← Ελλάδα

ΑΠ 1920/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1920 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων. Αριθμός 1920/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Φράγκος-Εισηγητής, Ιωάννης Παπαδόπουλος, Ιωάννης Γιαννακόπουλος και Ανδρέας Ξένος, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Μάνο και 2)Γ. Φ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ-Μηνά Σταύρου, για αναίρεση της υπ'αριθ.2772/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από α)29 Απριλίου 2010 αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος και β)στην από 23 Απριλίου 2010, αίτηση αναίρεσης όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 30 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους της δεύτερης αναιρεσείουσας, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 720/

  1. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης μετά των προσθέτων λόγων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου, η από 29-4-2010 δήλωση και η με αριθ. εκθ. 135/23-4-2010 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκαν από τους κατηγορούμενους Α. Τ. και Γ. Φ. αντίστοιχα, στρεφόμενες κατά της 2772/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς τους, αφού στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ.1 του ΚΠοινΔ, " ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου
  2. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση". Κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.2 του ιδίου Κώδικα, επί μηνύσεως, "το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής κλπ". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 96 παρ.2 β του ιδίου Κώδικα "Ο διορισμός (συνηγόρου του κατηγορουμένου) παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέσων, εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προς το σκοπό διευκολύνσεως του τρόπου ασκήσεως ενδίκων μέσων, για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου δι' αντιπροσώπου, ο αντιπρόσωπος δεν είναι αναγκαίο να είναι δικηγόρος, αλλά μπορεί να είναι και ασκούμενος δικηγόρος ή άλλο πρόσωπο μη δικηγόρος, η δε παραπομπή του άρθρου 465 στο άρθρο 96 παρ.1 και όχι στο 42 παρ.2 του ΚΠοινΔ, αφορά τον τρόπο διορισμού του πληρεξουσίου και όχι την κατ' αποκλειστικότητα άσκηση του ενδίκου μέσου από δικηγόρο ως αντιπρόσωπο του διαδίκου, γίνεται δηλαδή και αναφέρεται απλώς στον τύπο της εντολής και έγινε για να αποφευχθεί η επανάληψη της περιγραφής του τρόπου του διορισμού δικηγόρου, που είναι η συνήθης περίπτωση διορισμού αντιπροσώπου. Επομένως και οι από 30-9-2010 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Γ. Φ., είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι λόγω συναφείας με την ως άνω αίτηση της ιδίας να ερευνηθούν περαιτέρω, καθόσον, όπως προκύπτει από την από 4-10-2010 έκθεση καταθέσεως αυτών ενώπιον της γραμματέας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, κατατέθηκαν από την ειδικά εξουσιοδοτημένη από την αναιρεσείουσα προς τούτο Ε. Κ., η οποία είναι ασκούμενη δικηγόρος, ενεργούσα παραδεκτά ως αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ, "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοιο έγγραφο βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικώς : α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου πρέπει να προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία γενικώς και αφηρημένως μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητάς του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού, να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α του ΚΠοινΔ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή