Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1919 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Αριθμός 1919/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 1346/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους:
- Ψ1, κάτοικο ... και
- Ψ2, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 537/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 §2 του ΠΚ με τη σ' αυτό ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτι εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για ψευδορκία μάρτυρα, αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την γνώση, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, τα ψευδή πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1346/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα για ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε
(15)μηνών μετατραπείσα σε χρηματική ποινή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριζε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη και η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ψ2 και Σία ΟΕ", με αντικείμενο το γενικό εμπόριο παντός είδους αυτοκινήτων και μοτοποδηλάτων, ανταλλακτικών, εξαρτημάτων και συναφών ειδών, της οποίας διαχειριστής ήταν ο πρώτος εγκαλών Ψ1, εργαζόταν δε σ' αυτήν και ο δεύτερος εγκαλών Ψ2, ο οποίος είχε δημιουργήσει την εταιρία και κατ' εξουσιοδότηση του πρώτου εγκαλούντος ενεργούσε και πράξεις διαχείρισης, είχαν μακροχρόνια εμπορική συνεργασία, κατά την οποία η πρώτη αγόραζε από τη δεύτερη ανταλλακτικά αυτοκινήτων για τις ανάγκες της εμπορίας της και η δεύτερη από το κατάστημα της πρώτης λιπαντικά. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας η κατηγορουμένη και ο Ψ1 από το έτος 1999 συμφώνησαν να ανταλλάσσουν επιταγές προς διευκόλυνση τους και παράλληλα να τις καλύπτουν. Πολλές φορές την κατηγορουμένη διευκόλυνε και ο πατέρας της, Ρ, ο οποίος ήταν ασφαλιστής της εταιρείας "ΗΛΙΟΣ", η οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση της από την ΑΕΓΑ "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ", με μπλοκ επιταγών που κατείχε, ενώ της είχε δώσει και τη συναίνεση του να υπογράφει αντ' αυτού σε επιταγές για τη διευκόλυνση των εμπορικών της συναλλαγών. Μεταξύ των επιταγών αυτών περιλαμβάνονταν δέκα έξι
(16)μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ποσού 40.092.102 δραχμών, οι οποίες δόθηκαν από την κατηγορουμένη για την κάλυψη ισόποσου χρέους της προς την ως άνω ομόρρυθμη εταιρείας και μεταβιβάσθηκαν από την τελευταία στον Δ, προς κάλυψη χορηγηθέντος απ' αυτόν δανείου. Ο τελευταίος τις εμφάνισε προς πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκαν γιατί ήταν προϊόντα κλοπής. Κατά των εδώ εγκαλούντων και της συζύγου του πρώτου απ' αυτούς Σ, ο Δ υπέβαλε την από 30.5.2000 μήνυση και ασκήθηκε κατ' αυτών ποινική δίωξη για απάτη κατά συναυτουργία σε βαθμό κακουργήματος, πράξη για την οποία αθωώθηκαν με την υπ' αριθμ. 2166/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη. Κατά του εγκαλούντος Ψ1, ο πατέρας της κατηγορουμένης, Ρ, υπέβαλε την από 19.1.2001 μήνυσή του, με την οποία τον καταμήνυσε για πλαστογραφία μετά χρήσεως δύο εκ των ανωτέρω επιταγών, ήτοι των υπ' αριθμ. ..., οι οποίες εσύροντο από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως της εταιρίας ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ στην ΑΛΦΑ Τράπεζα Πίστεως, ποσού 2.258.000 και 2.250.000, αντίστοιχα. Οι επιταγές αυτές φέρονταν ότι εκδόθηκαν στην ..., στις 10.8.2000 και 30.8.2000, αντίστοιχα από την ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ, σε διαταγή Ρ, ο οποίος τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην κατηγορουμένη, αυτή περαιτέρω στην ως άνω εταιρία των εδώ εγκαλούντων και η τελευταία στον Δ, ο οποίος τις εμφάνισε προς πληρωμή αλλά δεν πληρώθηκαν, λόγω ανάκλησης συνεπεία κλοπής του σχετικού μπλοκ επιταγών που είχε κλαπεί από τα γραφεία της φερόμενης ως εκδότριας εταιρείας το έτος
