← Ελλάδα

ΑΠ 1922/2007 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1922 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Αναιρέσεως απαράδεκτο. Επιτρεπτή η συμπλήρωση της έκθεσης αναίρεσης με συμπληρωματικό έγγραφο που παρέλειψε να υπογράψει ο αρμόδιος για τη σύνταξή της υπάλληλος.- Απορρίπτεται όμως ως απαράδεκτη η αναίρεση, λόγω αοριστίας των λόγων της. Αριθμός 1922/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Τρίπολης, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 96/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.5.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1065/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 292/12.7.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α΄ Κ.Π.Δ., την νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατά τις διατάξεις των άρθρ. 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 στοιχ. α΄ Κ.Π.Δ., ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου Χ1 από 14 Μαΐου 2007, αίτησιν αναιρέσεως κατά του υπ΄αριθ. 96/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 484 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στο άρθρ. 484 Κ.Π.Δ., να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλοιώς η αίτηση είναι απαράδεκτη. Η έκθεση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο, εκτός αν στην έκθεση αναιρέσεως γίνεται ειδική αναφορά στο έγγραφο αυτό, οπότε τούτο, με την υπογραφή του αναιρεσείοντος και του συντάξαντος την έκθεση αρμοδίου υπαλλήλου, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως (Α.Π. 2122/2006 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ΄ σελ. 596, Α.Π. 2270/2003 Ποιν.Χρον. ΝΔ΄ σελ. 809). ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως κατά του υπ΄αριθ. 96/18-4-2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών έχει ασκηθεί με δήλωση του αναιρεσείοντος, που περιελήφθη στην υπ΄αριθ. 11/14-5-2007 (7/29-5-2007) έκθεση ενώπιον του Διευθυντού των φυλακών Τριπόλεως, όπου κρατείται, αλλά δεν περιέχει κανένα σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, απλώς δε αναφέρεται εις αυτήν ".... για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει λεπτομερώς στο υπ΄αριθ. πρωτ. ........... συνημμένο υπόμνημά του". Στην παραπάνω έκθεση φέρεται προσηρτημένο υπόμνημα του αναιρεσείοντος που φέρει μόνον την υπογραφή του, δεν φέρει όμως τούτο υπογραφή του Διευθυντού των παραπάνω φυλακών, ούτε υπηρεσιακή σφραγίδα, συνδέουσα αυτήν με το σώμα της εκθέσεως αναιρέσεως. Τουναντίον το εν λόγω υπόμνημα έχει κατατεθεί υπό του αναιρεσείοντος εις το γραφείον Πρωτοκόλου και έχει καταχωρηθεί εις το οικείον βιβλίον με αριθ. ..........., διάφορον του βιβλίου ενδίκων μέσων. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το παραπάνω προσηρτημένο υπόμνημα αποτελεί μέρος της υπό κρίσιν εκθέσεως αναιρέσεως. Κατ΄ακολουθίαν τούτων, η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως, ως ασκηθείσα χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Παρά ταύτα στην περίπτωση κατά την οποία το εν λόγω υπόμνημα θεωρηθεί ως ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως, εκ του λόγου ότι ο αναιρεσείων δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί υπεύθυνος για την παράλειψη του Διευθυντού των φυλακών να θέσει εν τέλει του συνημμένου υπομνήματος, την υπογραφή του και την υπηρεσιακήν σφραγίδα, διότι διαφορετικά υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα προσβάσεως στον ΄Αρειο Πάγο και υπάρχει παραβίαση του άρθρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα ως προς τους δι΄αυτού προβαλλομένους λόγους αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που προβλέπονται από την διάταξη του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ Κ.Π.Δ. (Α.Π. 887/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ΄ σελ. 41). Στην πρώτη περίπτωση πρέπει, αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του βουλεύματος στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, ενώ, αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση επί πλέον, σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιές είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία του βουλεύματος ή οι αντιφατικές αιτιολογίες του σε σχέση με τις παραδοχές του, ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το αρμόδιο Συμβούλιο (ολ. Α.Π. 2/2002, ολομ. Α.Π. 19/2001). Στην δεύτερη περίπτωση, να αναφέρεται η διάταξη που παρεβιάσθη και να προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις παραδοχές του βουλεύματος. Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης στο μέτρο που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου αφού αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρ. 484 παρ. 1 Κ.Π.Δ. λόγων αναίρεσης κατά βουλευμάτων. Όμως, σύμφωνα με το περιεχόμενο του προαναφερθέντος σχοινοτενούς υπομνήματος του αναιρεσείοντος, και οι δύο παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει δι΄αυτού τις αποδιδόμενες στο πληττόμενο βούλευμα πλημμέλειες και τις κατ΄αυτού αιτιάσεις, περιοριζόμενος μόνον σε αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα, που έγιναν αποδεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα, πλήττοντας έτσι την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου. Ειδικότερα, καθ΄όσον αφορά τον πρώτο λόγο δεν προσδιορίζεται εις το παραπάνω υπόμνημα από ποιές παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει η έλλειψη αιτιολογίας και σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή. Συγκεκριμένα δεν προσδιορίζεται ούτε ποιές είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία του βουλεύματος ή οι αντιφατικές αιτιολογίες του και ποιά πραγματικά περιστατικά, από εκείνα που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων α) της ασέλγειας με ανήλικο που συμπλήρωσε το 10ον έτος της ηλικίας του ουχί όμως και το 15ον έτος καθώς και με ανήλικο που συνεπλήρωσε το 15ον έτος και β) της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά συρροή, για τα οποία παρεπέμφθη ο αναιρεσείων και δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογία του βουλεύματος, ούτε ποιά αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπ΄όψιν του ή δεν εξετίμησε το Συμβούλιο. Ως προς τον δεύτερο λόγο, δεν προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (εσφαλμένη εφαρμογή) των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επομένως, κατά τα εκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως, συνεπεία της παντελούς αοριστίας των προαναφερομένων λόγων που προβλέπονται από την διάταξη του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ Κ.Π.Δ. και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η υπ΄αριθ. 11/14-5-2007 (7/29-5-2007) αίτηση του Χ1, κρατουμένου προσωρινώς στην Φυλακή Τριπόλεως, για αναίρεση του υπ΄αριθ. 96/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήναι τη 6η Ιουλίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Αλλιώς η αίτηση είναι απαράδεκτη. Η έκθεση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο, εκτός αν στην έκθεση αναιρέσεως γίνεται ειδική αναφορά στο έγγραφο αυτό, οπότε τούτο, με την υπογραφή του αναιρεσείοντος και του συντάξαντος την έκθεση αρμοδίου υπαλλήλου, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως. Η παράλειψη, όμως, του εν λόγω υπαλλήλου να θέσει και αυτός την υπογραφή του στο τέλος του κειμένου του εγγράφου αυτού, δεν καθιστά αυτό και μόνο την έκθεση αναίρεσης απαράδεκτη, χωρίς δηλαδή έρευνα των περιεχομένων στο έγγραφο αυτό λόγων αναιρέσεως. Και αυτό, γιατί η κήρυξη ενός τέτοιου απαραδέκτου ενέχει άσκοπη τυπολατρία και προσκρούει στην υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού με την παράλειψη αυτή του γραμματέα και συνακόλουθα την κήρυξη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, επέρχεται δυσανάλογος περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στο Ακυρωτικό Δικαστήριο και κατά συνέπεια θίγεται η ουσία του ίδιου του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, αλλά και η άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισης. Στην προκειμένη περίπτωση, στη συνταχθείσα, ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Τρίπολης, όπου κρατείται ο αναιρεσείων, έκθεση, που περιέχει τη δήλωση του αναιρεσείοντος για άσκηση αναίρεσης, κατά του υπ' αριθ. 96/18.4.2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, ουδείς λόγος, σαφής και ορισμένος, διαλαμβάνεται. Απλώς, στο σώμα της έκθεσης αυτής, μνημονεύεται "ότι το ανωτέρω βούλευμα προσβάλλεται για τους παρακάτω λόγους, που αναφέρει λεπτομερώς στο αριθ. πρωτ. ............. συνημμένο υπόμνημά του". Όμως, το συνημμένο αυτό υπόμνημα, όπως προκύπτει από αυτό, φέρει μόνο (στο τέλος αυτού) την υπογραφή του αναιρεσείοντος, όχι δε και την υπογραφή του παραπάνω υπαλλήλου. Επομένως, το έγγραφο αυτό, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος της ένδικης εκθέσεως αναιρέσεως, η οποία, παρά την υφιστάμενη, ως άνω, ατέλεια, έχει συνταγεί νομίμως και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν είναι εξ αυτού του λόγου απαράδεκτο, διότι, άλλως, ο αναιρεσείων, θα υφίστατο αδικαιολόγητο και μη οφειλόμενο σε πταίσμα του, περιορισμό του δικαιώματός του να προσφύγει στο παρόν Συμβούλιο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου του ως άνω υπομνήματος, ο αναιρεσείων προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως κατά του υπ' αριθ. 96/18.4.2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ, δηλαδή αυτόν της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και αυτόν της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας. Όμως, και οι δύο προαναφερόμενοι λόγοι, είναι αόριστοι και, ως εκ τούτου, απαράδεκτοι. Ειδικότερα και αναφορικά με τον πρώτο λόγο, δεν προσδιορίζεται στο υπόμνημα, ποιά είναι η διάταξη που παραβιάστηκε και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση αυτή, σε σχέση με τις παραδοχές του βουλεύματος. Όσον αφορά το δεύτερο λόγο, δεν προσδιορίζεται ποιές είναι οι φερόμενες ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία του βουλεύματος και ποιά πραγματικά περιστατικά δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογία, από εκείνα που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, α) της ασέλγειας με ανήλικο που συμπλήρωσε το 10ον έτος της ηλικίας του, όχι όμως και το 15ον έτος, καθώς και με ανήλικο που συνεπλήρωσε το 15ον έτος και β) της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά συρροή, για τα οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων, καθώς και ποιά αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη του ή δεν εξετίμησε το Συμβούλιο (Ολ. ΑΠ 19/2001). Αντίθετα, με το ίδιο πολυσέλιδο υπόμνημά του, ο αναιρεσείων, περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο σε αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, οι δε αιτιάσεις αυτές, αναγόμενες στην επικαλούμενη έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, είναι επίσης απαράδεκτες, διότι η εκτίμηση κάθε αποδεικτικού εν γένει στοιχείου, απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της (έκθεση αναιρέσεως, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το συνημμένο σ' αυτήν πιο πάνω υπόμνημα) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 11/14.5.2007 αίτηση του Χ1, κρατουμένου προσωρινώς στη Δικαστική Φυλακή Τρίπολης, για αναίρεση του υπ' αριθ. 96/18.4.2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Οκτωβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.