← Ελλάδα

ΑΠ 1917/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1917 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Απάτη πλημμεληματική. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. ΑΡΙΘΜΟΣ 1917/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Ψαρογιώργου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 724/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1173/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 286 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλα-νήθηκε ο απατώμενος ή τρίτος και προέβη σε πράξη, παρά-λειψη ή ανοχή και 3) βλάβη ξένης περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. (Ολ.ΑΠ 1/2005).Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυ-πώσεως του σκεπτικού της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγμα-τικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 724/2010 απόφασή του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστα-τικά: "Επειδή, από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του 1ου κατηγορουμένου και τη συζήτηση γενικά της υποθέσεως, αποδείχτηκαν τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ, ήταν γενικός διευθυντής της εδρεύουσας στη ... εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΛΟΡΝΤΣ ΟΦ ΕΚΟΝΟΜΙΚΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" (LORDS OF ECONOMICS), η οποία είχε ως αντικείμενο τη διαμεσο-λάβηση για πωλήσεις χρηματοοικονομικών προϊόντων, δανείων και πιστωτικών καρτών και την παροχή σχετικών οικονομικών και επενδυτικών συμβουλών. Με την ιδιότητα αυτή, ενεργώντας στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών, προς τον πελάτη της εταιρίας και πολιτικώς ενάγοντα Ψ, κάτοικο ..., επανειλημμένα παρέστησε προς αυτόν εν γνώσει ψευδώς ότι η αγγλική εταιρία με την επωνυμία "Globelex Portfolio", της οποίας διαχειριζόταν το επενδυτικό πρόγραμμα "Conservative Portfolio", ήταν μία από τις σοβαρότερες εταιρίες διαχείρισης κεφαλαίων, που ασχολείτο με επενδύσεις σε μετοχές αξιόλογων εταιριών εισηγμένων στο χρηματιστήριο αξιών Αθηνών αλλά και σε διάφορα χρηματι-στήρια παγκοσμίως ως και σε μετοχές εταιριών υψηλής τεχνολογίας, διαπραγματευόμενων στο δείκτη ΝΑSDAQ και συνεπώς το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα παρείχε μία επένδυση άκρως εξασφαλισμένη που εγγυόταν όχι μόνον πλήρη διασφάλιση του κεφαλαίου αλλά και υψηλή σταθερή απόδοση ποσοστού 20% για ελάχιστο χρονικό διάστημα ενός έτους. Οι διαβεβαιώσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς και η αλήθεια, την οποία καλώς εγνώριζε, ήταν ότι η ανωτέρω αγγλική εταιρία είχε ήδη κλείσει και είχε στο παρελθόν εξα-πατήσει πολλούς επενδυτές, οι δε ιθύνοντές της είχαν εξαφανισθεί. Παρ' ότι γνώριζε την αλήθεια, ο κατηγορούμενος την απέκρυψε από τον πολιτικώς ενάγοντα για να τον πείσει να κάνει την "επένδυση" αυτή. Με την ανωτέρω δε απατηλή συμπεριφορά του παραπλάνησε τον πολιτικώς ενάγοντα και τον έπεισε στη ... να συμμετάσχει στο ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα με χρηματικό ποσό 5.000 ευρώ και τη 30-1-2003 να καταθέσει το ποσό αυτό στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, που διατηρούσε η ανωτέρω αγγλική εταιρία στην Τράπεζα Πειραιώς, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του εγκαλούντος, παράνομα ωφελήθηκαν τόσο άγνωστοι ιθύνοντες της ανωτέρω αγγλικής εταιρίας, όσο και ο ίδιος κατά το ποσοστό που έλαβε ως αμοιβή. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος, όπως στο διατακτικό." Στη συνέχεια το Δικαστήριο, στο διατακτικό, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ότι: "Στην ..., στις 30 Ιανουαρίου του έτους 2003, και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και άλλοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και συγκεκριμένα, ενώ ήταν γενικός διευθυντής της εδρεύουσας στη ... εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΛΟΡΝΤΣ ΟΦ ΕΚΟΝΟΜΙΚΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" (LORDS OF ECONOMICS) η οποία είχε ως αντικείμενο τη διαμεσολάβηση για πωλήσεις χρηματοοικονομικών προϊόντων, δανείων και πιστωτικών