- Για την υποστήριξη της μήνυσης του πατέρα της, η κατηγορουμένη εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκη Καπανδριτίου, συνταχθείσας της από 18.4.2002 έκθεσης ένορκης εξέτασης μάρτυρα. Κατά την εξέταση της κατέθεσε μεταξύ άλλων τα εξής: "Με τις συγκεκριμένες επιταγές δεν έχω καμία σχέση εγώ.... Ο πατέρας μου δεν έχει μπλοκ επιταγών ούτε ασχολείται με το εμπόριο, είναι συνταξιούχος ούτε γνωρίζει τον Ψ
- Οι επίδικες επιταγές είναι κλεμμένες από την εταιρία "Ψ2 ΟΕ" και πλαστογραφημένες. Τα γράμματα των επιταγών διαφέρουν και οι υπογραφές δεν είναι ούτε δικές μου ούτε του πατέρα μου. Βρίσκομαι σε δικαστικό αγώνα εδώ και τρία χρόνια με την παραπάνω εταιρία για παρόμοιες επιταγές. Γνωρίζει ότι έχει μπλέξει "εννοεί τον Ψ1" με αυτό τον τρόπο και άλλους εμπόρους ιδιώτες που είχαν κάποια σχέση με αυτόν......". Με βάση την ως άνω μήνυση του Ρκαι την κατάθεση της κατηγορουμένης ασκήθηκε κατά του πρώτου εγκαλούντος ποινική δίωξη για πλαστογραφία μετά χρήσεως για τις ως άνω επιλογές και παραπέμφθηκε να δικασθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με το υπ' αριθμ. 5401/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής στο Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, στις 16.11.2005, η κατηγορουμένη εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας προς υποστήριξη της κατηγορίας. Κατά την εξέταση της κατέθεσε μεταξύ των άλλων και τα εξής: " Οι επιταγές είναι πλαστές. Δεν είναι η υπογραφή του πατέρα μου. Η σφραγίδα δεν είναι δική μου ... Δεν είπα ότι το έκανε ο κατηγορούμενος, μπορεί και η οικογένειά του ... .Δεν είχα δώσει αλλού επιταγές. Στο ... δεν είχα δώσει εγώ επιταγή, αλλά ο Ψ2.". Για την πράξη αυτή ο Ψ1 απαλλάχθηκε με την υπ' αριθμ. 70673/2005 αμετάκλητη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου. Για τη γνησιότητα των ως άνω επιταγών είχε διαταχθεί με προηγούμενη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (υπ' αριθμ. ...) γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, η οποία διενεργήθηκε από τη .... (δικαστική γραφολόγο), που γνωμοδότησε ότι οι υπογραφές στη θέση του εκδότη, του πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου έχουν τεθεί από την κατηγορουμένη, με σκόπιμα αλλοιούμενη γραφική δομή για να αμφισβητηθούν εκ των υστέρων ως μη γνήσιες και ότι οι τεθείσες σφραγίδες είναι γνήσιες σφραγίδες της κατηγορουμένης. Ήδη ο πατέρας της κατηγορουμένης με την υπ' αριθμ. 5244/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των καταδικάσθηκε για την ως άνω μήνυσή του για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Κατά του εδώ εγκαλούντος και άλλων, ο Ρυπέβαλε και την από 13.2.2001, με την οποία τον καταμήνυσε για πλαστογραφία μετά χρήσεως και άλλων τριών
(3)επιταγών, ήτοι των υπ' αριθμ. ..., οι οποίες εσύροντο από τον ... λογαριασμό όψεως της ίδιας ως άνω εταιρίας "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ" στην American Express Bank, ποσού 2.500.000 δραχμών εκάστης, οι οποίες φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί στη ..., στις 30.7.2000, 25.8.2000 και 5.9.2000, αντίστοιχα, από την ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ, σε διαταγή του Ρ, ο οποίος της μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην κατηγορουμένη, αυτή δε τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρία "Ψ2 ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και η τελευταία στον Δ, ο οποίος τις εμφάνισε προς πληρωμή, αλλά δεν πληρώθηκαν για την ίδια ως άνω αιτία, επειδή δηλαδή είχαν κλαπεί κατά τον χρόνο 7ϋου προαναφέρθηκε από τα γραφεία της φερόμενης ως εκδότριας εταιρίας. Με βάση τη μήνυση αυτή ασκήθηκε σε βάρος του Ψ2 ποινική δίωξη για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και απάτη. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, στις 28.
