← Ελλάδα

ΑΠ 193/2012 — Φοροδιαφυγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 193 / 2012 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση, για παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1 Ν. 2523/1997 (έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων). Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικών με την ενοχή και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων αναφορικά και με την παραγραφή, καθώς και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 193/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρου του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011 , με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αιμίλιο Χαρλαύτη περί αναιρέσεως της με αριθμό 30862/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 854/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 40 παρ. 1 Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών

(3)μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικό από αυτά που αναγράφονται στό στέλεχος του ίδιου στοιχείου, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του αυτού άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο. σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υπόστασης και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ίσχυε, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείτο άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 2753/1999, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 του ν. 2523/1997). Με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004 "για την αντικειμενικοποίηση του φορολογικού ελέγχου κ.λ.π.", μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, "προστέθηκε διάταξη κατά την οποία "ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, στό σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός
(1)έτους, εφόσον η συνολική άξια των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα
(10)ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ". Η ρύθμιση όμως αυτή είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο της προηγούμενης και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. Και με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο), κατά την οποία "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία, όμως, αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και, επομένως, θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ, και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και τη διάρκεια της παραγραφής (όχι πότε και πώς λαμβάνεται αυτή υπόψη από το Δικαστήριο), είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η διάταξη δε του άρθρου 2 παρ. 9 του ίδιου νόμου (2954/2001), κατά την οποία η αμέσως ανωτέρω διάταξη, ισχύει ανάλογα "και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ' και η1 της παρ 1 του άρθρου 31 του ν.1591/1986, για τα οποία κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δεν έχει επέλθει παραγραφή, κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα", δεν έχει (ανάλογη) εφαρμογή και στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία ισχύει πάντοτε ο επιεικέστερος αυτός νόμος σε σχέση με το χρόνο έναρξης της παραγραφής και δεν τίθεται θέμα παραγραφής τους, προ της ισχύος του νόμου. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Εσφαλμένη δε ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα ν' αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκησή της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκησή της, προϋποθέσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 30862/2011 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Κ. Ρ. διατηρούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών "καλωδιώσεις και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και χονδρικό εμπόριο επαγγελματικού ηλεκτρολογικού υλικού" με έδρα επί της οδού ... στον Ταύρο, για την οποία είχε κάνει δήλωση έναρξης εργασιών στη ΔΟΥ ΙΣΤ' Αθηνών, είχε θεωρήσει βιβλία και στοιχεία και είχε υποβάλει δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικών ετών 1999 και 2000 και ΦΠΑ οικονομικών ετών 1998 και 1999. Το έτος 1998 ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία του εννέα τιμολόγια πώλησης με τα αντίστοιχα δελτία αποστολής, τα οποία είχε εκδώσει η επιχείρηση του Γ. Χ., ήτοι τα με αριθμούς 1) 50/6.11.1998 ποσού 9.057.400 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.630.332 δρχ., 2) 53/13.11.1998 ποσού 14.874.