← Ελλάδα

ΑΠ 1933/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1933 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση. Έννοια πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αίτηση αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 1933/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κουντουριώτη, περί αναιρέσεως της 349/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευριπίδη Τσιτσέκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 444/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, (παρ. 1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ. 2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται άξια συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 349/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα προέκυψε ότι, την 5-3-2002 ο κατηγορούμενος, έμπορος υποδημάτων, που διατηρούσε κατάστημα στη ..., επί της οδού ..., εντοπίσθηκε από όργανα του ΣΔΟΕ της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, να εισέρχεται στο ανταλλακτήριο συναλλάγματος ΜΙΔΑΣ ΑΕ, φέρων εντός του κράνους μοτοσυκλέτας, που κρατούσε στα χέρια του, 74.220 λίρες βρετανικές σε χαρτονομίσματα. Ακολούθησε έρευνα από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ τόσο στην επιχείρηση του κατηγορουμένου όσο και στην εταιρία ΜΙΔΑΣ, και διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 7-9-2001 έως 20-11-2001 συναλλασόταν με Αλβανούς, Κινέζους και άλλους αλλοδαπούς, τα χρηματικά ποσά που αποκέρδαινε στη συνέχεια νομιμοποιούσε με τη συνεργασία της ΜΙΔΑΣ ΑΕ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι συναλλαγές του κατηγορουμένου με τα ανταλλακτήρια της ΜΙΔΑΣ ΑΕ, δεν απεικονίζονταν στα εκδιδόμενα παραστατικά του ανταλλακτηρίου, αλλά προκειμένου να δικαιολογηθεί η κίνηση του συναλλάγματος προς την Τράπεζα της Ελλάδος, χρησιμοποιούσαν ονοματεπώνυμα πελατών που ήταν καταχωρημένα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της επιχείρησης από άλλες συναλλαγές μικρότερου ύψους αλλά και τυχαία από τον τηλεφωνικό κατάλογο και για το λόγο αυτό και οι 21 αποδείξεις αγοράς συναλλάγματος, συνολικής αξίας 120.082.126 δραχμών κι ήδη 352.405,35 ευρώ, που λεπτομερώς αναφέρονται στο διατακτικό και έχουν εκδοθεί από την επιχείρηση ΜΙΔΑΣ ΑΕ είναι εικονικές, ως προς το πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου σ' αυτές, μια και σε όλες τις συναλλαγές αυτές, όπως προαναφέρθηκε, αντισυμβαλλόμενος ήταν ο κατηγορούμενος και όχι τα εκεί αναφερόμενα πρόσωπα. Τούτο προκύπτει τόσο από τις καταθέσεις των εξατασθέντων μαρτύρων κατηγορίας, υπαλλήλων της Σ.Δ.Ο.Ε., όσο και από τα αναγνωσθεντα έγγραφα του κλητηρίου θεσπίσματος. Όλες τις αποδείξεις που προαναφέρθηκαν, ο κατηγορούμενος τις ζήτησε, τις έλαβε και τις χρησιμοποίησε, προκειμένου να δικαιολογήσει τα μεγάλα χρηματικά ποσά συναλλάγματος που διακινούσε και κυρίως για να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση των χρημάτων, αφού από τα έσοδα της επιχείρησης του δεν μπορούσε να καλύψει την αγορά συναλλάγματος τόσο μεγάλης αξίας. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος, έχει τελέσει κατ' εξακολούθηση το αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 24 παρ 5 του ν 2523/1997 και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτού". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και ειδικότερα του ότι: "Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 7-9-2001 μέχρι και 20-11-2001, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία. Ειδικότερα, ενώ διατηρούσε ατομική επιχείρηση με έδρα τη ... (οδός ..., αρ. ...) και αντικείμενο εργασιών ενδύματα - αθλητικά είδη (Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. ...) έλαβε και χρησιμοποίησε είκοσι μία