καρτών και την παροχή σχετικών οικονομικών και επενδυτικών συμβουλών, ενεργώντας στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών, προς τον πελάτη της εταιρίας και εγκαλούντα Ψ, κάτοικο ..., επανειλημμένα παρέστησε προς αυτόν εν γνώσει ψευδώς ότι η αγγλική εταιρία με την επωνυμία "Globelex limited" που διαχειριζόταν πρόγραμμα "Conservative Portfolio" ήταν μία από τις σοβαρότερες εταιρίες διαχείρισης κεφαλαίων, που ασχολείτο με επενδύσεις σε μετοχές αξιόλογων εταιριών εισηγμένων στο χρηματιστήριο αξιών Αθηνών αλλά και σε διάφορα χρηματιστήρια παγκοσμίως ως και σε μετοχές εταιριών υψηλής τεχνολογίας, διαπραγματευόμενων στο δείκτη NASDAQ και συνεπώς το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα παρείχε μία επένδυση άκρως εξασφαλισμένη που εγγυόταν όχι μόνον πλήρη διασφάλιση του κεφαλαίου αλλά και υψηλή σταθερή απόδοση ποσοστού 20% για ελάχιστο χρονικό διάστημα ενός έτους, ενώ η αλήθεια την οποία καλώς εγνώριζε είναι ότι η ανωτέρω αγγλική εταιρία είχε ήδη κλείσει και είχε εξαπατήσει πολλούς επενδυτές και οι ιθύνοντες της είχαν εξαφανισθεί, με την ανωτέρω δε απατηλή συμπεριφορά του παραπλάνησε τον ανωτέρω εγκαλούντα και τον έπεισε να συμμετάσχει στο ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα με χρηματικό ποσό 5.000 ευρώ και την 30-1-2003 να καταθέσει το ποσό αυτό στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, που διατηρούσε η ανωτέρω αγγλική εταιρία στην Τράπεζα Πειραιώς, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του εγκαλούντος, παράνομα ωφελήθηκαν τόσο άγνωστοι ιθύνοντες της ανωτέρω αγγλικής εταιρίας, όσο και ο ίδιος που έλαβε ποσοστό του." Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της απάτης, για την οποία τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1 και 386 παρ. 1 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Αναφέρεται, συγκεκριμένα, ότι ο κατηγορούμενος ως Γενικός Διευθυντής ΕΠΕ, η οποία είχε ως αντικείμενο τη διαμεσολάβηση για πωλήσεις χρηματοοικονομικών προϊόντων και παροχή σχετικών οικονομικών και επενδυτικών συμβουλών, ενεργώντας στο πλαίσιο αυτό, επανειλημμένα παρέστησε, εν γνώσει του ψευδώς, προς τον πελάτη της εταιρείας πολιτικώς ενάγοντα, ότι η Αγγλική εταιρία της οποίας διαχειριζόταν αυτός το επενδυτικό πρόγραμμα στην Ελλάδα Conservative Portfolio, ήταν μία από τις σοβαρότερες εταιρίες διαχείρισης κεφαλαίων κλπ, και συνεπώς το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα παρείχε μία επένδυση άκρως εξασφαλισμένη που εγγυόταν όχι μόνο πλήρη εξασφάλιση του κεφαλαίου αλλά και υψηλή σταθερή απόδοση 20% για ένα έτος, όμως οι διαβεβαιώσεις αυτές όλες ήταν ψευδείς και η αλήθεια, την οποία γνώριζε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ήταν ότι η Αγγλική αυτή εταιρία είχε ήδη κλείσει και είχε και στο παρελθόν εξαπατήσει πολλούς επενδυτές, οι δε ιθύνοντές της είχαν εξαφανισθεί, την αλήθεια δε αυτή απέκρυψε από τον πολιτικώς ενάγοντα για να τον πείσει να προβεί σε επένδυση και πράγματι τον παραπλάνησε και τον έπεισε να συμμετάσχει στο επενδυτικό αυτό πρόγραμμα με ποσό 5.000 ευρώ, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος, ενώ παράνομα ωφελήθηκαν οι άγνωστοι ιθύνοντες της Αγγλικής εταιρίας στο λογαριασμό της οποίας κατατέθηκαν τα ανωτέρω χρήματα, αλλά και ο κατηγορούμενος, κατά το ποσοστό της αμοιβής που έλαβε, αυτός δε ήταν και ο σκοπός του κατηγορουμένου, όπως συμπληρώνεται με το άνω διατακτικό, αλλά σαφώς συνάγεται και από το παραπάνω αιτιολογικό. Η παραπάνω αιτιολογία, καίτοι είναι σχεδόν ταυτόσημη με το διατακτικό, περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμε-νική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος αναλυτικά όπως παραπάνω και με πληρότητα, ώστε καθίσταται περιττή η διαφο-ροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού, όπως αβάσιμα αιτιάται ειδικότερα ο αναιρεσείων. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Ιουνίου 2010 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 724/2010 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 25 Νοεμβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.