Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1948 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Μη καταβολή ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: α) της παράβασης των διατάξεων για τη δημοσιότητα, για το ότι η απόφαση δεν απαγγέλθηκε δημόσια, β) της απόλυτης ακυρότητας για το ότι μετά την εξέταση του μάρτυρα, δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του, γ) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του για αδυναμία καταβολής των χρεών, λόγω της κηρύξεως σε πτώχευση της Ο. Ε της οποίας ετύγχανε ομόρρυθμο μέλος. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως. ΑΡΙΘΜΟΣ 1948/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Μ. Α. του Λ., κάτοικο …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοδώρου Γκουντούνα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 62892/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Αυγούστου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1194/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Γ του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, αποτελεί και η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για το ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις που αφορούν τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ειδικότερα γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτήν, ότι απαγγέλθηκε δημόσια στο ακροατήριο και κατά τρόπο που να αποκλείει στον καθένα την ελεύθερη πρόσβαση στο ακροατήριο και παρακολούθηση της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η απόφαση απαγγέλθηκε δημόσια στο ακροατήριο, χωρίς να παρεμποδίζεται η προσέλευση οιουδήποτε προσώπου, που θα ήθελε να παρακολουθήσει την ακροαματική διαδικασία. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ του Κ.Π.Δ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ, "μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.3, 366 και 368 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως, εφόσον το ζητήσουν. Και αν μεν ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα. Αν όμως, δεν ζητήσουν αυτοί τον λόγο ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί μετά την εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας Φ. Α., η Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν έδωσε τον λόγο στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που τον εκπροσωπούσε, προκειμένου να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα του, χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, πέραν του γεγονότος, ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. 10η σελ. αυτών), μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δίνονταν ο λόγος κατά σειρά σε όλους τους παράγοντες της δίκης, τελευταία δε πάντοτε στον κατηγορούμενο. Απορριπτέα επίσης, είναι η αιτίαση με την οποία πλήττεται η απόφαση, ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν ανέγνωσε στο ακροατήριο την υπ' αριθμό 11091/ 2007 έκθεση εφέσεως, που άσκησε κατά της υπ' αριθμό 31132/ 2006 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ο σχετικός, όμως, τρίτος λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η σχετική έκθεση εφέσεως αναγνώσθηκε και στη συνέχεια αναπτύχθηκε από τον Εισαγγελέα, που πρότεινε την παραδοχή της, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι "η έκθεση εφέσεως", δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εγγράφων εκείνων των οποίων είναι υποχρεωτική η ανάγνωση, λόγω της αποδεικτικής τους αξίας, προκειμένου να εκτιμηθούν από το δικαστήριο. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 περ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Επίσης, η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 62892/2008 απόφαση του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος Μ. Α. κατά το χρονικό διάστημα από 31-12-2001 μέχρι 9-12-2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, το δε ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της επιχείρησης Χ. Γ. - Μ. και Α. Μ., της οποίας ο κατηγορούμενος είναι ομόρρυθμο μέλος τα κατωτέρω αναλυτικά αναφερόμενα χρέη, βεβαιωθέντα από τη ΔΟΥ Παλαιού Φαλήρου και περιλαμβανόμενα στον πίνακα χρεών της προαναφερομένης ΔΟΥ με αριθμό πρωτοκόλλου 25186 και με αριθμό ειδικού βιβλίου 14/2004, που συνοδεύει τη μηνυτήρια αναφορά της πιο πάνω ΔΟΥ που δεν κατέβαλε συνολικά 3.899,108 € και εκ προθέσεως προς το Δημόσιο. Τόσο από τον προαναφερόμενο πίνακα χρεών όσο και τις πράξεις επιβολής προστίμου, φύλλα ελέγχου φορολογίας εισοδήματος πράξης προσδιορισμού αποτελεσμάτων, έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα Φ. Α., υπαλλήλου ΔΟΥ, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στην αρμόδια ΔΟΥ Παλαιού Φαλήρου, τα ακόλουθα ποσά: 1) 105.922,23 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 2) 101.602,02 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 3) 103.552, € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 4) 70.637,05 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 5) 78.811,31 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 6) 59.579.04 € από πρόστιμο Κ.Β.Σ. καταβλητέο σε 12 μηνιαίες δόσεις από 29-6-01 μέχρι 31-5-02, 7) 1.396,76 € από πρόστιμο Κ.Β.