στατική καταλληλότητα των ειδικών τουριστικών λεωφορείων, τις συνέπειες των παραβάσεων και τους σχετικούς τεχνικούς ελέγχους έχει ως εξής: α) Το ν.δ. 1225/1972 (ΦΕΚ Α 147) στο άρθρο 1 ορίζει ότι: "
- Τα πάσης κατηγορίας λεωφορεία αυτοκίνητα δημοσίας και ιδιωτικής χρήσεως δύνανται να κυκλοφορούν κατά τας κειμένας διατάξεις, εφ' όσον χρόνον είναι κατάλληλα από απόψεως ασφάλειας και εμφανίσεως προς κυκλοφορίαν, της τοιαύτης καταλληλότητας των διαπιστουμένης δια διενεργουμένου τακτικού ή εκτάκτου τεχνικού ελέγχου.
- Δι' αποφάσεως του Υπουργού Ναυτιλίας, Μεταφορών και Επικοινωνιών, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα του περιεχομένου, του τρόπου, του τόπου, της συχνότητος αναλόγως της ηλικίας του αυτοκινήτου και του χρόνου διενέργειας του κατά την προηγουμένην παράγραφον τεχνικού ελέγχου, εκτεινομένου κυρίως εις την κατάστασιν των συστημάτων πεδήσεως, διευθύνσεως, φωτισμού, αναρτήσεως, των ελαστικών, του κινητήρος και των συστημάτων μεταδόσεως κινήσεως, του πλαισίου, του αμαξώματος, της εν γένει εμφανίσεως και της παρεχομένης ανέσεως εις τους επιβάτας των αυτοκινήτων τούτων.
- Παρερχομένων απράκτων των υπό των αρμοδίων Υπηρεσιών Συγκοινωνιών τασσομένων προθεσμιών προς άρσιν των διαπιστωθεισών κατά τον τεχνικόν έλεγχον ελλείψεων και βλαβών των εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου αυτοκινήτων πλην της ιδιωτικής χρήσεως τοιούτων, αίτινες εν ουδεμία περιπτώσει δύνανται να υπερβούν αθροιστικώς το εξάμηνον, απολλυται αυτοδικαίως το δικαίωμα της περαιτέρω κυκλοφορίας αυτού τούτου του επιθεωρηθέντος αυτοκινήτου, δυναμένου να αντικατασταθεί δια καινουργούς τοιούτου κατά τας οικείας διατάξεις ... ". β) Το άρθρο δε 7 της υ.α. 38850/2968/1986 (ΦΕΚ Β 750) "περί καθορισμού τύπου λεωφορείου τουριστικού και ξενοδοχείων" ορίζει στην παρ. 1 ότι το αμάξωμα του τουριστικού λεωφορείου: "είναι κατασκευασμένο με τους κανόνες της επιστήμης και της τεχνικής και αποτελεί μαζί με το πλαίσιο ένα σύνολο στιβαρό και επαρκούς αντοχής για να ανταποκρίνεται στις καταπονήσεις κάθε μορφής που υφίσταται". Η παρ. 12 της ίδιας υπουργικής απόφασης ορίζει ότι: "γενικά το αμάξωμα κατασκευάζεται από υλικά άριστης ποιότητας, μεταλλικά εξαρτήματα ανοξείδωτα και έχει από κάθε άποψη άριστη και πολυτελή εμφάνιση". Ακόμη και στην περίπτωση που η αρμόδια υπηρεσία χορηγήσει άδεια για αντικατάσταση του αμαξώματος τότε και πάλι "προϋπόθεση των παραπάνω αλλαγών είναι η τήρηση των όρων των γενικών και ειδικών διατάξεων -κανονιστικών αποφάσεων καθορισμού τύπου - που αφορούν τα υπόψη λεωφορεία (αστικά, υπεραστικά, ειδικά τουριστικά και σχολικά) και των κανόνων της επιστήμης και της τεχνικής" (ΥΑ ΣΤ/ / /1973 όπως αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο Ι της 14300/2-13 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Β 278). γ) Το άρθρο 17 αριθ.38850/2968 περί καθορισμού τύπου τουριστικού λεωφορείου και τουριστικού ξενοδοχειακών επιχειρήσεων ορίζει ότι: (ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε' Έγκριση τύπου. Ταξινόμηση. Έγκριση τύπου. Γενικές προϋποθέσεις και δικαιολογητικά
- Το λεωφορείο είναι κατασκευασμένο συμφωνά με τις διατάξεις του Ν.4841/1930, του από 22/29.1.1981 Π.Δ/τος, του ΚΟΚ των κάθε φορά ισχυουσών διατάξεων και των κανόνων της επιστήμης και της τεχνικής ....
