← Ελλάδα

ΑΠ 1967/2007 — Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Λαθρεμπορία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1967 / 2007 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Λαθρεμπορία. Περίληψη: Η μη ανάγνωση εγγράφων, δεν επάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας εκτός αν ζητήθηκε η ανάγνωση και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε για το σκοπό αυτό. Ορθή και αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη απόφαση που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της λαθρεμπορίας και της αποδοχής εικονικών φορο-λογικών στοιχείων. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο του δικάσαντος δικαστηρίου συνισταμένης στο ότι λήφθηκαν υπόψη σε βάρος του αναιρεσείοντος μια ένορκη κατάθεσή του ενώπιον υπαλλήλων του ΣΔΟΕ ενεργούντων των τελευταίων χωρίς εισαγγελική παραγγελία, αυτεπαγ-γέλτως ως προανακριτικών υπαλλήλων, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά αυτής δεν αναγνώσθηκε η εν λόγω κατάθεση ούτε λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο Αριθμός 1967/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γκεκόπουλο, περί αναιρέσεως της 3088/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτης Πανάγος. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 261/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 364 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ και 172 παρ. 2 ΚΠοινΔ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφής ή προφορικής αίτησης ή πρότασης, που να συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει με τον πρώτο λόγο της αίτησης, έλλειψη ακρόασης, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 3088/2006 απόφαση δεν ανέγνωσε, παρά το σχετικό αίτημά του, έγγραφα κρίσιμα για την υπεράσπισή του που προσκόμισε και συγκεκριμένα τα υπ' αρ. ....., ....., ......, ....., ..... και ...... τιμολόγια - δελτία αποστολής της ..... Από τα πρακτικά, όμως, του παραπάνω δικαστηρίου, που επισκοπούνται από το Δικαστήριο τούτο για τον αναιρετικό έλεγχο, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του το επικαλούμενο αίτημα, ενώ δεν ζητήθηκε η διόρθωση των ως άνω πρακτικών κατά τούτο, ούτε προσβλήθηκαν αυτά για πλαστότητα. Χωρίς την παραπάνω προϋπόθεση δεν θεμελιώνεται έλλειψη ακρόασης του αναιρεσείοντος για τον προαναφερόμενο λόγο που να συνεπάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας, γι' αυτό και ο άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ λόγος της αίτησης αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος", όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του αν. ν. 2081/1939, λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή η εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτή τρόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν από αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζεται από το νόμο. Ως λαθρεμπορία, κατά την παράγραφο 2 περ. θ΄ του ίδιου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/52, θεωρείται και η αγορά πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθησαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Θεωρείται δε κατά την περίπτωση ζ΄ εδάφιο τελευταίο της ίδιας ως άνω παραγράφου, ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενό του και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου ενώ εικονικό θεωρείται και όταν εκδίδεται για συναλλαγή, διακίνηση ή άλλη αιτία ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που αναφέρεται στο φορολογικό στοιχείο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό ή εισπραττόμενο στο τελωνείο τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους χωρίς τη γραπτή άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώληση ή κατέχει με την έννοια της φυσικής εξουσίασής του, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και στη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα. Ομοίου περιεχομένου είναι και οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1 α - β, 2ζ και 157 παρ. 1 εδ. α - β του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (Ν. 2960/2001). Εξάλλου κατά το άρθρο 19 παρ. 1, 4 του Ν. 2523/1997 όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών... Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής... Από τη διατύπωση των συνδυασμένων αυτών διατάξεων και τον παράτιτλο του άρθρου 19 προκύπτει, ότι ο σκοπός του δράστη της τελεσθείσης αξιόποινης πράξης της φοροδιαφυγής, κατατείνει στην απόκρυψη της φορολογιτέας ύλης, που συντελείται με την μείωση ή την αποφυγή φορολογικής επιβαρύνσεως οποιουδήποτε φόρου, που αφορά είτε τον ίδιο, αποδεχόμενο τα πλαστά ή εικονικά νοθευμένα φορολογικά στοιχεία είτε τον εκδόσαντα αυτά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά κατ' επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικά μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 3088/2006 απόφασής του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποί στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες κατηγορίας, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναγνώσθηκαν και απολογία κατηγορουμένου), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος X1 μαζί με τα δύο αδέλφια του, που αθωώθηκαν πρωτοδίκως, είναι μέλη της δραστηριοποιούμενης στην εμπορία πετρελαιοειδών υπό την επωνυμία "..... Ε.