Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1942 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Απόπειρα, Κλοπή, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Πολιτική αγωγή. Περίληψη: Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας και απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης με την επίκληση των λόγων α) της απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο, β) της υπερβάσεως εξουσίας, γ) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δ) εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 372 παρ.1 ΠΚ. Νομίμως επιδικάσθηκε υπέρ των πολιτικώς εναγόντων χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που είχαν δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν παραστάθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 372 παρ.1 ΠΚ. Δεν επάγεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης. ΑΡΙΘΜΟΣ 1942/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Δ. Τ. του Γ. και 2) Π. Κ. του Ν., αμφοτέρων κατοίκων ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σταύρου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 7277/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Γ. Δ., 2) Δ. Μ., 3) Δ. Δ., 4) Δ. Κ., 5) Μ. Δ., 6) Μ. Δ., 7) Μ. Π., 8) Μ. Π., 9) Π. Μ. και 10) Σ. Μ., οι οποίοι δεν παρέστησαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Απριλίου 2010, δύο
(2)τον αριθμό, αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 583/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, οι υπό κρίση από 6 Απριλίου 2010, δυο αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Δ. Τ. του Γ. και 2) Π. Κ. του Ν., αντιστοίχως, κατά της υπ' αριθμό 7277/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, είναι παραδεκτές και ταυτόσημοι, πρέπει, λόγω τη πρόδηλης συνάφειας τους, να συνεκδικαστούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Π.Δ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλλει την απαίτηση του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται, η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, καθώς και από τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που αναγνώσθηκαν, προκύπτει ότι πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου, εμφανίστηκαν οι: 1) Π. Ε. Μ., 2) Μ. Π. συζ. Π. Μ., 3) Σ. Μ., 4) Δ. σύζ. Σ. Μ., 5) Μ. Π., 6) Δ. Κ., 7) Δ. Δ., 8) Μ. θυγ. Δ. Δ., 9) Γ. θυγ. Δ. Δ., και 10) Μ. Δ., και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες κατά καθενός εκ των προαναφερόμενων κατηγορουμένων, και ζήτησαν να υποχρεωθούν να καταβάλουν στον καθένα απ' αυτούς το ποσό των 40 ευρώ, ως χρηματική τους ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχουν υποστεί λόγω των αδικημάτων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κήρυξε αμφότερους τους κατηγορούμενους ενόχους, για την πράξη της κλοπής ηλεκτρικής ενέργειας από κοινού και κατ' εξακολούθηση, επιπρόσθετα δε τον κατηγορούμενο Π. Κ., ένοχο, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, και για την πράξη της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Στη συνέχεια δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής για αμφότερα τα αδικήματα και επιδίκασε, στο σύνολο του, το αξιούμενο ποσό από τον καθένα πολιτικώς ενάγοντα και σε βάρος καθένα από τους κατηγορούμενους. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπου είχε αχθεί κατόπιν εφέσεως αμφοτέρων των καταδικασθέντων κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, πριν ακόμη αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, οι από τους πολιτικώς ενάγοντες 1) Π. Μ., 2) Σ. Μ., 3) Μ. Π., 4) Μ. Δ. και 5) Μ. Δ., επανέλαβαν τη δήλωση τους για παράσταση, αξιώνοντας ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 40 ευρώ, που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως στον καθένα απ' αυτούς, ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που