← Ελλάδα

ΑΠ 1947/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Ακυρότητα σχετική

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1947 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Ακυρότητα σχετική. Περίληψη: Για το ορισμένο των αναιρετικών λόγων από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ και Δ΄ του ΚΠΔ απαιτούνται : στην πρώτη περίπτωση η σχετική ακυρότητα να συνέβη στο ακροατήριο και να προσδιορίζεται με έκθεση των πραγματικών περιστατικών που τη θεμελιώνουν. Στη δεύτερη περίπτωση η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Το Δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει και επιπλέον να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, αν αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και δεν συνοδεύονται από αναφορά πραγματικών περιστατικών, τα οποία αληθή υποτιθέμενα, δικαιολογούν τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και του ελαφρυντικού. Απορρίπτει την αίτηση. Αριθμός 1947/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση) Θεοδώρα Γκοΐνη, Νικόλαο Ζαΐρη, ορισθέντα με την υπ'αριθμό 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, ορισθείσα με την υπ'αριθμό 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη, περί αναιρέσεως της 2196/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την ....... Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 883/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ, "στην έκθεση (άσκησης ένδικου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως ή βουλεύματος είναι να περιέχεται σ' αυτή λόγος αναιρέσεως, διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Απλή επίκληση του περιεχομένου της οικείας διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά σχετικών περιστατικών και, ειδικότερα, χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεν αρκεί (ΟλΑΠ 19/2001). Εξάλλου, οι ανύπαρκτοι λόγοι αναιρέσεως και οι εξομοιούμενοι με αυτούς ασαφείς και αόριστοι λόγοι, που είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, δεν μπορούν να συμπληρωθούν παραδεκτώς με πρόσθετους λόγους ή με λόγους που βρίσκονται έξω από την έκθεση αναιρέσεως. Ειδικότερα, για το ορισμένο των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Δ' ΚΠοινΔ λόγων αναιρέσεως? α) της σχετικής ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1) και δεν καλύφτηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 και β) της ελλείψεως της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αντιστοίχως, απαιτούνται τα ακόλουθα. Στην πρώτη περίπτωση, η σχετική ακυρότητα να συνέβη στο ακροατήριο και να προσδιορίζεται με έκθεση των πραγματικών περιστατικών που τη θεμελιώνουν. Τέτοια ακυρότητα συνιστά και η κατά παράβαση του άρθρου 211 περ. α του ΚΠοινΔ εξέταση μάρτυρα που δεν έπρεπε να εξετασθεί. Κατά τη διάταξη αυτή με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση... Στη δεύτερη περίπτωση αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, πρέπει να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως και αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς για τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 ΠΚ, αφού από την αναγνώριση ή μη τέτοιων περιστάσεων εξαρτάται και η μείωση της προβλεπόμενης από την εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη ποινής. Το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει και, επιπλέον να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση προτεινομένων αυτοτελών ισχυρισμών, αν αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και δεν συνοδεύονται από αναφορά των πραγματικών περιστατικών τα οποία αληθή υποτιθέμενα, δικαιολογούν πράγματι τη συνδρομή των περιστάσεων αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με την κρινόμενη αίτηση, πλήττει την υπ' αριθμ. 2196/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε, κατ' έφεση, σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατριών

(13)μηνών, για τα αδικήματα της απλής συνέργειας σε μαστροπεία, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία, και της απλής συνέργειας σε παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1α του Ν.2734/1999, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Αυτός, με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του ποινικού τμήματος του Εφετείου Αθηνών, άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως, για τους παρακάτω λόγους? "α) Σύμφωνα με το άρθρο 510 1Β υπάρχει σχετική ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1) που δεν καλύφτηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 ΚΠοινΔ, αφού προτάθηκε η ένσταση του άρθρου 211 εδ. α ΚΠοινΔ εγγράφως και προφορικά ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 5/3/2007 και απορρίφτηκε. β) Σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1Δ υπάρχει έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, αφού απορρίφθηκε η συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α, 84 παρ. 2ε ΠΚ αναιτιολόγητα". Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, όπως διατυπώθηκαν στην έκθεση αναιρέσεως, είναι αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, η δε επιχειρούμενη συμπλήρωσή τους με το από 18-4-2008 σημείωμα, που κατέθεσε ο αναιρεσείων μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, είναι ανεπίτρεπτη. Ειδικότερα, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως συγκεκριμένες παραλείψεις που τον συνιστούν. Μόνη δε η αναφορά στην αίτηση αναιρέσεως των διατάξεων του ΚΠοινΔ που προβλέπουν τη σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο δεν αρκεί. Περαιτέρω από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε ζητήσει, δια του συνηγόρου του, "να του αναγνωρισθούν ελαφρυντικά 84 παρ. 2α ή 84 παρ. 2ε". Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, γιατί ο αναιρεσείων δεν επικαλείται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αληθή υποτιθέμενα δικαιολογούν πράγματι τη συνδρομή των περιστάσεων αυτών. Επομένως το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συνράγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα αιτήματα προς αναγνώριση των από το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ ελαφρυντικών περιστάσεων, που προτείνονται, εκ περισσού δε το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με την αιτιολογία ότι δεν υφίστανται οι απαιτούμενες προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, κατά τον οποίο το εκδόσαν την πληττόμενη απόφαση Δικαστήριο αναιτιολόγητα απέρριψε τα ζητηθέντα ως άνω ελαφρυντικά. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-3-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2196/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουλίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιουλίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.