Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1944 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ε.Σ.Δ.Α.. Περίληψη: Απόρριψη ως απαραδέκτου αναιρέσεως κατηγορουμένου κατά αποφάσεως με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση υπόθεσης που έπρεπε κατά νόμο να τεθεί στο αρχείο από τον αρμόδιο εισαγγελέα, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 ν. 3346/06 (παραγραφή ποινής υφόρον). Η απόφαση δεν είναι «οριστική» και συνακόλουθα δεν συγχωρείται η άσκηση αναιρέσεως. Ο αποκλεισμός του δικαιώματος της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, κατά της πιο πάνω αποφάσεως δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Αριθμός 1944/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου- Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Θανόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ΄ αριθμ. 300/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 721/07. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 296/19.7.07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 11-4-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ....., κατά της υπ΄αριθμ. 300/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρ. 504 § 1 Κ.Π.Δ., όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρ. 370). Εξάλλου, κατά το άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα, που οφείλει να ειδοποιήσει, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν να εισαχθή η υπόθεση στο δικαστήριο (συμβούλιο), τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή το αντίκλητό του, για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του και αφού ακούσει τους διάδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε. Στην προκειμένη περίπτωση, διά της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως εκηρύχθη απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως του αναιρεσείοντος, κατά της υπ΄αριθμ. 2760/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ησκήθη κατά αποφάσεως κατά της οποίας δεν επιτρέπεται το ένδικο τούτο μέσο, αφού διά της αποφάσεως αυτής το δικαστήριο δεν απεφάνθη τελειωτικώς επί της κατηγορίας (άρθρ. 370 Κ.Π.Δ.) και δεν έπαυσε οριστικώς, ούτε εκήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη, υπό του νόμου δε, δεν ορίζεται ειδικώς κάτι άλλο διά την απόφαση αυτή. Κατ΄ακολουθία, πρέπει να κηρυχθή απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω Να κηρυχθή απαράδεκτη η από 11-4-2007 αίτηση αναιρέσεως του ....., κατά της υπ΄αριθμ. 300/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 18 Ιουνίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΔημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει επ'αυτού συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκεινται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, οι ανέκκλητες αποφάσεις των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, από δε τις αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, όσες είναι οριστικές, με την έννοια ότι το δικαστήριο αποφαίνεται τελειωτικά: για την αθώωση, την καταδίκη, την οριστική παύση της ποινικής δίωξης και την κήρυξη της ως απαράδεκτης. ΄Αλλες αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθούν με τις παραπάνω και να είναι δυνατή και η κατ'αυτών άσκηση αναίρεσης, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 463 ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα". Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 και 2 του Ν. 3346/2005, 2 και 114 Π.Κ. και 568 ΚΠΔ, προκύπτει ότι οι επιβληθείσες μέχρι την 17-6-2005 ποινές έως έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία εκτιθεί παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο, ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δέκα οκτώ μήνες από 17-6-2005 σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, ενώ οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ. 1 του άρθρου 32 του Ν. 3346/2005 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου κατά περίπτωση. Η κατ' έφεση δε εκδοθείσα απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση υποθέσεως, που έπρεπε να τεθεί στο αρχείο με διάταξη του αρμοδίου εισαγγελέα, λόγω συνδρομής των πιο πάνω προϋποθέσεων του Ν. 3346/05, δεν είναι "οριστική" με την προαναφερθείσα έννοια, και, συνακόλουθα, δεν συγχωρείται η άσκηση αναιρέσεως εναντίον της. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά της 300/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 2760/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, με την οποία είχε αυτός καταδικασθεί, με τριετή αναστολή, σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών για παράβαση του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 1132/1981, ποινή η οποία δεν είχε εκτιθεί μέχρι 17/6/2005 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 3346/05). Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως, διότι έκρινε ότι δεν ήταν επιτρεπτή η συζήτησή της, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 32 του ν. 3346/2005, για την υπό όρον παραγραφή της ποινής και η υπόθεση έπρεπε να τεθεί στο αρχείο με πράξη του αρμοδίου εισαγγελέα. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αναίρεση είναι απαράδεκτη (476 παρ. 1 ΚΠΔ), αφού ασκήθηκε εναντίον απόφασης για την οποία δεν προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου. Τούτο δε, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποφάνθηκε τελειωτικά για την αθώωση, την καταδίκη, την οριστική παύση της ποινικής δίωξης και την κήρυξή της ως απαράδεκτης, αλλά η έφεση που ασκήθηκε κατά της 2760/2004 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας δεν συζητήθηκε, και η σχετική απόφαση έχει αρχειοθετηθεί, λόγω παραγραφής υπό όρον, σύμφωνα με το άρθρο 32 ν. 3346/2005, και μπορεί να ενεργοποιηθεί εκ νέου, αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις που καθορίζονται με την τελευταία αυτή διάταξη. Ο αποκλεισμός δε του δικαιώματος της ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Ειδικότερα, το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ δεν καθιερώνει παραλλήλως υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για θέσπιση και ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια, τα ένδικα μέσα μπορεί κατ' αρχήν να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό τη ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Μετά από αυτά, και την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να καταδικασθεί o αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ 1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 4/11-4-2007 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του ....., κατά της 300/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.