(21)αποδείξεις αγοράς συναλλάγματος εκδόσεως της επιχείρησης "Μ.Ι.Δ.Α.Σ. Ανταλλακτήρια Συναλλάγματος Α.Ε.", εικονικές ως προς τα 7 πρόσωπα που αναγράφονται σ' αυτές (ως προς τον αντισυμβαλλόμενο), συνολικής αξίας 120.082.126 δρχ. ή 352.405,35 ευρώ. Τα εικονικά αυτά φορολογικά στοιχεία ο κατηγορούμενος τα έλαβε προκειμένου να δικαιολογήσει τα μεγάλα χρηματικά ποσά συναλλάγματος που διακινούσε και κυρίως για να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση τους αφού τα έσοδα από την επιχείρηση του δεν κάλυπταν τα ποσά αυτά, περιγράφονται δε αναλυτικά, κατά χρήση, στον πίνακα που ακολουθεί ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος: A/A Νo παραστατικού Ημ/νία έκδοσης Ονοματεπώνυμο πελάτη Αξία σε Ευρώ Αξία σε δραχμές
  1. ... ... ... 8429,93 2.872.500
  2. ... ... ... 7980,34 2.719.300
  3. ... ... ... 8991,93 3.064.000
  4. ... ... ... 8319,88 2.835.000
  5. ... ... ... 9207,34 3.137.400
  6. ... ... ... 8660,60 2.951.100
  7. ... ... ... 8981,36 3.060.400
  8. ... ... ... 28792,08 9.810.900
  9. ... ... ... 29252,24 9.967.700
  10. ... ... ... 26464,56 9.017.800
  11. ... ... ... 13064,06 4.451.579
  12. ... ... ... 20939,25 7.135.050
  13. ... ... ... 18523,18 6.311.775
  14. ... ... ... 1914,92 4.060.010
  15. ... ... ... 23274,78 7.930.882
  16. ... ... ... 14976,89 5.103.375
  17. ... ... ... 22100,98 7.530.908
  18. ... ... ... 16884,87 5.753.520
  19. ... ... ... 22665,24 7.723.179
  20. ... ... ... 21800,14 7.428.398
  21. ... ... ... 21180,78 7.217.350 Σ Υ Ν Ο Λ Ο 352.405,35 120.082.126 Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα
(12)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών
(3)ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ και 19 § 1Α', 20, 21 §§2, 3, 5, 8 και 10, 24 § 5 Ν. 2523/1997 όπως η § 10 του άρθρ. 21 αντ. και συμπλ. με το άρθρ. 2 §§ 8, 9 Ν. 2954/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... και ... . Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) η προσβαλλόμενη απόφαση εντελώς αυθαίρετα δέχεται ότι αυτός ζήτησε και έλαβε από την εταιρία ΜΙΔΑΣ τα επίδικα τιμολόγια, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι αυτός ζήτησε και έλαβε τα ανωτέρω τιμολόγια, με τα οποία ουδεμία σχέση έχει και 2) με την προσβαλλόμενη απόφαση όλως αυθαίρετα και χωρίς καμία αιτιολογία έγινε δεκτό ότι χρησιμοποίησε τις εκδοθείσες αποδείξεις, χωρίς καμία από αυτές να βρεθεί στο δικό του χώρο, ούτε να έχει καταχωρηθεί στα δικά του φορολογικά βιβλία, διότι υπό την επίκληση ως λόγου αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, η απόφαση πλήττεται απαραδέκτως δι' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Τέλος, αβάσιμη είναι και η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτελούν πιστή αντιγραφή του κατηγορητηρίου, καθόσον από την άνω απόφαση προκύπτει, ότι μόνον το σκεπτικό αυτής που είναι εκτενές, περιέχει στοιχεία επιπλέον εκείνων τα οποία διαλαμβάνονται στο διατακτικό της, αλλά και διότι αυτό και μόνο το προβαλλόμενο ως άνω γεγονός, δεν συνιστά έλλειψη στην αιτιολογία της αποφάσεως, όταν το διατακτικό της είναι αναλυτικό και πλήρες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Φεβρουαρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 15/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 349/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ΕΥΡΩ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα
(290)ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου
  1. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.