← Ελλάδα

ΑΠ 1952/2008 — Αναιρέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1952 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για πλημμελήματα. ΑΡΙΘΜΟΣ 1952/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1490/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 95/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 140/20-3-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την υπ'αρ. 34/27-12-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., δικηγόρου Θεσσαλονίκης, κατά του υπ'αρ. 1490/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο κήρυξε απαράδεκτη την υπ'αρ. 91/9-11-2007 έφεσή του κατά του υπ'αριθμ. 819/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης που τον παρέπεμψε, μαζί με άλλους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, να δικασθεί για α) ψευδορκία μάρτυρα και β) συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρ. 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 παρ. 2, 224 παρ. 2-1, 362-363 ΠΚ) και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά το άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκείται από πρόσωπο που δεν έχει σχετικό δικαίωμα. Εξάλλου κατά το άρθρ. 482 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αντικ. και ισχύει με το άρθρ. 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003 (ΦΕΚ 165Α/30-6-2003) ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β)....... Επομένως στον κατηγορούμενο αναγνωρίζεται δικαίωμα αναίρεσης μόνον όταν παραπέμπεται για κακούργημα (ή και για κακούργημα) - βλ. ΑΠ 1401/04 - χωρίς ο περιορισμός αυτός να αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρ. 4, 20 παρ.1, 25 παρ. 1 αυτού), στο άρθρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ή του άρθρ. 14 παρ. 5 Διεθνούς Συμφώνου και αρ. 2 παρ. 1 του 7ου πρωτοκόλλου της Ευρ.Σ.ΔΑ (βλ. ΑΠ 209/05, ΑΠ 2000/92, ΑΠ 786/93 και ΑΠ 1377/05). Επειδή τα εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης για τα οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είναι πλημμελήματα (αρ. 224 παρ. 2-1, 363-362 ΠΚ). Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη αυτή καθώς και η αίτηση αυτοπροσώπου εμφανίσεως του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου σας προς παροχή διασαφήσεων, διότι αυτή προϋποθέτει παραδεκτώς ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος (ΑΠ 363/84 Π.Χρ. ΛΔ'/827, ΑΠ 1598/81 Π.Χρ. ΛΒ'/681)- άλλωστε ο αναιρεσείων θέλει κληθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης- και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα (476 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς-Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη α) η υπ'αριθμ. 34/27-12-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ, δικηγόρου και κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1490/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και β) η από 27-12-2007 αίτηση περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου Σας. Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου. Αθήνα 15 Φεβρουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 482 παρ.1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ.1 του Ν. 3160/2003, προκύπτει ότι, από 30-6-2003, χρόνο ενάρξεως ισχύος του ως άνω νόμου, ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση μόνο κατά του βουλεύματος εκείνου, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Κατά συνέπεια από την 30η Ιουνίου 2003, δεν επιτρέπεται πλέον η άσκηση αναιρέσεως από τον κατηγορούμενο, κατά του βουλεύματος που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για πλημμέλημα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 18 του ΠΚ, πλημμέλημα είναι κάθε πράξη που τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή με περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται. Ο περιορισμός αυτός στην άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, που υπαγορεύθηκε από την ανάγκη της μη παρέλκυσης της εκδίκασης των πλημμελημάτων, ούτε στο Σύνταγμα, ούτε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974, αλλά ούτε και στο Διεθνές Σύμφωνο περί Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (ΔΣΑΠΔ) των Ηνωμένων Εθνών της 19-12-1966, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997, αντίκειται. Ειδικότερα, ο ανωτέρω περιορισμός δεν παραβιάζει την κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Συντάγματος αρχή της ισότητας, το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και την αρχή της αναλογικότητας, αντιστοίχως, ούτε και προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1α' της