τους προκάλεσαν οι κατηγορούμενοι και δήλωσαν ότι διορίζουν πληρεξούσιο τους τον αναφερόμενο στα πρακτικά δικηγόρο Δημήτριο Νασιόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ως βάσιμη τη δήλωση αυτή, και επιδίκασε τόσο υπέρ εκείνων που παραστάθηκαν εκ νέου στη δευτεροβάθμια δίκη, ως πολιτικώς ενάγοντες, όσο και υπέρ εκείνων που είχαν παρασταθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όχι όμως και ενώπιον του Εφετείου, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχαν υποστεί αυτοί από τα σε βάρος τους εγκλήματα, το ποσόν που αυτοί είχαν ζητήσει. Ενόψει αυτών οι πολιτικώς ενάγοντες παρέστησαν νομίμως στη διαδικασία ενώπιον του ακροατηρίου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α' και Η' περ. γ' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής (άρ.171 παρ.2 ΚΠΔ) και υπερβάσεως εξουσίας, καθώς και οι αιτιάσεις αυτών ότι οι πολιτικώς ενάγοντες δεν προσδιόρισαν την ζημία τους και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των αξιοποίνων πράξεων και της υλικής ζημίας ή βλάβης του καθένα απ' αυτούς καθώς και ότι δεν προσδιόρισαν την αξιόποινη πράξη για την οποία δηλώθηκε η πολιτική αγωγή, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ1 άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 7277/2009 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα, από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την πρωτόδικη απόφαση με τα πρακτικά της που αναγνώσθηκε, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και μνημονεύονται ανωτέρω, την απολογία των κατηγορουμένων και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η δεύτερη κατηγορουμένη Δ. Τ. είναι ιδιοκτήτρια του με στοιχεία Δ-1 διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου της επί της οδού ..., στο ..., πολυκατοικίας, στο οποίο, κατά το παρακάτω αναφερόμενο χρονικό διάστημα, διέμενε με το σύζυγο της Π. Κ., πρώτο κατηγορούμενο, και τα τέκνα της. Η πολυκατοικία αυτή, δυνάμει της με αριθμό ... πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμάτη Καταπόδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, έχει υπαχθεί στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας και οι σχέσεις μεταξύ των συνιδιοκτητών ρυθμίζονται από τον κανονισμό της πολυκατοικίας, που περιέχεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη. Οι μηνυτές Π. Μ., Μ. σύζυγος Π. Μ., Σ. Μ., Δ. σύζυγος Σ. Μ., Μ. Π., Δ. Κ., Β. σύζυγος Δ. Κ., Δ. Δ., Μ. Δ. του Δ. και Γ. Δ. του Δ. είναι συνιδιοκτήτες της ίδιας πολυκατοικίας, ενώ η εγκαλούσα Μ. Δ., συγκατοικούσε με τις αδελφές της Μ. και Γ. Δ. σε διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας. Η εν λόγω πολυκατοικία διαθέτει κεντρική θέρμανση και κάθε διαμέρισμα έχει αυτονομία στη θέρμανση. Οι κατηγορούμενοι, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 έως 13-2-2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εκ προθέσεως, αφαίρεσαν από την κατοχή άλλων ενέργεια θερμότητας, με σκοπό να την ιδιοποιηθούν παράνομα, την οποία τελικά και ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Συγκεκριμένα, επενέβησαν στην ηλεκτροβάνα του διαμερίσματός τους, η οποία ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την αυτονομία θέρμανσης του διαμερίσματος τους, με αποτέλεσμα αυτή να μη λειτουργεί και έτσι, ενώ το διαμέρισμα τους θερμαινόταν κανονικά κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ο αντίστοιχος ωρομετρητής δεν κατέγραψε τις ώρες λειτουργίας της αυτόνομης θέρμανσης του διαμερίσματος τους. Αυτό είχε ως συνέπεια να μην πληρώνουν την αντίστοιχη δαπάνη για το πετρέλαιο λειτουργίας της κεντρικής θέρμανσης και να επιβαρύνονται με αυτό οι ως άνω ένοικοι και συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας. Η κατανάλωση θερμότητας γινόταν εν αγνοία των λοιπών ενοίκων της πολυκατοικίας και με ζημία αυτών, οι οποίοι επιβαρύνονταν με την αξία της ενέργειας που καταναλώθηκε για τη θέρμανση του διαμερίσματος των κατηγορουμένων, αφού οι ώρες κατανάλωσης δεν καταγράφονταν από τον ωρομετρητή του διαμερίσματος τους και έτσι η κατανομή της δαπάνης πετρελαίου γινόταν μεταξύ των ενοίκων των λοιπών διαμερισμάτων της πολυκατοικίας. Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι αφαιρούσαν κατ' εξακολούθηση ενέργεια θερμότητας σε βάρος των λοιπών ενοίκων και όταν έγιναν αντιληπτοί, δεν επέτρεψαν στη διαχείριση της πολυκατοικίας να διενεργήσει σχετικό έλεγχο. Πιο συγκεκριμένα, στις 13-2-2006, οι τότε διαχειρίστριες Μ. Π. και Μ. Δ., ζήτησαν από τους κατηγορουμένους, επειδή ο ωρομετρητής του διαμερίσματος του ήταν μηδενικός, να ελέγξουν αν τα σώματα θέρμανσης του διαμερίσματος ήταν ζεστά, πλην όμως δεν τους επέτρεψαν την είσοδο, παρά την εμμονή τους. Στη συνέχεια, οι ως άνω διαχειρίστριες κάλεσαν τον τεχνικό Ν. Γ. να ελέγξει την ηλεκτροβάνα του διαμερίσματος των κατηγορουμένων και αυτός διαπίστωσε ότι η ηλεκτροβάνα ήταν κατεστραμμένη, με αποτέλεσμα το διαμέρισμα να θερμαίνεται συνεχώς, χωρίς να αναγράφεται στον ωρομετρητή η κατανάλωση. Μετά από τη διαπίστωση αυτή, με εντολή της διαχείρισης, διακόπηκε η παροχή ζεστού νερού στο διαμέρισμα των κατηγορουμένων από τον πίνακα αυτονομίας, που βρίσκεται σε κοινόχρηστο χώρο στο διάδρομο του τετάρτου ορόφου, μέχρι να αποκατασταθεί η βλάβη της ηλεκτροβάνας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ενστάσεις μεταξύ κατηγορουμένων και των λοιπών ενοίκων της πολυκατοικίας. Μάλιστα στις 24-3-2006, δημιουργήθηκε επεισόδιο και ο πρώτος εξ αυτών, ενώ η εγκαλούσα Μ. Δ. βρισκόταν στη σκάλα μεταξύ τετάρτου και τρίτου ορόφου, την έπιασε από το λαιμό και την έσπρωξε με βία προς τη σκάλα, με αποτέλεσμα, ως εκ του τρόπου που τελέστηκε η πράξη, να κινδυνεύσει η ζωή της, πλην όμως τελικά δεν έπεσε, διότι μπροστά της βρισκόταν η αδελφή της Μ. Δ., η οποία κατάφερε να την συγκρατήσει, χωρίς να υποστεί κάποια σωματική κάκωση. Ο ισχυρισμός του εν λόγω κατηγορουμένου ότι βρέθηκε σε κατάσταση άμυνας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την πλευρά της εγκαλούσας δεν υπήρξε καν επίθεση, δηλαδή ενέργεια από την οποία να εκτέθηκε σε κίνδυνο έννομο αγαθό αυτού, ο δε ισχυρισμός του ότι εισήλθε στο διαμέρισμα του, χωρίς τη θέληση του και την έβγαλε έξω από αυτό για να υπερασπισθεί τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα των ανηλίκων τέκνων του, ελέγχεται αβάσιμος. Με βάση αυτά, αποδεικνύεται η βασιμότητα της κατηγορίας και, αφού απορριφθεί το αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την βλάβη της ηλεκτροβάνας, διότι δεν κρίνεται αναγκαία και το Δικαστήριο μπορεί να οδηγηθεί σε ασφαλή δικανική πεποίθηση από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, πέραν του γεγονότος ότι από τότε παρήλθε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και οπωσδήποτε θα επήλθε μεταβολή των πραγμάτων, πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αξιόποινης πράξεως της κλοπής ενέργειας θερμότητας, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό και επιπλέον ο πρώτος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξεως της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από επικίνδυνη σωματική βλάβη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι την τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων διήγαγαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, γι' αυτό πρέπει να τους αναγνωρισθεί η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ)". Ενόψει των παραδοχών αυτών της προσβαλλόμενης απόφασης, οι προβαλλόμενοι κατ' αυτής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε του Κ.Π.Δ, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, α) ότι δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και β) ότι εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 του Π.