Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 195 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία. Περίληψη: Έννοια λαθρεμπορίας κατ’ άρθρ. 100 παρ. 1 του ν. 1165/1918 και στοιχεία του αδικήματος της παρ. 2 περ. θ΄ (αντίστοιχες οι διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1β, 2ζ και 157 παρ. 1β περ. γ του Ν 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας»). Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για την πράξη της λαθρεμπορίας κατ΄ εξακολούθηση ιδιοκτήτη πρατηρίου υγρών καυσίμων ο οποίος πωλούσε σε τρίτους ποσότητες πετρελαίου κίνησης που είχε διατεθεί στην κατανάλωση, χωρίς προκαταβολή των νόμιμων δασμών και φόρων, για την αγορά της οποίας ο κατηγορούμενος δεν είχε κανένα παραστατικό, με συνέπεια να στερήσει το Δημόσιο από δασμούς και λοιπούς φόρους ύψους 148.289,92 ευρώ. Ορθά απορρίφθηκε ένσταση ακυρότητας της κλήσεως, διότι το παραπεμπτικό βούλευμα περιείχε ακριβή καθορισμό της πράξης που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο και μνεία των ποινικών διατάξεων που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή Αριθμός 195/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου:Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Αζαριάδη, περί αναιρέσεως της 3979/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Θεόδωρος Τσιράς. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως και τους από 5 Μαρτίου 2007 προσθέτους λόγους, οι οποίοι καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1731/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ισχύοντος κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης Ν 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος" λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό ή εισπραττόμενο στο τελωνείο τέλος, φόρο ή δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του κράτους χωρίς τη γραπτή άδεια της τελωνειακής αρχής. Υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, ειδικότερα στην περίπτωση της κατοχής του λαθρεμπορεύματος, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που κατέχει, με την έννοια της φυσικής εξουσίασής του, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα. Περαιτέρω στο άρθρο 102 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' ορίζεται: Α)....Β) δια φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους α)....β).......γ) εάν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, των οποίων εστερήθη το δημόσιον ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και δ) εάν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 102 και 107 που περιέχονται στο υπό τον τίτλο "περί ποινών της λαθρεμπορίας" ΙΔ' κεφάλαιο του Ν 1165/1918, κατά πάσα περίπτωση λαθρεμπορίας, εκτός από την ποινή φυλακίσεως που επιβάλλεται, δημεύονται τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής και, εάν, για οποιονδήποτε λόγο είναι αδύνατη η δήμευσή τους, επιβάλλεται στον κηρυχθέντα ένοχο αυτής χρηματική ποινή, ίση με την αξία CIF προσαυξημένη με τις δασμολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δεν δημεύθηκαν. Με το Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας" η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος". Οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι οι διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές με τις ίδιες διακρίσεις ποινές φυλακίσεως, καθώς και υπό την αυτή προϋπόθεση χρηματική ποινή, που όμως είναι ίση με μόνη την αξία CIF, χωρίς, δηλαδή, την προσαύξηση με δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας. Έτσι, ο νέος νόμος ως προς την ποινική μεταχείριση του ενόχου λαθρεμπορίας, περιέχει ευμενέστερες διατάξεις και γι' αυτό εφαρμόζεται και στις υποθέσεις που δεν έχουν αμετακλήτως εκδικασθεί (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά κατ' επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) με την προσβαλλόμενη 3979/2005 απόφασή του κήρυξε κατά πλειοψηφία ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκιση δέκα
(10)μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, η πλειοψηφούσα γνώμη του Τριμελούς Εφετείου δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στη ...... κατά το χρονικό διάστημα από 03-07-2000 έως 02-12-2000, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, προέβη εις ενέργειες με τις οποίες αποσκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από εισαγόμενα εμπορεύματα, αγοράζοντας, κατέχοντας και πωλώντας εμπόρευμα που είχε τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το έγκλημα της λαθρεμπορίας. Ειδικότερα, απεδείχθη, ότι ο κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης πρατηρίου καυσίμων, στην περιοχή ..... Θεσσαλονίκης, επί της οδού ....... Υπό την ιδιότητά του αυτή, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, προμηθεύτηκε από άγνωστο πρόσωπο και με τρόπο που δεν προσδιορίστηκε ακριβώς και διέθεσε σε αγοραστές - πελάτες του πρατηρίου του 418.969 λίτρα πετρελαίου κινήσεως, τα οποία δεν εμφάνισε στα βιβλία του πρατηρίου, είχαν δε τεθεί στην κατανάλωση, χωρίς να καταβληθούν οι εισπρακτέοι από το Ελληνικό