σε άλλον της αποφάσεως για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, και ο άλλος (αυτουργός) να διαπράξει την άδικη πράξη που αποφάσισε κατά τον τρόπο αυτό υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2772/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, ψευδούς βεβαιώσεως ο πρώτος και ηθικής αυτουργίας στην ψευδή βεβαίωση η δεύτερη και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών στον καθένα με τριετή αναστολή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής : "ο πρώτος κατηγορούμενος είναι τοπογράφος-μηχανικός και είναι υπάλληλος της ΚΕΔ από το έτος 1980, από δε το έτος 1985 είναι προϊστάμενος της υπηρεσίας τοπογραφήσεων της ΚΕΔ. Ο ανωτέρω κατόπιν του από 4-7-2003 υπηρεσιακού σημειώματος-εντολής του Διευθυντή της υπηρεσίας Κ. Δ. Προσήλθε στην αρμόδια διεύθυνση πολεοδομίας και περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Δυτικής Αττικής, όπου θα εκδικάζετο ένσταση της Γ. Φ. (δευτέρας κατηγορουμένης) κατά της 2/13-3-2003 (..254/1991) έκθεση αυτοψίας της ανωτέρω πολεοδομίας. Με την ως άνω έκθεση αυτοψίας είχαν κριθεί ως αυθαίρετες τρείς προσθήκες στο υπάρχον και λειτουργούν κατάστημα, που η ως άνω κατηγορουμένη είχε μισθώσει από τον Δ.Λ. δυνάμει του από 16-11-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού. Ειδικότερα είχαν κριθεί κατόπιν αυτοψίας των υπαλλήλων Π.Β. και Θ.Μ., αυθαίρετες οι κατ'επέκτασιν κατασκευές του WC της αποθήκης και της κουζίνας, ήτοι αντίστοιχα διαστάσεων του WC 1,50 Χ 2,20 μ. , της αποθήκης 2,50 Χ 3,00 μ. και της κουζίνας 3,70 Χ 1,80 μ. δηλ.συνολικά 17,46 τ.μ. Στην ένσταση της ισχυρίζετο η δεύτερη κατηγορουμένη ότι το κατάστημα το παρέλαβε στην κατάσταση που ήδη υπάρχει σήμερα και "υπάρχει στην ίδια κατάσταση προ του έτους 1955". Ο πρώτος κατηγορούμενος βεβαίωσε στο από 16-7-1998 έγγραφο που είχε συντάξει ο Γ. Π., εργοδηγός τοπογράφος, μεταξύ άλλων ότι από τα στοιχεία που διαθέτει η υπηρεσία το εν λόγω κτίσμα, εμβαδού 80 τ.μ., προϋφίσταται του έτους 1966 με την μορφή και την έκταση που εμφανίζεται στο παρόν τοπογραφικό διάγραμμα. Τούτο συνέταξε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2003 και το υπέγραψε, πλήν όμως το περιεχόμενο του υπομνήματος αυτού δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφού το κτίσμα που προϋφίστατο εκ 1955 δεν ήτο 80 τ.μ. αλλά πολύ μικρότερο ήτοι 50 τ.μ. περίπου και 50 επιπλέον είχε κατασκευασθεί μεταγενεστέρως, όπως προκύπτει τούτο τόσο από το έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1956 όπου αναφέρεται το κτίσμα ως έχων 40 τ.μ. (8 Χ 5), όσο και στην βεβαίωση από 20-1-2003 της Πυροσβεστικής υπηρεσίας ..., όπου το ισόγειο φέρεται να έχει εμβαδόν 47 τ.μ. βοηθητικούς χώρους και κεντρική εγκατάσταση εμβαδού 11 τ.μ. ,αλλά και από τα έγγραφα του Δήμου ... όπου αναφέρεται ως έχων εμβαδόν 50 τ.μ. (βλ.2168/17-7-2003 απάντηση του Δήμου). Τούτο δε έπραξε εν γνώσει του αφού ως υπάλληλος γνώριζε καλά ότι δια του εγγράφου αυτού παρά ... έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα στη μη κατεδάφιση του κτίσματος από την αρμόδια πολεοδομία, ως προϊστάμενο το έτος
  3. Πραγματοποίησε μάλιστα όπως ομολογεί και αυτοψία στο χώρο του επιδίκου, χωρίς να υπάρχει σχετική υπηρεσιακή εντολή του προϊσταμένου της ΚΕΔ προς αυτόν και χωρίς να συντάξει σχετική έκθεση με τα πορίσματα της αυτοψίας. Όμως σε κάθε περίπτωση εάν όντος δεν υπήρχαν στοιχεία στην υπηρεσία του (ΚΕΔ) έπρεπε να αναφέρει ότι αδυνατεί να γνωματεύσει για το ένα προϋφίστατο το κτίσμα το έτος 1955 ή όχι και να μη βεβαιώσει, με τη μορφή μάλιστα "διαπίστωσης" ότι το εν λόγω κτίσμα προϋφίστατο του
