← Ελλάδα

ΑΠ 1916/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1916 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία. Περίληψη: Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για νόθευση εγγράφου με χρήση κατ' εξακολούθηση κατά πλειοψηφία. Αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων είναι απαράδεκτη. Από παραδρομή εσφαλμένη αναγραφή του ονόματος του ενός από τους δικαστές που σχημάτισαν την πλειοψηφία, καθώς και του συνηγόρου υπερασπίσεως της αναιρεσείουσας δεν προκαλεί απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως στο σύνολο της. ΑΡΙΘΜΟΣ 1916/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και τον Γραμματέα Χρήστο Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Χατζηχαραλάμπους, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 259/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 463/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγ-γελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Α και 171 παρ. 1 α, δ ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, αποτελεί και η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ένεκα μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του και δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλει ο νόμος. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. δ' του Ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), το τριμελές εφετείο συγκροτείται από πρόεδρο εφετών και δύο εφέτες. Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 371 παρ. 2 του ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "οι αποφάσεις των πολυμελών δικαστηρίων καταρτίζονται από την ψήφο των δικαστών που συγκρότησαν το δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη, στην οποία παρίσταται και ο γραμματέας. Εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση συγκεντρώνει τις ψήφους, αρχίζοντας από τον κατώτερο στο βαθμό και σε περίπτωση που οι δικαστές είναι ισόβαθμοι από το νεότερο στο βαθμό, ενώ ο ίδιος ψηφίζει τελευταίος. Αν υπάρχει διχογνωμία, επικρατεί η γνώμη της πλειοψηφίας, ενώ σε περίπτωση ισοψηφίας, η ευμενέστερη γνώμη για τον κατηγορούμενο.. ". Επίσης, η γνώμη της μειοψηφίας, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 40 του ν. 2172/1993, καταχωρίζεται υποχρεωτικώς, με αναφορά και του ονόματος του δικαστή που μειοψήφησε, στην εγγράφως μετά ταύτα συντασσόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 259/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Μυτιλήνης) και τα πρακτικά αυτής, το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο συγκροτήθηκε από τον Σάββα Κυριακίδη, Προεδρεύοντα Εφέτη (επειδή κωλύονταν οι Πρόεδροι Εφετών), Ελένη Καλογήρου και Γεώργιο Ταμβακάκη, Εφέτες. Από το αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατέληξε, μετά μυστική διάσκεψη, κατά πλειοψηφίαν, στην ενοχή της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης. Στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται ότι μειοψήφησε και δη ψήφισε υπέρ της αθωώσεως της κατηγορουμένης η Εφέτης Ελένη Καλογήρου. Επομένως, η καταδικαστική απόφαση λήφθηκε με τις ψήφους των άλλων δύο Δικαστών, που αναφέρονται στο προοίμιο αυτής και τα ονόματα των οποίων, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 40 του ν. 2172/1993, δεν πρέπει να επαναλαμβάνονται και στο σκεπτικό, στο οποίο μνημονεύεται μόνο το όνομα του μειοψηφήσαντος. Παρά ταύτα, στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρονται, ως εκ περισσού, και τα ονόματα των Δικαστών της πλειοψηφίας. Όμως, από φανερή παραδρομή, αντί να αναφερθεί το όνομα του Εφέτη Γεωργίου Ταμβακάκη, που, κατά τα ανωτέρω, μετείχε στη σύνθεση, αναφέρθηκε το όνομα του Εφέτη Γεωργίου Κουρούση, ο οποίος δεν μετείχε στη σύνθεση και δεν είχε αναμιχθεί καθόλου στην έκδοση της αποφάσεως. Κατά συνέπειαν, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού λήφθηκε με δύο ψήφους (των Σάββα Κυριακίδη και Γεωργίου Ταμβακάκη), δεν πάσχει από ακυρότητα, δεν ασκεί δε επιρροή η από παραδρομή εσφαλμένη αναφορά του ονόματος του ενός από τους Δικαστές που σχημάτισαν την πλειοψηφία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη διόρισε, με δήλωσή της, ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου, ως συνήγορο υπερασπίσεώς της, το δικηγόρο Αθηνών Παντελή Χατζηχαραλάμπους του Ιωάννη. Όμως, στην απόφαση αναφέρεται ότι διόρισε αυτή τη δικηγόρο Θεοδώρα Χατζηχαραλάμπους του Χρήστου, ενώ σ` όλες τις φάσεις της διαδικασίας που έπρεπε να δίνεται ο λόγος στο συνήγορο αυτής αναφέρεται ότι ο λόγος δινόταν "στη συνήγορο". Η αναγραφή εσφαλμένου ονόματος συνηγόρου υπερασπίσεως της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης και η αναφορά "στη συνήγορο" αντί "στο συνήγορο" οφείλεται σε φανερή παραδρομή και καμιά ακυρότητα της διαδικασίας δεν προκάλεσε, εφόσον δεν έδωσε αφορμή σε καμιά παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων της κατηγορουμένης, αφού αυτή δεν στερήθηκε την υπεράσπιση από το συνήγορο της επιλογής της. Κατά συνέπειαν, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, αφενός λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου, γιατί αναφέρεται σ` αυτήν ότι ψήφισε υπέρ της ενοχής της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ο Εφέτης Γεώργιος Κουρούσης, ο οποίος δεν μετείχε της συνθέσεως του Δικαστηρίου, ενώ στη σύνθεση μετείχε ο Εφέτης Γεώργιος Ταμβακάκης, και αφετέρου λόγω παραβιάσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπισή της, γιατί σ` αυτήν αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη διόρισε ως συνήγορό της τη δικηγόρο Θεοδώρα Χατζηχαραλάμπους, ενώ στην πραγματικότητα είχε διορίσει τον δικηγόρο Παντελή Χατζηχαραλάμπους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτον, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Το έγγραφο στη διάταξη αυτή αναφέρεται με την έννοια που προσδιορίζει το άρθρο 13 περ. γ' ΠΚ, κατά το οποίο έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, ως τέτοιο δε γεγονός νοείται εκείνο, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε, κατά πλειοψηφίαν, ένοχη την αναιρεσείουσα πλαστογραφίας (νοθεύσεως) με χρήση κατ` εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά

(7)μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας..., ότι η κατηγορουμένη τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτήν δια του κατηγορητηρίου αξιόποινη πράξη. Την περί τούτου κρίση του στηρίζει στα παρακάτω πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία. Συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι η κατηγορούμενη Χ, η οποία είναι ιατρός μικροβιολόγος και διατηρεί μικροβιολογικό εργαστήριο στη ..., στις 19-2-2002, 21-2-2002, 28-2-2002 με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, νόθευσε τα υπ' αριθμ. ... παραπεμπτικά της ιατρού-ελεγκτή ..., τα οποία εκδόθηκαν για παρακλινική εξέταση των ασφαλισμένων του ΙΚΑ .... θέτοντας σ' αυτά τη λέξη "επείγον" πάνω από την σφραγίδα και υπογραφή της ιατρού ελεγκτή του ΙΚΑ, ..., εμφανίζοντας έτσι αναληθώς σε αυτά ότι η λέξη "επείγον" γράφηκε από την ανωτέρω ιατρό-ελεγκτή. Η παραπάνω δε νόθευση έγινε με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση των ανωτέρω παραπεμπτικών τους υπαλλήλους του Υποκαταστήματος του ΙΚΑ στην ..., αλλά και την κεντρική υπηρεσία, ότι η ιατρός-ελεγκτής είχε χαρακτηρίσει την εξέταση επείγουσα, πράγμα το οποίο δεν είναι αληθές διότι η ως άνω ιατρός-ελεγκτής δεν είχε γράψει επί των παραπεμπτικών τη λέξη "επείγον". Εν συνεχεία η κατηγορούμενη έκανε χρήση των ως άνω πλαστών έγγραφων, αφού τα προσκόμισε στην αρμόδια Υπηρεσία του ΙΚΑ για να λάβει αμοιβή το ποσό των 800 ευρώ περίπου, ποσό το οποίο δεν εδικαιούτο αν δεν ανέγραφε επί των παραπάνω παραπεμπτικών τη λέξη "επείγον". Στην διάπραξη της ως άνω πράξης η κατηγορούμενη ωθήθηκε, γιατί ως ιδιοκτήτρια μικροβιολογικού εργαστηρίου στην ..., συμβεβλημένου με το ΙΚΑ, το οποίο όπως αποδείχτηκε έθετε ως ανώτερο όριο αμοιβής για τις παρακλινικές εξετάσεις των ασφαλισμένων που θα διενεργούσε η κατηγορούμενη στο εργαστήριό της μέχρι το ποσό του ενός εκατομμυρίου δραχμών μηνιαίως, το οποίο, όμως, αυτή μπορούσε να εισπράξει για παρακλινικές εξετάσεις των ασφαλισμένων του ΙΚΑ μόνο εφόσον σε αυτές υπήρχε χαρακτηρισμός ως "επείγουσες". Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία προκύπτουν από την ανάγνωση των εν λόγω πλαστών εγγράφων, αλλά και από την κατάθεση της ως άνω ιατρού-ελεγκτή, συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που κατηγορείται η κατηγορούμενη και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχη κατά πλειοψηφία". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) με χρήση κατ` εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που αναφέρθηκε παραπάνω, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθεται ότι η αναιρεσείουσα νόθευσε τα ως άνω παραπεμπτικά της ιατρού - ελεγκτή ..., θέτοντας πάνω από τη σφραγίδα και την υπογραφή της τελευταίας τη λέξη "επείγον", με σκοπό να παραπλανήσει, με τη χρήση των παραπεμπτικών, άλλους και δη υπαλλήλους του Υποκαταστήματος του ΙΚΑ στη ... και την Κεντρική Υπηρεσία ότι η ιατρός - ελεγκτής είχε χαρακτηρίσει τις εξετάσεις επείγουσες, ότι το γεγονός αυτό είχε έννομες συνέπειες, αφού η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη θα εισέπραττε αμοιβή, την οποία δεν εδικαιούτο αν δεν ανέγραφε στα παραπεμπτικά τη λέξη "επείγον", και ότι έκανε χρήση των νοθευμένων εγγράφων, προσκομίζοντάς τα στην αρμόδια Υπηρεσία του ΙΚΑ. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 216 παρ.1 και 27 του ΠΚ, συνισταμένη στο ότι δεν αναφέρονται τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, καθώς και στοιχεία που να καταφάσκουν το δόλο της τελευταίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση (παραποίηση) του αποδεικτικού υλικού είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2 Μαρτίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 1774/2010) αίτηση της Χ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 259/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Μυτιλήνης). Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Δεκεμβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.