Δημόσιο δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, που αναλογούν εις αυτά, ως εισαγόμενα εμπορεύματα και ανέρχονται στο ποσό των 148.289,92 ευρώ. Ο ίδιος ετέλει εν γνώσει της λαθρεμπορικής προέλευσης τούτων και ενήργησε κατά τα ανωτέρω με σκοπό να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των εισπρακτέων από αυτό δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, που ανέρχονται στο προαναφερόμενο ποσό. Τούτο διαπιστώθηκε από σχετικό έλεγχο που διενήργησαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Διευθύνσεως Εμπορίου Θεσσαλονίκης, μάρτυρες κατηγορίας, .... και ......, κατά τον οποίο έλαβαν υπ' όψιν τα παραστατικά πώληση καυσίμων στον κατηγορούμενο από την JET OIL κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2000 έως 02-12-2000, ότε έγινε ο έλεγχος και τις πωλήσεις καυσίμων, σύμφωνα με τους μετρητές των τεσσάρων αντλιών του πρατηρίου τούτου. Ειδικότερα, από τον έλεγχο αυτό προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε νομίμως από την JET OIL 170.459 λίτρα πετρελαίου κίνησης, ενώ σύμφωνα με τους μετρητές διακίνησε, πωλώντας σε πελάτες του πρατηρίου του, 561.537 λίτρα. Λαμβανομένου όμως υπ' όψιν ότι στις δεξαμενές του κατά το χρόνο του ελέγχου, υπήρχαν 27.890 λίτρα πετρελαίου κίνησης, αυτός έπρεπε να έχει διακινήσει, πωλώντας στους πελάτες του, 142.569 λίτρα. Η ποσότητα των 418.969 λίτρων, που αποτελεί την διαφορά μεταξύ της πράγματι διακινηθείσας ποσότητας και αυτής που έπρεπε να διακινηθεί νομίμως ήτοι 418.968 λίτρα (561.537-142.569), αποτελεί προϊόν λαθρεμπορίας και αγοράστηκε από τον κατηγορούμενο, κατά άγνωστο τρόπο, χωρίς παραστατικά, προς τον ανωτέρω σκοπό. Ο κατηγορούμενος, με την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου, αρνείται την πράξη που του αποδίδεται και ισχυρίζεται ότι η προαναφερόμενη διαφορά στην ποσότητα του πετρελαίου κίνησης που διαπιστώθηκε και ο ίδιος τη θεωρεί υπέρογκη, οφείλεται σε βλάβη "των ηλεκτρονικών κοντέρ". Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος εφόσον τέτοια βλάβη δεν είχε καταγραφεί στα βιβλία του πρατηρίου του, ούτε τυχόν γενόμενες επισκευές, σύμφωνα προς τις σαφείς καταθέσεις των προαναφερόμενων μαρτύρων κατηγορίας, ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι, ενώ την 13-11-2000 αυτός είχε παραγγείλει και έλαβε από την JET OIL 4.500 λίτρα πετρελαίου, κατά την ημέρα του ελέγχου διαπιστώθηκε ότι αυτός κατείχε 27.890 λίτρα. Επί τη βάσει των προεκτεθέντων, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά πλειοψηφία ο κατηγορούμενος της αξιοποίνου πράξεως που του αποδίδεται, όπως αυτή διατυπώνεται στο διατακτικό, να ανγνωρισθεί όμως εις αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ". Με αυτά που δέχθηκε η πλειοψηφούσα γνώμη του πιο πάνω Δικαστηρίου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 98 του ΠΚ 155 παρ. 1 περ. β' και 2ζ' και 157 παρ.1 εδ. β' περ. γ' του Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις: α) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία η πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση και δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά β) προσδιορίζεται με σαφήνεια ο τρόπος τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και γ) εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πραγματικά περιστατικά ως προς τη γνώση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου της λαθραίας προέλευσης της πιο πάνω επιπλέον ποσότητας πετρελαίου κίνησης, την οποία επώλησε σε τρίτους πελάτες του πρατηρίου του χωρίς να καταβληθούν οι δασμοί φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που αναλογούν στην εν λόγω ποσότητα και ανέρχονται στο ποσό των 148.289,92 ευρώ. Οι παραδοχές ότι ο αναιρεσείων αγόρασε την επί πλέον ποσότητα των 418.569 λίτρων πετρελαίου κίνησης κατά άγνωστο τρόπο, χωρίς παραστατικά, ότι ενώ στις 13-11-2000 παρέλαβε από την εταιρία εμπορίας υγρών καυσίμων JET OIL 4.500 λίτρα πετρελαίου, κατά την ημερομηνία του ελέγχου διαπιστώθηκε η ύπαρξη στις δεξαμενές του πρατηρίου του 27.890 λίτρα και η τεράστια απόκλιση μεταξύ της ποσότητας πετρελαίου που νομίμως βάσει των παραστατικών είχε αγοράσει και εκείνης που προέκυπτε από τους μετρητές των τεσσάρων αντλιών του πρατηρίου, θεμελιώνουν γνώση του αναιρεσείοντος ως προς τη λαθραία προέλευση της ποσότητας αυτής. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της ένδικης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν. ΙΙ. Κατά το άρθρο 320 παρ. 2 του ΚΠΟινΔ ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ' αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσεως. Κατά δε το άρθρο 321 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΟινΔ το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει μεταξύ των άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, και μνεία του προβλέποντος αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που καθορίζει την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και την απειλούμενη ποινή. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου η κλήση για την εμφάνιση (άρθρο 320) ως προς την αξιόποινη πράξη πρέπει να αναφέρεται στο παραπεμπτικό βούλευμα, κατά τα λοιπά δε να περιέχει όσο και το κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά κατά την παράγραφο 4 του αυτού άρθρου 321 ΚΠοινΔ υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία, αν δεν καλυφθεί, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ. Αν προηγουμένως της κλήσεως επιδόθηκε στον κατηγορούμενο το βούλευμα της παραπομπής (άρθρο 313, 314 ΚΠοινΔ) και σ' αυτό γίνεται πλήρης καθορισμός των στοιχείων του εγκλήματος και μνεία της ποινικής διάταξης που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή, δεν επέρχεται, σχετική ακυρότητα, καθόσον, ήδη, αυτός έλαβε γνώση της αξιόποινης πράξης και της ποινικής διάταξης που προβλέπει αυτή και για την οποία παραπέμφθηκε στο ακροατήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 718/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, για να δικαστεί για λαθρεμπορία κατ' εξακολούθηση καθορίζεται στο διατακτικό του επακριβώς η πράξη για την οποία παραπέμφθηκε αυτός και αναφέρονται οι διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1β και 2 ζ' και 157 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του Ν. 2960/2001, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2002. Στις παραπάνω διατάξεις ορίζεται ότι λαθρεμπορία είναι, μεταξύ άλλων, και οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα....(155 παρ. 1β). Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας (155 παρ. 2ζ'). Η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση, ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των 30.000 ευρώ και άνω (157 παρ. 1β'). Οι αντίστοιχες προϊσχύσασες διατάξεις υπό το κράτος των οποίων τελέστηκε η πράξη για την οποία παραπέμφθηκε και καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος είναι οι των άρθρων 100 παρ. 1β, 2θ' και 102 παρ. 1 β περ. γ' του Ν. 1165/1918. Συνεπώς, στο παραπεμπτικό βούλευμα, το οποίο αναφέρεται στην προς τον κατηγορούμενο επιδοθείσα (62218/2004 κλήση εκτίθεται σαφώς και ακριβώς η αξιόποινη πράξη για την οποία αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, αλλά και οι διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1β, 2ζ και 155 παρ. 1β περ. γ' του Ν. 2960/2001, οι οποίες επικαλύπτουν πλήρως τις ως άνω προϊσχύουσες. Επομένως η μνεία αυτών και όχι των προϊσχυουσών ή και αυτών κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξεως, πληροί τους όρους οι οποίοι προϋποθέτουν την εγκυρότητα της επιδοθείσας κλήσεως, πολύ δε περισσότερο που οι διατάξεις αυτές είναι ευμενέστερες ως προς το ύψος της χρηματικής ποινής που επιβάλλεται στην περίπτωση που η δήμευση του αντικειμένου της λαθρεμπορίας καταστεί αδύνατη και ως εκ τούτου εφαρμόζονται σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ακόμη και στην προδικασία (άθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ). Εξάλλου, η μη αναγραφή στο άνω παραπεμπτικό βούλευμα του άρθρου 67 παρ. 5 του ν. 2127/1993 κατά το οποίο "η με οποιοδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο με σκοπό την μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 επ. του ν. 1165/1918 περί τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας", δεν συνιστά ακυρότητα της κλήσεως καθόσον η διάταξη αυτή καλύπτεται πλήρως και σχεδόν δεν διαφέρει από εκείνη του άρθρου 155 παρ. 1β του Ν2960/2001 περί της οποίας ανωτέρω, επιπλέον δε δεν περιέχει ποινική κύρωση, ώστε να είναι αναγκαία η αναγραφή της, αλλά αναφέρεται μόνο σε διοικητικές κυρώσεις των πράξεων που χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία. Κατά συνέπεια το Εφετείο ορθώς απέρριψε την περί ακυρότητας της κλήσης, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε κλητευθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η οποία προτάθηκε παραδεκτώς ενώιπιον τούτου και επαναλήφθηκε με λόγο εφέσεως. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠοινΔ σχετικής ακυρότητας της κλήσεως για εμφάνιση του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την αιτίαση ότι στο παραπεμπτικό βούλευμα δεν γίνεται μνεία των κατά το χρόνο τέλεσης της πράξεως διατάξεων του ν. 1165/1918 που προβλέπουν και τιμωρούν αυτή καθώς και του άρθρου 67 παρ. 5 του ν. 2127/1993, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς καμία αιτιολογία απέρριψε την άνω περί ακυρότητας της κλήσεως ένσταση του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη καθόσον στην απόφαση διαλαμβάνεται αιτιολογία, την οποία άλλωστε και ο ίδιος ο αναιρεσείων στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναφέρει, ως εσφαλμένη. Επομένως ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως μαζί με τους πρόσθετους λόγους στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού (άρθρ.176 και 183 ΚΠΟλΔ), περιοριζομένη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Οκτωβρίου 2006 αίτηση και τους από 5 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3979/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξόδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα
(290)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