  4. Κατά το χρόνο συντάξεως (30-6-2003) στην εν λόγω υπηρεσία υπήρχαν τα κάτωθι στοιχεία: 1)Απόσπασμα ..χ. Ι:5ΟΥ κτηματογράφησης Δημοσίου ακινήτου (χαρτογραφικό υπόβαθρο του εδαφ., 2)συμβόλαιο .../1926 του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.Τσέλου, 3)η υπ'αριθμ.21/1968 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., 4)το .../17-11-1994 πρωτόκολλο διοικητικής ... κατά του εκμισθωτή της δευτέρας κατηγορουμένης Δ.Λ. καθώς επίσης και η από 13-3-2003 έκθεση αυτοψίας της πολεοδομίας Δυτ.Αττικής, επί της οποίας θα εγένετο η συζήτηση της ένστασης καθώς και οι αιτήσεις και αναφορές των Δ.Μ. και Κ. Γ. (υπ'αρ.3159/13-10-2002, 2626/2-4-2003 και 2727/3-4-2003). Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι το κτίσμα είχε έκταση περίπου 50 τ.μ. πριν το έτος 1955 και όχι 80 τ.μ. , διαπίστωση την οποία αποδέχεται ήδη τόσο η υπηρεσία ΚΕΔ όσο και ο ίδιος ο ανωτέρω υπάλληλος (βλ.το 5250/2003 από 26-4-2004 πόρισμα έκθεσης ΕΔΕ του Δ. Α.). Ο πρώτος κατηγορούμενος απέβλεπε με το παραπάνω έγγραφο και τη βεβαίωση που περιέλαβε να ωφελήσει τη δευτέρα κατηγορουμένη, η οποία εκμεταλεύετο το κτίσμα ως ψαροταβέρνα "Κ.Β." στην περιοχή ... . Τούτο έπραξε με συμβουλές και παραινέσεις με πειθώ και φορτικότητα που τα προκάλεση αυτή η οποία ήτο η μόνη οφελούμενη, αφού αυτή είχε ασκήσει την εκδικαζόμενη ένσταση και έτσι δεν θα επήρχετο η κατεδάφιση και η συνέχιση της λειτουργίας του καταστήματος. Τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι διενήργησε αυτοψία και δεν αρκέσθηκε στα έγγραφα στοιχεία της υπηρεσίας, χωρίς να αναφέρει ως μετέβη στο χώρο, ποίος του υπέδειξε το κτίσμα και γιατί δεν συνέταξε έκθεση περί αυτής, αλλά με την κατά τον ανωτέρω τρόπο περιγραφής "ως διαπίστωσης" βεβαίωσε ότι προϋφίστατο του
  5. Άλλωστε αυτός ως έμπειρος μηχανικός ήτο εύκολο να διαπιστώσει ότι υπήρχε δομική διαφορά στην κατασκευή του κτιρίου, πράγμα που διαπίστωσαν άλλωστε οι υπάλληλοι της πολεοδομίας στις 13-3-2003 και είχε υπόψην του κατά το χρόνο συντάξεως (30-6-2003). Τέλος το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αδιάφορο το γεγονός ότι η δευτέρα κηρύχθηκε αθώα λόγω αμφιβολιών για παράβαση του άρθρ.17 παρ.48 Ν.1337/1983 όπως προκύπτει από την 69495/2007 απόφαση του Τριμ.Πλημ.Αθηνών, που σε απόσπασμα του διατακτικού προσκομίζεται, διότι δεν κρίνεται το ζήτημα του αυθαιρέτου αλλά το ζήτημα του εμβαδού αυτού που προϋφίστατο του 1955 και της ανακρίβειας της βεβαιώσεως στο έγγραφο. Ενόψει τούτων πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι η κατηγορούμενοι, και να αναγνωρισθούν τα αιτούμενα ελαφρυντικά στον μεν πρώτο του άρθρου ..παρ.2α ΠΚ και στη δεύτερη του 84 παρ.2ε ΠΚ ως καλύπτοντες τα κατά νόμο στοιχεία των παραπάνω παραγράφων. Με τις σκέψεις αυτές, κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους του ότι "στην Αθήνα στις 30/6/2003,τέλεσαν τα παρακάτω εγκλήματα : Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Τ., με την ιδιότητα του υπαλλήλου που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων .βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του Τοπογράφου Μηχανικού ,υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου και δη προϊσταμένου της υπηρεσίας τοπογραφήσεων αυτής, αρμοδίως συνέταξε και κατέθεσε την 07.07.03 στην Επιτροπή κρίσεως αυθαιρέτων της Πολεοδομίας ..., σε σχετική συνεδρίαση της που θα έκρινε την από 07.04.03 ένσταση της Γ. Φ. του Α. κατά της υπ' αριθμ.2/13/03/03 (Φ.254/97) έκθεσης αυτοψίας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής, το από 30.06.2003 "ΥΠΟΜΝΗΜΑ", το οποίο και υπέγραψε με την ως άνω ιδιότητα του .