- Τα εισαγόμενα πλήρη λεωφορεία πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρούσας, δ) Το άρθρο 8 του ν. 2446/1996 υπό τον τίτλο "αντικατάσταση ειδικών τουριστικών λεωφορείων δημοσίας χρήσεως" ορίζει ότι: "
- Δικαίωμα αντικατάστασης του ειδικού τουριστικού λεωφορείου δημόσιας χρήσης έχουν οι ιδιοκτήτες των οχημάτων στο όνομα των οποίων έχει εκδοθεί η άδεια του λεωφορείου, στις περιπτώσεις: α. Λήξης της ισχύος της άδειας κυκλοφορίας λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας του λεωφορείου. Στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ολοκληρώσει τη διαδικασία εντός έτους από την ημερομηνία λήξης της ισχύος της έγκρισης κατά το άρθρο 5 του παρόντος νόμου. β. Αντικατάστασης του υφιστάμενου οχήματος, εφόσον προηγηθεί ο αποχαρακτηρισμός του ως τουριστικού λεωφορείου.
- Στις περιπτώσεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου, το υφιστάμενο ειδικό τουριστικό λεωφορείο μπορεί να αντικατασταθεί από. -καινούργιο - μεταχειρισμένο τουριστικής χρήσης προέλευσης εσωτερικού, για το οποίο έχει προηγηθεί ο αποχαρακτηρισμός του ως τουριστικού ή μεταχειρισμένο προέλευσης εξωτερικού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο π.δ.194/1991 (ΦΕΚ 75 Α'), υπό την προϋπόθεση ότι ο χρόνος κυκλοφορίας τους δεν έχει υπερβεί το κατά την παρ.1 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου επιτρεπόμενο όριο και εφόσον κριθεί κατάλληλο ως προς την ασφαλή κυκλοφορία του από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή τις οικείες Νομαρχίες και κατάλληλο ως προς την εμφάνιση, τις προσφερόμενες υπηρεσίες και τις παρεχόμενες ανέσεις από τον Ε.Ο.Τ.. Η ημερομηνία της πρώτης κυκλοφορίας του μεταχειρισμένου λεωφορείου προέλευσης εξωτερικού, πιστοποιείται με έγγραφο του εποπτεύοντος τις μεταφορές κρατικού φορέα της αντίστοιχης χώρας", ε) Το δε άρθρο 1 παρ. 5 της υ.α. 44800/ /1985 (ΦΕΚ Β 781) ( περιοδικός τεχνικός έλεγχος οχημάτων ορίζει ότι "σε περίπτωση που διαπιστωθούν βλάβες που καθιστούν το όχημα επικίνδυνο για την οδική ασφάλεια, το όχημα ακινητοποιείται..". στ) Σύμφωνα με την παρ. 3 του Κεφαλαίου Β της υπ' αριθμ. ΣΤ /1832/1978 απόφασης του Υπουργού Συγκοινωνιών, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 2 της ΥΑ 79400/2490/1989 (ΦΕΚ Β496), "ως κύρια χαρακτηριστικά των λεωφορείων θεωρούνται τα εξής: α} ... δ) ο αριθμός σειράς του πλαισίου". Η έννομη σημασία του αριθμού αυτού έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί βασικό στοιχείο αναγνωρίσεως του οχήματος, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ΣΤ/29852 της 9/13 Δεκ. 1977 (ΦΕΚ Β' 1288) απόφαση του Υπουργού Συγκοινωνιών "περί στοιχείων αναγνωρίσεως αυτοκινήτων ρυμουλκούμενων, ημιρυμουλκούμενων και μοτοσικλετών", η οποία - όπως τροποποιήθηκε και ισχύει δυνάμει της υπ' αριθμ. 1700/16-25 Ιαν. 1984 (ΦΕΚ Β 37) απόφασης Υπουργού Συγκοινωνιών - ορίζει ότι: "κανένα αυτοκίνητο ή ρυμουλκούμενο ή ημιρυμουλκούμενο ή μοτοσικλέτα, που εισάγεται από το εξωτερικό και θα έχει κατασκευαστεί μετά την 31.12.1984 τίθεται σε κυκλοφορία στην Ελλάδα αν δεν φέρει στοιχεία αναγνωρίσεως της ταυτότητας που αναφέρονται στο άρθρο 1 της απόφασης αυτής", ζ) Το δεύτερο εδάφιο του τρίτου άρθρου της άνω υ.α., όπως αντικαταστάθηκε από την υ.α. 1700/1625 Ιαν. 1984 (ΦΕΚ Β 37), ορίζει ότι "για τα εισαγόμενα οχήματα, που κατασκευάσθηκαν ή θα κατασκευαστούν προ της 31.12.1984 ... καθώς και για τα κυκλοφορούντα, ως στοιχεία αναγνωρίσεως της ταυτότητας του πλαισίου και του κινητήρος των, θα χρησιμοποιούνται τα τιθέμενα από τους κατασκευαστές των οχημάτων στοιχεία ... ". Ως στοιχεία αναγνωρίσεως νοούνται "τα χαρακτηριστικά διακριτικά στοιχεία του τύπου του οχήματος, δηλαδή "ο συνδυασμός γραμμάτων ή αριθμών ή γραμμάτων και αριθμών, ο οποίος δίδεται για κάθε τύπο οχήματος από τον κατασκευαστή του και αντιστοιχεί αποκλειστικά στον τύπο αυτό, ώστε να είναι εύκολη η αναγνώριση του ... και ο αριθμός σειράς της κατασκευής του οχήματος". Τα στοιχεία αυτά του πλαισίου "πρέπει να υπάρχουν χαραγμένα η κτυπημένα από τον κατασκευαστή του οχήματος στο πλαίσιο του οχήματος ή στη φέρουσα κατασκευή ... και σε μέρος που να μην αντικαθίσταται στις επισκευές και προσιτό για ευχερή αναγνώριση), η) Δυνάμει του άρθρου 2 της υ.