Ε." ετερόρρυθμης εταιρίας εκ των οποίων ο εκκαλών κατηγορούμενος είναι ομόρρυθμο μέλος της. Στην πραγματικότητα όμως η εταιρία αυτή είναι των αποκλειστικών συμφερόντων του εν λόγω κατηγορουμένου, X1, ο οποίος και έχει την αποκλειστική διαχείρισή της, ενώ η συμμετοχή των αδελφών του, είναι απολύτως τυπική, και έγινε αρχικά, για να ικανοποιήσει αντίστοιχη επιθυμία του πατέρα τους και διατηρήθηκε, ακολούθως, εκ λόγων συναπτομένων με την εκδοθείσα επ' ονόματι της εταιρείας άδεια κυκλοφορίας βυτιοφόρου οχήματος. Μάλιστα ο εξ αυτών, .... , είναι πολιτικός μηχανικός και ασκεί το αντίστοιχο επάγγελμα στη Θεσσαλονίκη, εγγεγραμμένος στα μητρώα του ΤΕΕ Κεντρικής Μακεδονίας, ενώ ο ..... , διατηρεί ατομική επιχείρηση πετρελαιοειδών, παντελώς ανεξάρτητη από την ως άνω εταιρεία. Από τα αναφερόμενα στην αρχή αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε, περαιτέρω, ότι την 23-4-2001 τα αρμόδια όργανα του ΣΔΟΕ εντόπισαν αγραποθήκη στο ύψος της Κοινότητος ..... , μέσα στην οποία ο κατηγορούμενος, ως μόνος διαχειριζόμενος την ως άνω εταιρεία, είχε εγκαταστήσει δύο υπέργειες δεξαμενές αποθηκεύσεως καυσίμων χωριτικότητας 15.000 και 35.000 λίτρων αντίστοιχα, για τις οποίες δεν υφίστατο νόμιμη άδεια λειτουργίας, ο έλεγχος των οποίων απέδειξε ότι μεγάλες ποσότητες καυσίμου από τις σ' αυτήν διακινούμενες και συγκεκριμένα 84.844 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης και 14.850 λίτρα πετρελαίου ήταν λαθρεμπορικές, δηλαδή ποσότητες οι οποίες σε μη εξακριβωθείσες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος Οκτωβρίου 2000 έως Απριλίου 2001 είχαν διακινηθεί παρανόμως, χωρίς τα νόμιμα παραστατικά και χωρίς την καταβολή των δασμών, φόρων και επιβαρύνσεως, ολικού ύψους 11.361.823 δραχμών (33.343.75 ευρώ), που έπρεπε να καταβληθούν προς το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, τελικά, από την αξιόποινη συμπεριφορά του προαναφερόμενου κατηγορουμένου, τους στερήθηκε. Ο ίδιος, μετά την αποκάλυψη των ανωτέρω πράξεών του, προσκόμισε στην ως άνω υπηρεσία (ΣΔΟΕ) τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό τιμολόγια - δελτία αποστολής, τα οποία είναι εικονικά, ως εκδοθέντα για μη ενεργηθείσες αντίστοιχες συναλλαγές, προήλθε δε στην πράξη του αυτή ο προαναφερόμενος, προκειμένου να συγκαλύψει την ως ανωτέρω πράξη του και, ειδικότερα, να εμφανίσει παραστατικά για μέρος της ποσότητος λαθραίου καυσίμου που είχε, κατά τα προαναφερόμενα διακινήσει. Τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν, εκτός των άλλων, και από τις σαφείς, τεκμηριωμένες και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας (υπαλλήλων του ΣΔΟΕ), οι οποίοι ενήργησαν τον έλεγχο και διαπίστωσαν τη λαθραία χωρίς καταβολή δασμών και τελών κατοχή και διάθεση καυσίμων και την αποδοχή των εικονικών τιμολογίων". Στη συνέχεια, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο λαθρεμπορίας και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα

(10)μηνών και χρηματική ποινή 11.361.823 δραχμών για την πράξη της λαθρεμπορίας και φυλάκιση έξι
(6)μηνών για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και συνολικά ποινή φυλάκισης δέκα τριών
(13)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την αξιούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, δεν υπήρχε δε ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Περαιτέρω εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πραγματικά περιστατικά ως προς τη γνώση του αναιρεσείοντος της ιδιότητας των ποσοτήτων των υγρών καυσίμων ως λαθραίων. Η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων εχρησιμοποίησε εικονικά τιμολόγια - δελτία αποστολής, προς συγκάλυψη της λαθρεμπορίας θεμελιώνει γνώση του αναιρεσείοντος ως προς τη λαθραία προέλευση των ποσοτήτων αυτών. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές, στο πιο πάνω λόγο διαλαμβανόμενες αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), 31 παρ. 2 (ως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003), 105 παρ. 2 και 223 παρ. 4 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της έγγραφης εξετάσεώς του, που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή ανώμοτης καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Συνακόλουθα κατά παράβαση της απαγορεύσεως αυτής αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος εκείνου που κατέθεσε και στη συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος της ως άνω καταθέσεώς του, είτε στην προδικασία είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ΄ του ΚΠοινΔ και θεμελιώνει έτσι τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 1/2004 και 2/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ'αυτήν πρακτικά, δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου που την εξέδωσε και δεν λήφθηκε υπόψη από αυτό μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, και η από 26-4-2001 ένορκη κατάθεση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας, ενεργούντων προανάκριση αυτεπαγγέλτως χωρίς εισαγγελική παραγγελία και πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 72 του ΚΠοινΔ τρόπους. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου, με την αιτίαση ότι το τελευταίο κατέληξε σε καταδικαστική εις βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κρίση για το έγκλημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, λαμβάνοντας "εμμέσως" υπόψη του και την προαναφερόμενη ένορκη κατάθεσή του, αφού οι εξετασθέντες μάρτυρες κατηγορίας υπάλληλοι του ΣΔΟΕ κατέθεσαν ότι αυτός (αναιρεσείων) προσκόμισε στην υπηρεσία τους τα επίμαχα τιμολόγια - δελτία αποστολής και παραδέχθηκε στην εν λόγω ένορκη κατάθεσή του ότι ήταν εικονικά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 22 του ν. 3693/1957 και 176 και 813 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Ιανουαρίου 2007 αίτηση του X1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3088/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζεται σε διακόσια ενενήντα
(290)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.