- 2005, η κατηγορουμένη εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας προς υποστήριξη της κατηγορίας και μεταξύ των άλλων κατέθεσε "....δεν είναι σ' αυτές τις επιταγές η υπογραφή μου......Οι σφραγίδες δεν είναι δικές μου. Μου έχουν πάρει τη σφραγίδα. Τη μία σφραγίδα την έδωσα στον Ψ2, λόγω εμπιστοσύνης όταν ανταλλάσσαμε επιταγές ... Από τον κατηγορούμενο πήγαν σε κυκλοφορία οι επιταγές. Εφόσον εγώ δεν έχω πλαστογραφήσει τις επιταγές τότε θα έκαναν την πλαστογραφία από την οικογένεια του Ψ2". Με την υπ' αριθμ. 55830/2005 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου ο πρώτος εγκαλών αθωώθηκε αμετάκλητα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση για τις ως άνω επιταγές, ενώ ως προς την πράξη της απάτης το Δικαστήριο ανέβαλε τη συζήτηση προκειμένου να κληθεί ο παθών Δ. Με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 2166/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών, ο εγκαλών αθωώθηκε και για την πράξη της απάτης, καθόσον είχε παραπεμφθεί στο Δικαστήριο αυτό να δικασθεί για απάτη και για τις ανωτέρω επιταγές. Στις 26.6.2003 και 30.9.2003, η κατηγορουμένη εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Ανακριτή του 3ου Τμήματος του Πρωτοδικείου Πατρών, μετά από άσκηση ποινικής δίωξης κατά του Ψ1 για κλοπή και πλαστογραφία με χρήση, ύστερα από υποβολή μήνυσης από τον Δ. Οι πράξεις αυτές αφορούσαν τις υπ' αριθμ. ... επιταγές της Τράπεζας Εργασίας, συρόμενες από τον υπ' αριθμ ... λογαριασμό της εταιρείας "DYNACOM ΑΕ" που είχαν κλαπεί στις 23.12.1998 στην ... και φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από την ανωτέρω δικαιούχο του λογαριασμό, με οπισθογράφους τον ... και την κατηγορουμένη, η οποία τις μεταβίβασε στην ως άνω εταιρία των εγκαλούντων και η τελευταία στον Δ. Κατά την εξέταση της στις 26^6.2003 κατέθεσε ότι "τις τρείς επιταγές με αριθμούς ..., ... ουδέποτε τις έχω οπισθογραφήσει και η υπογραφή δεν είναι δική μου ούτε η σφραγίδα της επιχείρησης είναι δική μου .... Με την εταιρεία "Ψ2 ΟΕ" είχα εμπορική συνεργασία από το 1998, τα τελευταία όμως χρόνια έχω κάνει μηνύσεις διότι έχει πλαστογραφήσει κλεμμένες επιταγές και έχει φτιάξει σφραγίδα με την επωνυμία της επιχείρησής μου ..... Η γνώμη μου είναι ότι ο Δ δεν έκλεψε τις τρεις παραπάνω επιταγές, αλλά τις πήρε από τον Ψ2, ο οποίος έχει πλαστογραφήσει πολλές κλεμμένες επιταγές...", ενώ στις 30.9.2003 κατέθεσε ότι "Αναφέρομαι στην από 30.9.2003 ένορκη ενώπιον σας εξέτασή μου, την οποία επιβεβαιώνω και πάλι ως αληθινή και θέλω να προσθέσω συμπληρωματικώς ότι με την εταιρεία Ψ2 ΟΕ και συγκεκριμένα με τον Ψ1 και Ψ2, ύστερα από παράκληση τους, εκτός από την εμπορική μας συνεργασία, ανταλλάξαμε μερικά φύλλα επιταγών προς εξυπηρέτηση μας,...το χειρότερο όμως ήταν ότι άρχισαν να μου τηλεφωνούν από Τράπεζες ότι πρέπει να πληρώσω κάποιες επιταγές στις οποίες φαινόμουνα οπισθογράφος και μετά από εμένα ο Ψ2, τις οποίες εγώ δεν γνώριζα ούτε τις είχα οπισθογραφήσει, μερικές εκ των οποίων ήταν κλεμμένες και όλες πλαστογραφημένες ως προς την υπογραφή μου και την σφραγίδα μου από τον Ψ
- Το γεγονός ότι ο Ψ2 έχει πλαστογραφήσει την υπογραφή μου, αλλά και σε κάποιες άλλες επιταγές την υπογραφή του πατέρα μου, αποδεικνύεται από το εξής περιστατικό. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας που είχα με τον Ψ2 χρειάσθηκε να του δώσω, επειδή μου είχαν τελειώσει τα φύλλα, από το μπλοκ των επιταγών του πατέρα μου, το οποίο είχε εκδώσει ως ιδιώτης στην Αγροτική Τράπεζα, καθόσον ο πατέρας μου ήταν συνταξιούχος. Όταν λοιπόν είδε ο Ψ2 αυτήν την επιταγή, επειδή ήξερε ότι ο αδελφός μου ασχολείται με τις ασφάλειες, έθεσε σε επιταγές της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ που είχαν κλαπεί από το 1994, αν θυμάμαι καλά και αφού τις οπισθογράφησε ο ίδιος της παρέδωσε στον Δ ... .Από την ανωτέρω παράνομη συμπεριφορά του Ψ2 καταστράφηκα οικονομικώς και κόντεψα να χάσω το σπίτι μου. Παρόμοια δεινά υπέστησαν από τον Ψ2 και οι Π στη ..., ... με λατομεία στη ..., Π2 στα ... και Π3 στα ... και άλλοι των οποίων τα ονόματα δεν γνωρίζω.......". Με την υπ' αριθμ. 