ΕΣΔΑ, που θεσπίζει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου για μια δίκαιη δίκη, αφού, μεταξύ του κατηγορουμένου, που αποτελεί διάδικο (άρθρα 72 και 477 ΚΠΔ) και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που είναι δικαστικός λειτουργός (άρθρα 87 παρ. 3 και 88 παρ. 5 Συντάγματος), υπάρχει ήδη διαφοροποίηση της ιδιότητάς τους και συνεπώς επιβάλλεται η διαφορετική δικονομική μεταχείρισή τους, με τη χορήγηση στον παραπάνω εισαγγελέα, κατά το όπως ισχύει άρθρο 483 παρ. 3 ΚΠΔ, του δικαιώματος να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, ακόμη και εκείνου, το οποίο δεν μπορεί να προσβληθεί από τον κατηγορούμενο και προς το συμφέρον προσέτι του τελευταίου, που, πάντως, δεν στερείται του δικαιώματός του προς παροχή έννομης προστασίας, είτε κατά την προδικασία, είτε κατά την κύρια διαδικασία, καθόσον μπορεί, το μεν, με αίτησή του στον ανωτέρω εισαγγελέα να ζητήσει την υπέρ αυτού και παρ' εκείνου άσκηση του μη επιτρεπομένου σε αυτόν ενδίκου μέσου της αναίρεσης εναντίον βουλεύματος, το δε διατηρεί την άμεση δυνατότητα να προτείνει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του ενώπιον του δικαστηρίου στην κύρια διαδικασία ή κατά την άσκηση των ενδίκων μέσων κατά της απόφασης, που θα εκδοθεί. Εξάλλου, ο ανωτέρω περιορισμός στην άσκηση ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, διότι αυτά πρέπει να χορηγούνται κατόπιν στάθμισης του συμφέροντος της Πολιτείας, που αποσκοπεί στην ταχεία περάτωση της όλης ποινικής διαδικασίας και την εντεύθεν εμπέδωση της ασφαλείας των πολιτών και της δημόσιας τάξης, και εκείνου του ατόμου, που κατηγορείται για ελαφρώς τιμωρούμενο πλημμέλημα και επιζητά την μη καταδίκη του ή την μη παραπομπή του γι' αυτό, οπότε κατισχύει το πρώτο, καθόσον, έτσι, προάγεται το δημόσιο συμφέρον, χωρίς, όμως, υπέρμετρη, με βάση τα προεκτεθέντα, παραμείωση των δικονομικών δικαιωμάτων του πολίτη, ενώ, προσέτι, από τα άρθρα 2 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με τον ν. 1705/1987 και 14 παρ. 5 του ΔΣΑΠΔ, συνάγεται, ότι δικαίωμα προσφυγής και επανεξέτασης της υπόθεσής του σε ανώτερη δικαιοδοσία έχει κάθε άνθρωπος, που καταδικάσθηκε από δικαστήριο και του επιβλήθηκε ποινή, όχι δε σε περίπτωση παραπομπής του από δικαστικά συμβούλια, δεδομένου ότι ούτε το Σύνταγμα, ούτε η ΕΣΔΑ και το ΔΣΑΠΔ, παρέχουν δικαίωμα απεριόριστης και δίχως χρονικούς περιορισμούς άσκησης ενδίκων μέσων, μήτε και υφίσταται από τα παραπάνω νομοθετήματα καθορισμός περισσότερων βαθμών δικαιοδοσίας και χωρίς φραγμούς πρόσβασης σε αυτούς. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά του υπ' αριθμό 1490/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο κήρυξε απαράδεκτη την υπ' αριθμ.91/9-11-2007 έφεσή του κατά του υπ' αριθμ.819/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που τον παρέπεμψε, μαζί με άλλους, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, (για πλημμελήματα), λόγω της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως δικηγόρου (άρθρο 111 παρ.7 του ΚΠΔ) για να δικαστεί για: α) ψευδορκία μάρτυρα και β)συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρα 26 παρ.
  2. 27 παρ. 1,94 παρ.
  3. 224 παρ.2-1, 362-363 του ΠΚ). Οι πράξεις όμως αυτές φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται εναντίον βουλεύματος το οποίο δεν υπόκειται σε αναίρεση και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθώς και η αίτηση αυτοπρόσωπης εμφανίσεως του αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, προς παροχή διασαφήσεων, διότι αυτή προϋποθέτει παραδεκτώς ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος. Ο προσημειωθείς περιορισμός στο δικαίωμα άσκησης του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και το ΔΣΑΠΔ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 2 του ΠΚ δεν εφαρμόζεται επί δικονομικών διατάξεων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Μετά ταύτα και την ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος κατά την επί του φακέλου επισημείωση, από τον αρμόδιο γραμματέα κα την μη εμφάνισή του, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθώς και το αίτημα περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 του Κ.ΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 34/27-12-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του 1490/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, καθώς και την αίτηση περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Αυγούστου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Αυγούστου 2008.- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.