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 2.677.320, 3) 55/20.11.1998 ποσού 14.505.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 2.610.900 δρχ., 4) 57/27.11.1998 ποσού 14.620.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 2.631.600 δρχ., 5) 59/1.12.1998 ποσού 8.484.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.527.120 δρχ., 6) 61/10.12.1998 ποσού 13.610.800 δρχ. πλέον ΦΠΑ 2.449.944 δρχ., 7) 63/17.12.1998 ποσού 7.547.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.358.460 δρχ., 8) 65/23.12.1998 ποσού 13.235.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 2.382.300 δρχ. και, 9) 67/31.12.1998 ποσού 5.660.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.018.800 δρχ., ήτοι συνολικής καθαρής αξίας 101.593.200 δρχ. (ή το αντίστοιχο 298.145,85 ευρώ) πλέον ΦΠΑ, ενώ το έτος 1999 αποδέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία του δέκα πέντε τιμολόγια πώλησης με τα αντίστοιχα δελτία, αποστολής, τα οποία είχε εκδώσει η επιχείρηση του Α. Η., ήτοι τα με αριθμούς 1) 17/2.9.1999 ποσού 4.880.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 878.400 δρχ., 2) 18/6.9.1999 ποσού 2.800.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 504.000 δρχ., 3) 21/8.9.1999 ποσού 8.250.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.485.000 δρχ., 4) 25/13.9.1999 ποσού 5.130.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 923.400 δρχ., 5) 28/16.9.1999 ποσού 6.476.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.165.680 δρχ., 6) 31/20.9.1999 ποσού 3.648.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 656.640 δρχ., 7) 34/22.9.1999 ποσού 2.739.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 493.020 δρχ., 8) 36/24.9.1999 ποσού 8.500.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.530.000 δρχ., 9) 39/27.9.1999 ποσού 2.443.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 439.740 δρχ., 10) 42/30.9.1999 ποσού 4.810.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 865.800 δρχ., 11) 45/4.10.1999 ποσού 3.400.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 612.000 δρχ., 12) 48/6.10.1999 ποσού 9.507.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.711.260 δρχ., 13) 52/11.10.1999 ποσού 5.800.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.044.000 δρχ., 14) 66/13.10.1999 ποσού 6.100.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.098.000 δρχ. και, 15) 69/15.10.1999 ποσού 3.554.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 639.720 δρχ., ήτοι συνολικής καθαρής αξίας 78.037.000 δρχ. (ή το αντίστοιχο 229.015,40 ευρώ) πλέον ΦΠΑ, για συναλλαγές που δήθεν είχε πραγματοποιήσει με τις παραπάνω επιχειρήσεις, για προμήθεια ηλεκτρολογικού υλικού, οι οποίες συναλλαγές, όμως, ήταν εικονικές και δεν είχαν πραγματοποιηθεί με τις παραπάνω επιχειρήσεις, διότι η μεν επιχείρηση του Α. Η., η οποία είχε κάνει έναρξη εργασιών με αντικείμενο χονδρικό εμπόριο τροφίμων και δευτερεύουσα δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο αλκ00λούχων και μη ποτών, ήτοι αντικείμενο διαφορετικό από την εμπορία ηλεκτρολογικού υλικού, χωρίς να έχει δηλώσει ποτέ μεταβολή της δραστηριότητας της, ήταν ανύπαρκτη, κατά τον έλεγχο δεν βρέθηκε ο παραπάνω στη διεύθυνση που είχε δηλώσει ως έδρα της επιχείρησης του, ούτε τον γνώριζε κανείς, δεν είχε θεωρήσει ποτέ βιβλία και στοιχεία, δεν υπέβαλε ποτέ δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, ούτε εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ και θεωρείται ανύπαρκτο φορολογικά πρόσωπο, ενώ η επιχείρηση του Γ. Χ., η οποία είχε κάνει έναρξη εργασιών με αντικείμενο οικοδομικές και χωματουργικές εργασίες με έδρα επί της οδού ... στην Καλλιθέα και λειτουργούσε υποκατάστημα επί της οδού ... στην Αθήνα με αντικείμενο διαφημίσεις-τηλεοπτικές κινηματογραφικές παραγωγές φιλμ, βίντεο κλπ. και δεύτερο υποκατάστημα στην οδό ... στον Αγ. Ιωάννη Ρέντη με αντικείμενο την εμπορία οικοδομικών και συναφών υλικών, ήτοι αντικείμενο διαφορετικό από την εμπορία ηλεκτρολογικού υλικού, δεν λειτούργησε πραγματικά στην έδρα. ή τα υποκαταστήματα που είχε δηλώσει, ο παραπάνω ήταν ανύπαρκτο φορολογικά πρόσωπο και δεν βρέθηκε κατά τον έλεγχο, δεν κατέβαλε τα ποσά που υποχρεούτο και τα φορολογικά στοιχεία που εξέδιδε ήταν πλαστά και δεν είχαν θεωρηθεί ποτέ από την αρμόδια ΔΟΥ. