← Ελλάδα

ΑΠ 1937/2008 — Αποχή αποφάσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1937 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αποχή αποφάσεως. Περίληψη: Απέχει να αποφανθεί προκειμένου να κληθούν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο αναιρεσείων και ο αντίκλητος δικηγόρος του για να εκθέσουν τις απόψεις τους. ΑΡΙΘΜΟΣ 1937/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ'αριθμ. 75 πράξη)-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 62/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 13/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 88/15-2-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας με το υπ'αριθμ. 86/2006 βούλευμά του απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την υπ'αριθμ. 3/2006 έφεση του Αντωνίου Σαρρή κατά του υπ'αριθμ. 16/2006 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κοζάνης με το οποίο είχε παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του ΜΟΔ της περιφέρειας του άνω Εφετείου για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως α) αποπλάνησης παιδιού που συμπλήρωσε το 10ο έτος της ηλικίας του, όχι όμως το 13ο, β) βάναυσης προσβολής της αιδούς δι'ακολάστου πράξεως και αποπλάνησης παιδιού νεώτερου των 10 ετών κατεξακολούθηση. - Ειδικώτερα δε πράξη της βάναυσης προσβολής της αιδούς αυτή φέρεται ότι τελέστηκε αφενός μεν σε βάρος της Α στις 4-4-2004, αφετέρου σε βάρος της Β κατ'εξακολούθηση και δη το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου 2004 και στις 27-6-2004 από τις οποίες η πρώτη γεννήθηκε στις 25-9-94, η δε δεύτερη στις 6-9-1994, ήτοι σε βάρος ανηλίκων 9 ετών και 6 μηνών και 9 ετών και 9 μηνών περίπου αντίστοιχα. Κατά του άνω βουλεύματος ασκήθηκε αναίρεση από τον κατηγορούμενο η οποία με το υπ'αριθμ. 1561/2007 βούλευμα του Αρείου Πάγου απερρίφθη σε σχέση με την πράξη της αποπλάνησης και έγινε δεκτή για τις πράξεις της βάναυσης προσβολής της αιδούς για τον λόγο ότι, επειδή το άνω έγκλημα αυτό διώκεται κατ'έγκληση, η οποία πρέπει να υποβληθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 117 παρ. ΠΚ, ήτοι εντός τριών μηνών από της ημέρας που ο δικαιούχος έλαβε γνώση της πράξης και του δράστη (αυτουργού ή συμμετόχου) αυτής, και επειδή εδώ η ποινική δίωξη ασκήθηκε συνεπεία των από 28-9-2004 εγκλήσεων των γονέων των ανηλίκων παθουσών - ως ασκούντες την γονική μέριμνα επ'αυτών - ήτοι μετά την παρέλευση των τριών μηνών από της τελέσεως των άνω πράξεων, χωρίς να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα ο χρόνος κατά τον οποίο οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση της τελέσεως των παραπάνω πράξεων και του δράστη αυτών ώστε να κριθεί το εμπρόθεσμο των εγκλήσεων αυτών, μάλιστα δε υπήρχε και σχετικό παράπονο του αναιρεσείοντος στην οικεία (= 3/2006) έφεσή του για τον άνω λόγο. Πάντως ο λόγος αυτός εφέσεως ήταν γενικά αόριστος αφού δεν γίνεται επίκληση του χρόνου γνώσεως των δικαιουμένων εγκλήσεως αλλά των, πράγμα που εδώ δεν ενδιαφέρει, "φερομένων θυμάτων" (βλ. σελ. 50-51 της άνω εφέσεως). ΙΙ) 'Ετσι το συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, στο οποίο επανήλθε η υπόθεση μόνο για τις άνω πράξεις και για έρευνα του άνω μόνου λόγου, εξέδωσε το υπ'αριθμ. 62/2007 βούλευμά του, με το οποίο γίνονται δεκτά τα εξής με καθ'ολοκληρίαν αποδοχή της πρότασης της Εισαγγελέα Εφετών: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν για το ζήτημα του εμπροθέσμου ή μη των εγκλήσεων των ασκούντων την γονική μέριμνα γονέων των παθόντων ανηλίκων τα εξής": Στη συνέχεια γίνεται ειδική μνεία των ανώμοτων καταθέσεων των ανηλίκων παθόντων Β, Α και Γ στις οποίες στηρίζει την κρίση ότι οι γονείς των ανηλίκων, ως ασκούντες την γονική μέριμνα έλαβαν γνώση των υπό κρίση πράξεων "εντός του Αυγούστου 2004", διότι τότε τους ανέφεραν οι ανήλικες παθούσες αυτές και τον δράστη τους και αυτή η γνώση είναι η μοναδική πηγή πληροφοριών τους. Δεδομένου δε ότι υπέβαλαν τις εγκλήσεις γι'αυτές (πράξεις) στις 28-9-2004, αυτές (εγκλήσεις) είναι εμπρόθεσμες. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 2-12-2007 (βλ. το από 2-12-2007 αποδεικτικό του αστυφύλακα Α προς την σύνοικο σύζυγό του) και κατ'αυτού άσκησε ο ίδιος ενώπιον του γραμματέα Βουλευμάτων του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας στις 11-12-2007 την υπ'αριθμ. 1/2007 αναίρεση προβάλλων έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι α) δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, η δε ολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση προϋποθέτει ότι σ'αυτή (=εισαγγελική πρόταση) υπάρχει αυτή η αναφορά, πράγμα που εδώ δεν συμβαίνει, β) δεν περιλαμβάνει πραγματικές παραδοχές όσον αφορά το χρόνο γνώσεως του δικαιουμένου σε έγκληση της αξιόποινης πράξης και του πράξαντος. Ειδικότερα το συμβούλιο δεν αναφέρει ποιά αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη του, από δε τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει ουδέν προκύπτει για τον χρόνο γνώσεως των γονέων των ανηλίκων, όπως και η παραδοχή του βουλεύματος ότι ο χρόνος της κρίσιμης αυτής γνώσης είναι ο μήνας Αύγουστος 2004 είναι αυθαίρετος και αναιτιολόγητος. ΙΙΙ) Επειδή προ πάσης έρευνας της ουσίας του άνω λόγου αναίρεσης πρέπει να έχει καταφαθεί ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται σε αναίρεση, διότι άλλως η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη -476 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 482 ΚΠΔ (όπως αντικ. με το άρθρο 41 παρ. 1 ν. 3160/2003) ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν τον παραπέμπει για κακούργημα, σε εγκλήματα δε που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά. Αν το συμβούλιο Εφετών επιλήφθηκε μετά από έφεση, κατά του βουλεύματος που εκδίδεται από αυτό μπορεί να ασκηθεί αναίρεση μόνο υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Η άνω διάταξη καθορίζει περιοριστικά τα βουλεύματα που υπόκεινται σε αναίρεση (βλ. Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, τόμ. γ

(1977)σελ. 280, ΑΠ 610/2004, ΑΠ 2275/2002, ΑΠ 1944/2002, ΑΠ 535/95 κ.α.) Από τη διατύπωση της άνω διάταξης "μπορεί να ζητήσει" συνάγεται σαφώς ότι ο κατηγορούμενος όταν ασκεί αναίρεση για το κακούργημα, αυτή δεν επεκτείνεται αυτοδικαίως και στο συρρέον ή συναφές πλημμέλημα αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα. Επομένως ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να ασκήσει ούτε αυτοτελή αναίρεση μόνο για πλημμέλημα που είναι συναφές ή συρρέον με κακούργημα για το οποίο δεν άσκησε αναίρεση (βλ. ΑΠ 1878/83 ΠΧρ ΛΔ 660 πρβλ ΑΠ 1064/2000) ή για το οποίο δεν επιτρέπεται αναίρεση. Επίσης δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο μόνο για πλημμέλημα (βλ. και ΑΠ 684/2004, ΑΠ 238/2003, ΑΠ 497/2003 κ.α.), αφού έτσι ενισχύεται η παρέλκυση της εκδίκασης αυτών γι'αυτό και δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά πλημμελημάτων. Ως παραπεμπτικό βούλευμα - κατά την έννοια της άνω διατάξεως - νοείται και το βούλευμα του συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει ως αβάσιμη την κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, αφού ενσωματώνεται σ'αυτό (βούλευμα του συμβουλίου Εφετών) το πρωτόδικο βούλευμα - βλ. ΑΠ 53/92, ΑΠ 466/94, ΑΠ 1107/95, ΑΠ 106/97, ΑΠ 1944/2002 κ.α.- Ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά του βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών υπό τις αυτές προϋποθέσεις ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, όπως ρητά ορίζει η παρ. 2 του άρθρου 482 ΚΠοινΔ. Το άνω ζήτημα δεν αλλάζει όταν έχει ασκηθεί αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει για κακούργημα και πλημμέλημα και ο 'Αρειος Πάγος απορρίψει αυτή ως αβάσιμη (και επομένως η παραπομπή γίνει αμετάκλητη) για το κακούργημα και αναιρέσει, ήτοι παραπέμψει για νέα συζήτηση για το πλημμέλημα και το συμβούλιο (Εφετών) απορρίψει την έφεση ως αβάσιμη γι'αυτό, αφού και στην περίπτωση αυτή λαμβάνει χώρα παραπομπή μόνο για πλημμέλημα - βλ. Ζησιάδη Ποινική Δικονομία τομ. γ
(1977)σελ. 283, ΑΠ 470/70 ΠΧρ ΚΑ
  1. Δεν πρόκειται για "οιονεί" συνέχεια της πρώτης αναίρεσης αφού όχι μόνο δεν έχουμε προσβολή για κακούργημα (με συνέπεια να μπορεί ο κατηγορούμενος να ζητήσει αναίρεση και για το συρρέον ή συναφές πλημμέλημα) - αφού ήδη η παραπομπή γι'αυτό είναι αμετάκλητη- αλλά και διότι συνεπώς δεν συντρέχει ούτε ο δικαιολογητικός λόγος καθιερώσεως του δικαιώματος αναιρέσεως και για το συρρέον ή συναφές πλημμέλημα, ήτοι σύγχρονος εκτίμηση της όλης υπόθεσης, εχώρησε ήδη νέα κρίση αυτοτελής και ανεξάρτητη της πρώτης. Ο κατηγορούμενος με την πρώτη αναίρεση εξάντλησε το δικαίωμά του, η δε νέα κρίση είναι αποτέλεσμα αυτής και πέτυχε συνεπώς με αυτή την επανεκτίμηση της υπόθεσης για το αναιρεθέν πλημμέλημα. Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση είναι απαράδεκτη διότι στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση. IV) Εάν ήθελε γίνει δεκτόν ότι η αναίρεση ασκήθηκε νομοτύπως, πρέπει να σημειωθούν τα εξής σε σχέση με τον λόγον αναίρεσης. Επειδή ο χρόνος γνώσεως αποτελεί πραγματικό ζήτημα, πρόκειται για κρίση περί πράγματος, και συνεπώς δεν ελέγχεται αναιρετικά (βλ. ΑΠ 1511/2005, ΑΠ 1505/2005, ΑΠ 1536/97, ΑΠ 1299/95 κ.α., Ζησιάδη ΓενΜ, τομ. β σελ. 585) απαιτείται όμως να εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις οι αποδείξεις που θεμελιώνουν τη γνώση (βλ. ΑΠ 1840/87, ΑΠ 1274/2007, ΑΠ 1304/2006, ΑΠ 141/2006, ΑΠ 237/2004 κ.α.). Εξ άλλου, επειδή ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι τρίτου (ουσιαστικού) βαθμού δικαιοδοσίας και συνεπώς δεν ελέγχει την ουσία της υπόθεσης και συνεπώς δεν προβαίνει σε εκτίμηση των αποδείξεων, έπεται ότι δεν συνιστά λόγον αναίρεσης η (τυχόν) εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 2078/2005, ΑΠ 1880/2005 στο τέλος, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 1668/2007 κ.α.), πράγμα που συμβαίνει και όταν επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων -βλ. ΑΠ 829/
  2. Ο 'Αρειος Πάγος δεν μπορεί να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα. Η ειδική μνεία ορισμένων αποδεικτικών μέσων δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα αποδεικτικά μέσα -βλ. ΑΠ 570/2006, ΑΠ 1101/2006 κ.ά.- Τέλος, το συμβούλιο Εφετών μπορεί να αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα, εφ'όσον σ'αυτή περιέχονται τα απαιτούμενα στοιχεία, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση καθίσταται τμήμα του ίδιου του βουλεύματος, το οποίο, μετά από έλεγχο της υπόθεσης, αποδέχεται τα ίδια και συνεπώς δεν έχει νόημα η επανάληψη από αυτό των αυτών γενομένων δεκτών περιστατικών, αποδείξεων, συλλογισμών (βλ. ΑΠ 65/2007, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 501/2006, ΑΠ 658/2006, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 2464/2005 κ.