Κ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τούτο γιατί η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου αιτιολογείται με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις με τις παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες: α) με κοινό δόλο και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού αδικήματος της κλοπής για την οποία αυτοί καταδικάσθηκαν, αφαίρεσαν από την κατοχή των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυόροφης οικοδομής, στην οποία οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι διέμεναν, ξένο κινητό πράγμα. Ειδικότερα, εκτίθεται στην απόφαση ότι οι κατηγορούμενοι, αφού επενέβησαν αυθαιρέτως στην ηλεκτροβάνα του διαμερίσματός τους, η οποία ήταν συνδεδεμένη με το σύστημα αυτόνομης θέρμανσης, που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της πολυόροφης οικοδομής, πέτυχαν να εξοικονομήσουν θερμική-ηλεκτρική ενέργεια για το διαμέρισμά τους, χωρίς ο αντίστοιχος καταμετρητής τους, να καταγράφει την κατανάλωση που αυτοί (κατηγορούμενοι) πραγματοποιούσαν, επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό τη θέρμανση του δικού τους διαμερίσματος, προς βλάβη της περιουσίας των λοιπών ιδιοκτητών των διαμερισμάτων, οι οποίοι και επιβαρύνονταν αναλόγως το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, που αυτοί εξοικονομούσαν με τον πιο πάνω παράνομο τρόπο, β) επίσης, αιτιολογείται η εξακολουθητική παράνομη συμπεριφορά των κατηγορουμένων και οριοθετείται η χρονική διάρκεια αυτής της αξιόποινης συμπεριφοράς τους, η οποία προσδιορίζεται χρονικά από το έτος 2002 έως 13-2-2006, χωρίς να είναι αναγκαίος ο χρονικός προσδιορισμός κάθε μερικότερης πράξης και γ) αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι αφαίρεσαν από την κατοχή άλλων ξένο κινητό πράγμα και συγκεκριμένα ηλεκτρική-θερμική ενέργεια, ενώ, από πρόδηλη παραδρομή γίνεται αναφορά για αφαίρεση ενέργειας θερμότητας. Εξάλλου δεν παραβιάζεται η σχετική διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 του Π.Κ, από το γεγονός ότι οι ίδιοι οι πολιτικώς ενάγοντες ήσαν συγκύριοι του αφαιρεθέντος πράγματος, αφού η πράξη της κλοπής τελείται με την εν όλω ή εν μέρει αφαίρεση του ξένου κινητού πράγματος. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, αναφέρονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ετέρου αδικήματος της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Π. Κ., είναι δε αβάσιμη η αιτίαση του, ότι επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, για το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για την οποία είχε καταδικασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την παραδοχή ότι με την ενέργεια του μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα κίνδυνο της ζωής της και ως εκ τούτου χειροτέρευσε η θέση του κατηγορουμένου. Τούτο γιατί η κρίση αυτή αιτιολογείται με την παραδοχή ότι ως εκ του τρόπου και του μέσου που εκδήλωσε ο αναιρεσείων την αξιόποινη συμπεριφορά του σε βάρος της παθούσας, ήταν δυνατό να προκαλέσει σ' αυτήν κίνδυνο της ζωής της, με τη βεβαία πτώση της επί της κλίμακος, η οποία τελικά αποφεύχθηκε λόγω της παρεμβολής τρίτου προσώπου, που συγκράτησε την παθούσα. Σε κάθε όμως, περίπτωση ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλείται την πλημμέλεια αυτή, δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επέβαλε σ' αυτόν μικρότερη ποινή για την πράξη αυτή, από εκείνη που του είχε επιβληθεί πρωτοδίκως. Ως εκ τούτου, ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως του Π. Κ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμό πρωτ. 2608 και 2609 από 6-4-2010 αιτήσεις της Δ. Τ. του Γ. και του Π. Κ. του Ν., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 7277/25-9-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, για τον καθένα τους. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010 και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