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος δέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία του τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία, γνώριζε ότι δεν είχε πραγματοποιήσει τις παραπάνω συναλλαγές με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις, που δεν είχαν τη δυνατότητα να του πωλήσουν τα αναφερόμενα στα προαναφερόμενα τιμολόγια πώλησης εμπορεύματα και, επομένως, ήταν εικονικά. Τα παραπάνω διαπιστώθηκαν κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε με την από 4/10/20Ο4 εντολή ελέγχου από υπαλλήλους της ΣΤ' ΔΟΥ Αττικής, η δε συνταχθείσα έκθεση ελέγχου θεωρήθηκε στις 11/3/2005, οπότε αρχίζει η παραγραφή του αδικήματος της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, για την οποία πρέπει σύμφωνα με τα προεκτεθέντα να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δύο ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 98 ΠΚ, 19 παρ. 1 Ν. 2523/1997, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Επίσης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων αποδέχθηκε τα επίμαχα φορολογικά στοιχεία, που αφορούσαν συναλλαγές, οι οποίες ήταν ανύπαρκτες στο σύνολό τους, είναι σαφείς, ενόψει του ότι οι εκδότριες των τιμολογίων επιχειρήσεις των Γ. Χ. και Α. Η. είχαν διαφορετικές δραστηριότητες και συγκεκριμένα η μεν επιχείρηση του Γ. Χ. είχε ως αντικείμενο οικοδομικές και χωματουργικές εργασίες, διαφημίσεις, τηλεοπτικές κινηματογραφικές παραγωγές, η δε επιχείρηση του Α. Η. είχε αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο τροφίμων και δευτερεύουσα δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο αλκολούχων και μη ποτών, δηλαδή και οι δύο επιχειρήσεις είχαν αντικείμενο διαφορετικό από την εμπορία ηλεκτρολογικού υλικού, που αφορούσε τα ένδικα τιμολόγια. Ακριβώς οι ίδιες παραδοχές διαλαμβάνονται και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και, συνεπώς, ως προς αυτό το σημείο, ουδεμία παρατηρείται αντίφαση. Οι παραδοχές, εξάλλου, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης ότι οι επιχειρήσεις των Α. Η. και Γ. Χ. είχαν κάνει έναρξη των εργασιών τους, ουδόλως έρχονται σε αντίφαση με την παραδοχή αυτής ότι ήταν ανύπαρκτα φορολογικώς πρόσωπα, αφού γίνεται δεκτό ότι στην πραγματικότητα οι εν λόγω επιχειρήσεις ουδέποτε λειτούργησαν. Άρα, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' σχετικοί λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προδιαληφθείσας διάταξης του άρθρου 19 παρ. 1 Ν. 2523/1997, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, με την παραδοχή της απόφασης ότι χρόνος τέλεσης του πιο πάνω εγκλήματος είναι η 5.5.2004, δηλαδή η ημερομηνία θεώρησης της έκθεσης ελέγχου της διενεργήσασας τον έλεγχο ΣΤ' ΔΟΥ Αθηνών, και κατά συνέπεια η παραγραφή τούτου άρχιζε από την προδιαληφθείσα ημερομηνία, και όχι ο χρόνος έκδοσης των εικονικών φορολογικών στοιχείων (6.11.1998 έως 15.10.1999), που ο αναιρεσείων υποστηρίζει και κατ' αυτόν έδει να παύσει οριστικά η κατ' αυτού για το προδιαληφθέν έγκλημα ασκηθείσα ποινική δίωξη, δοθέντος ότι το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα στις 19.5.2006, δηλαδή μετά παρέλευση πενταετίας από την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997 και 2 παρ. 8 Ν. 2954/2001 και δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' συναφείς λόγοι αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων των άρθρων 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997 και 2 παρ. 8 Ν. 2954/2001 και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, ελλείψει άλλων λόγων αναίρεσης προς έρευνα, ν' απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 4 Ιουλίου 2011, αίτηση του Κ. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της 30862/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε διακόσια πενήντα
(250)ευρώ, Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.