α.). Ενόψει των ανωτέρω ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος αφού ρητά στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται μνεία των αποδεικτικών μέσων αφενός μεν και τονίζεται ειδικώτερα που στηρίζεται η σχετική κρίση του συμβουλίου για το κρίσιμο ζήτημα αφετέρου. Η άλλη αιτίαση είναι απαράδεκτη αφού πρόκειται για κρίση πράγματος που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Να σημειωθεί εδώ ότι η αναφορά των αποδεικτικών μέσων δεν αναφέρεται στον έλεγχο της ουσίας της υποθέσεως - έτσι ώστε να μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί ότι δεν αναφέρονται όλα - αλλά για το κρίσιμο ζήτημα της γνώσεως? ούτε άλλωστε υπάρχει ισχυρισμός για κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν ελήφθη υπόψη και δεν αναφέρεται και αφορά το άνω κρίσιμο ζήτημα. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 1/2007 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ'αριθμ. 62/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτού. Αθήνα 11 Φεβρουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ.18 του ν.2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός άλλων περιπτώσεων, εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει σχετικά Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ παραπέμφθηκε αμετάκλητα στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης παιδιών κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση, που φέρει χαρακτήρα κακουργήματος, ενώ για την πλημμεληματικού χαρακτήρα αξιόποινη πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας προσώπου νεότερου των δώδεκα ετών, το 86/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση του ως άνω κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, αναιρέθηκε με την 1569/2007 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ως άνω δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, το οποίο με το υπ'αριθ. 62/2007 βούλευμα του απέρριψε τους λόγους εφέσεως και κατά το μέρος που αφορούσαν το ανωτέρω συναφές πλημμέλημα, επικυρώνοντας έτσι το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του ανωτέρω δευτεροβαθμίου βουλεύματος ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος άσκησε και πάλι την υπό κρίση από 11-12-2007 αίτηση αναιρέσεως, η οποία, σύμφωνα με την πρόταση του Εισαγγελέα, πρέπει ν'απορριφθεί, κατ'άρθρο 482 ΚΠΔ, ως απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά βουλεύματος, το οποίο δεν υπόκειται σε αναίρεση. 'Όμως, παρότι ανακύπτει ζήτημα απαραδέκτου της αναιρέσεως, δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας ότι ο αναιρεσείων ή ο αντίκλητός του έχουν ειδοποιηθεί από τον εισαγγελέα, όπως επιτάσσει το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, προκειμένου να προσέλθουν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε Συμβούλιο) για να εκθέσουν τις απόψεις τους, Συνεπώς, εφόσον είναι, εν προκειμένω, υποχρεωτική η ειδοποίηση-ακρόαση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και δεν έγινε, το Συμβούλιο πρέπει να απόσχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, προκειμένου να ειδοποιηθεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ή ο αντίκλητός του. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση από 11-12-2007 αιτήσεως του Χ για αναίρεση του υπ'αριθμ. 62/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, προκειμένου να ειδοποιηθεί από τον Εισαγγελέα αυτός ή ο αντίκλητός του για να προσέλθουν ενώπιον του Συμβουλίου αυτού και να εκθέσουν τις απόψεις τους, αναφορικά με το παραδεκτό ή μη της ως άνω αναιρέσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου
  3. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου
  4. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.