Σ. καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 29-6-01 μέχρι 30-11-01, 8)148.396, € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο δόσεις μηνιαίες στις 31-8-01 και 28-9-01 9) 234.704,10 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο δόσεις, από 31-8-01 μέχρι 28-9-01, 10) 194.326,21 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 28-9-01, 11) 259.757,04 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 28-9-01, 12) 298.507,50 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 13) 230.500,0 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 14) 400,75 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο στις 31-8-01 εφάπαξ, 15) 460,75 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01, 16) 688,98 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 17) 688,93 από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 18) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 19) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 20) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 21) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο στις 31-8-01 και 28-9-01, 22) 125.119,81 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 23) 171.328,24 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 24) 1.551,04 € από εισόδημα καταβλητέο σε 3 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-10-01, 25) 3.294,66 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 26) 3.539,37 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 27) 4.729,84 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 28) 40.994,34 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 29) 75.452,74 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις καταβλητέο από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 30) 44.066,21 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 31) 210.765,97 € από πρόστιμο Κ.Β.Σ. καταβλητέο σε 12 μηνιαίες δόσεις από 29-6-01 μέχρι 31-5-02, 32) 233.756,77 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 33) 182,811,53 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 34) 372.935,51 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 35) 103.381,97 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 36) 42.801,80 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 και 28-5-01, 37) 23.323,94 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-5-01, 38) 74.279,84 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 39) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 40) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο στις 31-8-01 και 28-9-01 εφάπαξ, 41) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 42) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 43) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 44) 460,75 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01, 45) 460,75 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01, 46) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 47) 152.095,50 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 48) 247,73 € από εισόδημα καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01, 49) 150,50 € από εισόδημα καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01, 50) 585,00 € από εισόδημα καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01, 51) 28,799,13 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 52) 76.242,20 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 53) 27.089,29 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 54) 997,31 € από εισόδημα καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 28-9-01, 55) 897,85 € από εισόδημα καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01, 56) 33,81 € από έξοδα διοικητικής εκτέλεσης καταβλητέο εφάπαξ στις 29-3-02, 57) 33,81 € από έξοδα διοικητικής εκτέλεσης καταβλητέο εφάπαξ στις 29-3-02 και συνολικά 3.899.108 €. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι δυνάμει της υπ' αρ. 1569/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκαν σε πτώχευση η εταιρεία με την επωνυμία "Μ. Α.-Χ. Γ. ΟΕ", ο Μ. Α. (κατηγορούμενος) ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της εταιρείας και ο Χ. Γ. επίσης ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 9-12-2002 και όρισε ημερομηνία παύσης πληρωμών την 31-1-
- Με την υπ' αρ. 950/03 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης (δημοσίευση 10-7-2003), επίσης με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι τα ομόρρυθμα μέλη δεν είναι συγγνωστά. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι από 9-12-2002 ο κατηγορούμενος ως πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διαθέσεως και διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 533 του Εμπορικού Νόμου και για το λόγο αυτό για τα οφειλόμενα πέραν αυτού του χρονικού διαστήματος ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος ελλείψει δόλου, γενομένου δεκτού ως προς το σημείο τούτο του αυτοτελούς ισχυρισμού ότι η αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη για τη μη καταβολή ληξιπροθέσμων οφειλών προς το Δημόσιο ανάγεται χρονικά στην περίοδο που έχει ορισθεί η παύση πληρωμών με την προαναφερθείσα απόφαση, ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 679 ΕμπΝ απαγορεύεται στον πτωχεύσαντα να κάνει πληρωμές μετά την ημέρα παύσης των πληρωμών του και για το λόγο αυτό ζητείται να κηρυχθεί αθώος, καθόσον αίρεται το στοιχείο του δόλου. Μάλιστα επικαλείται και προσκομίζει την συμπορευομένη με τους ισχυρισμούς του απόφαση υπ' αρ. 117939/2005 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και την υπ' αρ. 52867/2007 του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κηρύχθηκε αθώο το έτερο ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας και για τα αυτά οφειλόμενα προς το Δημόσιο Χ. Γ.. Όμως η πτώχευση του οφειλέτη ασκεί έννομη επιρροή επί της ποινικής ευθύνης του υπόχρεου υπό την προϋπόθεση ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως έλαβε χώρα πριν από τη βεβαίωση του χρέους ή το ληξιπρόθεσμο αυτού, ως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 2 του αν. 635/1937 και 679 Εμπ.