1776/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών που έχει καταστεί αμετάκλητη ο Ψ1 αθωώθηκε της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και των ως άνω επιταγών, ενώ για την πράξη της απάτης είχε ήδη αθωωθεί με την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 298/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών). Όλα τα ανωτέρω που εξακολουθητικά κατέθεσε η κατηγορουμένη ήταν ψευδή. Η αλήθεια ήταν ότι οι εγκαλούντες δεν είχαν κλέψει ούτε πλαστογραφήσει τις ανωτέρω επιταγές, όπως άλλωστε κρίθηκε αμετάκλητα με τις προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις, ούτε άλλες επιταγές ούτε κάποιο άλλο μέλος της οικογενείας τους είχε πλαστογραφήσει επιταγές, οι υπογραφές στην θέση του εκδότη, του πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου δεν είχαν τεθεί από τους εγκαλούντες, η ίδια η κατηγορουμένη είχε οπισθογραφήσει τις επιταγές προς την ΟΕ εταιρεία και οι υπογραφές οι δικές της και του πατέρα της ήταν γνήσιες, καθώς και επαγγελματική της σφραγίδα, την οποία δεν είχε παραδώσει στον Ψ1, όπως κατέθεσε στις 16.11.2005 ούτε αυτός είχε κατασκευάσει σφραγίδα με τα στοιχεία της, όπως στη συνέχεια, στις 26.6.2003, κατέθεσε ενώπιον του Ανακριτή Πατρών. Ο Ψ1 δεν διέπραξε σε βάρος της και σε βάρος άλλων πελατών αξιόποινες πράξεις, η κατηγορουμένη είχε παραδώσει από κλεμμένο μπλοκ της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ επιταγές και στον ... και συγκεκριμένα είχε παραδώσει τις υπ' αριθμ. ... επιταγές, που φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από την ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ και σύρονταν από τους δύο προαναφερθέντες λογαριασμούς της δικαιούχου εταιρίας στις Τράπεζες AMERICAN EXPRESS ΒΑΝΚ και ΑLPHA Τράπεζα Πίστεως ΑΕ, αντίστοιχα (βλ. από 13/4/2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτής και ...). Μάλιστα, για την πρώτη εκ των ανωτέρω επιταγών εκδόθηκε με αίτηση του ...η η ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας η κατηγορουμένη άσκησε την από 31.3.2000 ανακοπή της, υποστηρίζοντας ότι η επιταγή είχε εκδοθεί από τον προϊστάμενο του καταστήματος Θεσ/κης της εταιρίας ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ, φανατικό παίκτη του καζίνο, ο οποίος την οπισθογράφησε στον ..., επίσης παίκτη καζίνο, προς κάλυψη δανείου προς αυτόν για χρέη από το καζίνο, ο οποίος και την παρέδωσε, εν συνεχεία, στην κατηγορουμένη, με την εντολή να την παραδώσει στον ... και να εισπράξει απ' αυτόν το ποσό των 2.000.000 δραχμών. Την ανακοπή αυτή η κατηγορουμένη δεν την υποστήριξε στο Δικαστήριο, λόγο για τον οποίο και απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1908/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η κατηγορουμένη γνώριζε ότι τα όσα κατέθετε σε βάρος των εγκαλούντων ήταν ψευδή, αφού γνώριζε ότι οι υπογραφές του πατέρα της και οι δικές της ήταν γνήσιες, τις είχε θέσει η ίδια με τη συναίνεση και του πατέρα της, καθώς και τη σφραγίδα της επιχείρησής της και ότι δεν είχε ανάμειξη στην κλοπή, αλλά και στην πλαστογραφία των επιταγών οι εγκαλούντες και γενικά η οικογένεια Ψ2-Ψ1 και παρόλα αυτά, αποβλέποντας στη μη εμπλοκή αυτής και του πατέρα της στην παράνομη κυκλοφορία των επιταγών, κατέθεσε τα ανωτέρω, εν γνώσει της, ψευδή γεγονότα ως αληθή. Συνεπώς ...". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, για το οποίο καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 §1, 98, 224 §2 ΠΚ. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη, διότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι τυπική ούτε παραπέμπει ολικώς στο διατακτικό, πέραν του ότι μόνη η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον τούτο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αν στο σκεπτικό αναφέρονται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, οι αποδείξεις, από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα απ' αυτό δεκτά περιστατικά. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., μοναδικός λόγος αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-3-2010 αίτηση της Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1346/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