θέτοντας και την υπηρεσιακή του σφραγίδα επί του από 16.07.98 τοπογραφικού διαγράμματος, σε απόσπασμα της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου (ΚΕΔ) που είχε συνταχθεί από τον εργοδηγό τοπογράφο Γ. Π. με το οποίο βεβαίωνε ότι το εμφαινόμενο στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα κτίσμα, ιδιοκτησίας Δ. Λ., ο οποίο εκμεταλλευόταν ως ψαροταβέρνα η ως άνω ενισταμένη Γ. Φ. δήθεν από τα στοιχεία που διέθετε η υπηρεσία του προϋφίστατο του έτους 1955 και ήταν εμβαδού 80 τ.μ. Το αληθές όμως ήταν ότι από κανένα στοιχείο της ΚΕΔ δεν προέκυπτε κάτι τέτοιο, αλλά αντίθετα, από τα στοιχεία της ως άνω υπηρεσίας και μάλιστα από το ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα προέκυπτε ότι το ως άνω κτίσμα ήταν περίπου 50 τ.μ. και η έκταση που προϋπήρχε του έτους 1995 ήταν μόνο 45 τ.μ. Τα ανωτέρω τα βεβαίωσε ψευδώς ο ως άνω υπάλληλος προκειμένου να έχει επιτυχή έκβαση η ένσταση της εκμεταλλεύτριας της ως άνω ψαροταβέρνας Γ. Φ. κατά της ως άνω έκθεσης αυτοψίας που βεβαίωνε παράνομες επεκτάσεις επί του ως άνω καταστήματος της. Β) Η δεύτερη κατηγορουμένη Γ.Φ. με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και δη με συμβουλές και παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, υπόσχεση χρηματικών ανταλλαγμάτων, προκάλεσε την απόφαση στον πρώτο κατηγορούμενο να εκτελέσει την υπό στοιχ. Α' πράξη για τον υπό στοιχεία Α' σκοπό." Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1 α και 242 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος των κατηγορουμένων και δη αναφέρεται η γνώση του κατηγορουμένου υπαλλήλου περί του ψευδούς γεγονότος που αφορούσε το εμβαδόν και το έτος κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος και βεβαίωσε σε δημόσιο έγγραφο, αναφέρεται ποίο το αληθές και ο σκοπός που επεδίωκε ο πρώτος κατηγορούμενος, που ήταν να έχει επιτυχή έκβαση η ένσταση της δεύτερης κατηγορουμένης στην Επιτροπή κρίσεως αυθαιρέτων κτισμάτων, αναφέρεται ο τρόπος και τα μέσα που η δεύτερη ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον πρώτο, υπάλληλο της ΚΕΔ, την απόφαση να προβεί στην ανωτέρω ψευδή βεβαίωση (με συμβουλές, παραινέσεις, πειθώ, φορτικότητα και με υπόσχεση χρηματικών ανταλλαγμάτων), β) η αιτιολογία δεν περιέχει υποθετικούς συλλογισμούς, η δε αναφορά " άλλωστε ο κατηγορούμενος ως έμπειρος μηχανικός ήτο εύκολο να διαπιστώσει ότι υπήρχε δομική διαφορά στην κατασκευή του κτιρίου, πράγμα που διαπίστωσαν άλλωστε οι υπάλληλοι της Πολεοδομίας στις 13-3-2003 και είχεν υπόψη του κατά το χρόνο συντάξεως (30-6-2003)", συνιστά απλώς πλεοναστική επάλληλη αιτιολόγηση του δόλου του πρώτου κατηγορουμένου, που ήδη το Δικαστήριο έχει επαρκώς αιτιολογήσει με προηγούμενους σαφείς συλλογισμούς του, γ) τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, όπως οι καταθέσεις των μηνυτών και της Α. Ζ., οι δε αιτιάσεις ότι οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν άλλα περιστατικά ή ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυπτε ο δόλος και η ενοχή των κατηγορουμένων, ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου της ουσίας, δ) από τα πρακτικά προκύπτει ότι ουδείς από τους δύο μηνυτές δήλωσε παράσταση στο Εφετείο ως πολιτικώς ενάγων, ούτε και επιδικάστηκε σε κανένα πρόσωπο χρηματική ικανοποίηση, από δε την αναγραφή στη σελίδα 10 των πρακτικών ότι το δικαστήριο ανέγνωσε και τα εξής έγγραφα που προσκόμισε ο κατηγορούμενος "και ο πολιτικώς ενάγων", ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε για κακή παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος το πρώτον στο δεύτερο βαθμό, καθόσον συνάγεται ότι πρόκειται για αναγραφή από παραδρομή. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων, κύριοι των δύο αναιρεσειόντων και πρόσθετος της Γ. Φ., περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, όπως και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, λόγω μη αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθό δε μέρος βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ως απαράδεκτοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική στο ακροατήριο συζήτηση της υποθέσεως, παραβιάζονται οι αρχές της δημοσιότητας και της προφορικότητας της διαδικασίας και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ απορρέοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, η ανάγνωση του εγγράφου, δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κλπ). Επίσης το περιεχόμενο εκάστου εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα με τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του τελευταίου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του, γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του εγγράφου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα Γ. Φ., με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για τους λόγους: 1) ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση ευθέως και στα παρακάτω έγγραφα τα οποία δεν αναγνώσθηκαν: α) σε έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας του 1956 και β) στην 21/1968 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ειδυλλίας και 2) ότι στα αναγνωσθέντα έγγραφα περιλαμβάνονται έγγραφα, των οποίων δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά τους και στερήθηκε έτσι του δικαιώματός της να αντικρούσει αυτά, και δη αναγνώσθηκαν τα παρακάτω υπό αύξοντα αριθμό: 14) Άδειες ιδρύσεως και λειτουργίας καταστήματος

(2)και 29) Δύο φωτογραφίες. Επί του λόγου αναιρέσεως αυτού, λεκτέα τα εξής: 1). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 2772/2010 αποφάσεως, τα παραπάνω δύο έγγραφα πράγματι δεν περιλαμβάνονται στα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά προκύπτει ότι, με αυξ. αριθμό 5, 27 και 31 αναγνώσθηκαν αντίστοιχα, πλην άλλων εγγράφων και η πορισματική έκθεση διενεργηθείσας ΕΔΕ του Οικονομικού Επιθεωρητή Α. Δ., το από 30-9-2003 έγγραφο της ΚΕΔ και το από 7 ο/03 τοπογραφικό διάγραμμα, από τα οποία σαφώς προκύπτει και το περιεχόμενο των ανωτέρω δύο μη αναγνωσθέντων εγγράφων. 2). Η κατά τον παραπάνω τρόπο καταχώριση στα πρακτικά των εν λόγω δύο αναγνωσθέντων εγγράφων, οι δύο φωτογραφίες μάλιστα με την έννοια της επισκοπήσεως, δεν δημιουργεί καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, άλλο έγγραφο με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκε, με την πραγματική δε ανάγνωση και την επισκόπηση αντίστοιχα των φωτογραφιών στο ακροατήριο, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στην αναιρεσείουσα, η οποία είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει δια του εκπροσωπούντος αυτήν συνηγόρου της τις παρατηρήσεις της επ' αυτών και να προβεί ο συνήγορός της, κατ' άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τα αναγνωσθέντα έγγραφα αυτά και το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Συνεπώς, ο από τα άρθρα 171 αρ. 1 στοιχ. δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ σχετικός προβαλλόμενος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας πρόσθετος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων, στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-4-2010 δήλωση και τη με αριθ. εκθ. 135/23-4-2010 αίτηση των : 1. Α. Τ. του Σ. και 2. Γ. Φ. του Α. αντίστοιχα, και τους από 30-9-2010 προσθέτους λόγους της δεύτερης, περί αναιρέσεως της 2772/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.