α. 290054/1984 (ΦΕΚ Β' 666) "περί θεμάτων επιθεώρησης οχημάτων στα ΚΤΕΟ" ορίζεται ότι "από την έναρξη ισχύος της παρούσας αντί για τους κατά το προηγούμενο άρθρο καταργούμενους ελέγχους (δηλ. της κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Ναυτιλίας, Μεταφορών και Επικοινωνιών ΣΤ 20269/12.7.73, ΦΕΚ 872/8/1973 "περί τεχνικού ελέγχου των λεωφορείων αυτοκινήτων κ.λπ.) και της όμοιας απόφασης του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών 24340/9.8.74, ΦΕΚ 812/8/1974, (περί επιθεωρήσεως των λεωφορείων του ΕΚΤΕΛ) έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ΠΔ/τος 1487/1981 (ΦΕΚ 347/8/1981) (καθιέρωση περιοδικού τεχνικού ελέγχου οδικών οχημάτων και των ρυμουλκούμενων τους), οι εκτελεστικές αυτού κανονιστικές αποφάσεις μας και τα κάθε φορά συντασσόμενα και ανακοινούμενα, από κάθε ένα ΚΤΕΟ, προγράμματα με τα οποία, τα κατά το προηγούμενο άρθρο οχήματα καλούνται για να υποστούν περιοδικό τεχνικό έλεγχο, όπως αυτός προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές". Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, η οποία αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ, 1 του άρθρου 216, στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος, ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα με άλλο πρόσωπο που διατελεί σε καλή πίστη ως προς την πλαστότητα του εγγράφου. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το αρθρ. 13 εδ. γ' ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία, υπό την έννοια δε αυτή, έγγραφο είναι και ο αριθμός πλαισίου αυτοκινήτου, η συναρμολόγηση ανταλλακτικών, η εντοίχιση ξένου αριθμού πλαισίου κ.λ.π. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο α' της παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2α του ν. 2721/1999, προσαπαιτείται ο υπαίτιος της πράξεως να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό ταυ ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, εφόσον το όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Κατά δε το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός αυτής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί συναυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, ο οποίος υπάρχει όταν ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Συναυτουργία είναι δυνατή και στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου, χωρίς να απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός εκ των συναυτουργών, αλλά αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 242 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που αποτελεί έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτούνται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α1 και 263α του ΠΚ (όπως το άρθρο 263α προστέθηκε με το ν.δ. 1234/1972 και αντικατ. με το άρθρο 4§4 του ν. 1738/1987), β) ο υπάλληλος αυτός να είναι αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, γ) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, και δη δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, ήτοι έγγραφο που συντάσσεται από αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται μ' αυτό, έναντι πάντων, δ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή περιστατικού που είναι σημαντικό για τη γένεση, διατήρηση, μεταβολή, απόσβεση δικαιώματος ή έννομης, δημόσιας ή ιδιωτικής, σχέσεως ή καταστάσεως, ψευδές δε είναι το περιστατικό όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές που έπρεπε να αναφερθεί, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, υπήρχε νομική υποχρέωση να βεβαιώσει τούτο ο υπάλληλος και τούτο υπέπεσε στην αντίληψη του (όπως, π.χ., παράλειψη υπαλλήλου του ΚΤΕΟ ή του Τμήματος Συγκοινωνιών του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων να αναφέρει στην έκθεσή του τη νόθευση του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου, την οποία διαπίστωσε, κλπ.) και ε)δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες ή