Ν (βλ. ΑΠ 1180/2005 ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ, επίσης πρβλ. ΑΠ 249/1998 ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ, όπου η πτώχευση αναφέρεται μόνον ως λόγος ανακοπής ΚΕΔΕ και όχι άρσεως δόλου). Αποδείχθηκε, δε στην προκειμένη περίπτωση ότι η βεβαίωση ενός εκάστου ποσού χρέους έλαβε χώρα προς της 9-12-2002, ημέρα κήρυξης της πτώχευσης, ειδικότερα όπως αναλυτικά αναφέρεται και στον πίνακα χρεών της ΔΟΥ Παλαιού Φαλήρου που προαναφέρθηκε στις 31-7-2001 βεβαιώθηκαν οι φόροι που αναφέρθηκαν αναλυτικά ανωτέρω με τα στοιχεία (1, 2, 3, 4, 5, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55), στις 31-5-2001 βεβαιώθηκαν οι φόροι με τα στοιχεία (6, 7, 31), στις 23 και 24-7-2001 βεβαιώθηκαν οι φόροι με τα στοιχεία (8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 32, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47) και τέλος στις 6-2-2002 βεβαιώθηκαν οι φόροι με στοιχεία (56, 57). Όλοι, λοιπόν, οι βεβαιωθέντες φόροι ανάγονται σε χρόνο προ της κηρύξεως της πτώχευσης και για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός περί άρσεως του στοιχείου του δόλου, για τις πράξεις που ανάγονται από 31-1-2001 μέχρι 9-12-2002 και να κηρυχθεί ένοχος για το διάστημα αυτό. Όμως, λόγω της ιδιαίτερης οικονομικής δυσχέρειας στην οποία βρισκόταν ο κατηγορούμενος πρέπει να αναγνωρισθεί σε αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. Β του ΠΚ των μη ταπεινών αιτίων για το χρονικό διάστημα από 31-1-2001 μέχρι 9-12-2002". Στη συνέχεια, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 62892/2008 απόφαση του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 26 παρ.1, 27, 84 παρ.2β, 98 ΠΚ, 25 παρ. 1,2,3 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23 Ν.2523/97, και 34 παρ.1 γ του Ν. 3220/2004) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, αιτιολογείται γιατί δεν είναι βάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο της ουσίας, με το να απορρίψει με την πιο πάνω αιτιολογία τον ισχυρισμό του, ότι οι πράξεις που του αποδίδονται δεν οφείλονται σε δόλια αυτού προαίρεση, αλλά στην κήρυξη της εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Π. - Μ. Α. και Α. Μ.- Π. Χ. της οποίας αυτός τύγχανε ομόρρυθμο μέλος, σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθμό 1569/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 9-12-2002, δηλαδή μετά από την βεβαίωση των επίμαχων οφειλών, αφενός ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και αφετέρου, δεν διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς Δημόσιο χρεών, έτσι όπως προτάθηκε, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου. Δεν απαιτείται δε ειδική αιτιολογία του δόλου, ούτε στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 του 1 του Ν. 1882/1990, και είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, αφού και στην περίπτωση αυτή η προβλεπόμενη αξιόποινη πράξη προϋποθέτει δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτού. Το Δικαστήριο, όμως, ως εκ περισσού, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο αναιρεσείων προβάλλει περαιτέρω την αιτίαση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καταδικάστηκε, διότι δημιούργησε τα επίμαχα χρέη ενώ είχε περιέλθει σε κατάσταση πτωχεύσεως και, όχι διότι δεν τα κατέβαλε, όταν αυτά βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα. Η δυνατότητα δε αυτή, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δεν υπήρχε, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 679 του Εμπ.Ν, με την οποία καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχού για την πληρωμή των πιστωτών μετά την παύση των πληρωμών, και τα επίμαχα χρέη της προς το Δημόσιο κατέστησαν ληξιπρόθεσμα μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η κήρυξη του αναιρεσείοντος σε κατάσταση πτωχεύσεως πριν από την βεβαίωση του χρέους, αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείφει το αξιόποινο, ενώ, σύμφωνα με τις πιο πάνω σκέψεις, ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί αναιρετικό στοιχείο του δόλου και ως τέτοιο, άλλωστε, τον προέβαλε ο αναιρεσείων ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Το Τριμελές δε Πλημμελειοδικείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, δεν καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για αδίκημα το οποίο δεν προβλέπεται από το νόμο (δημιουργία χρεών προς το Δημόσιο), αλλά εξέθεσε τα περιστατικά ότι αυτός δημιούργησε τα επίμαχα χρέη, ενώ γνώριζε ότι είχε περιέλθει σε κατάσταση πτωχεύσεως, προκειμένου να θεμελιώσει το δόλο του αναιρεσείοντος και να απορρίψει - ως εκ περισσού, όπως προαναφέρθηκε - τον μη αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι η μη καταβολή των επίμαχων χρεών δεν οφειλόταν σε δόλια αυτού προαίρεση, αλλά στην επιγενόμενη πτώχευση του. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30/08/2010 αίτηση αναιρέσεως (αρ. πρωτ. 1858/31-08-2010) του Μ. Α. του Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 62892/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 9 Δεκεμβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