Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 197 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επανάληψης διαδικασίας 525 παρ. 1 περ.
- Νέα γεγονότα περί του ότι η φερόμενη ως θανατωθείσα δεν δολοφονήθηκε από τον αιτούντα, αλλά είναι εν ζωή στην Ουκρανία. Μερικά απ’ αυτά τα γεγονότα ήδη έχουν εξετασθεί και απορρίφθηκε ο σχετικός ισχυρισμός αυτών και από ΜΟΕ. Τα περί εμβάσματος 200 Ευρώ με τηλεφωνική επιταγή και ότι ήταν στο όχημα ο αιτών το Σεπτέμβρη του 98 κ.λ.π. είναι αβάσιμα. Αριθμός 197/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος χ1 και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Κέρκυρας, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νισύριο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 278 - 285/2002 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2152/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 159/3.4.2006 έγγραφη πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 525 § 1 περίπτωση 2η, 527 §§ 1 & 3 και 528 § 1 του ΚΠΔ, την από 7ης Νοεμβρίου 2005 αίτηση του χ1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Κέρκυρας, την οποία υπέβαλε επ'ονόματι και για λογαριασμό του ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Νισύριος, ενεργώντας εν προκειμένω χωρίς ειδική εντολή του πελάτη του για την υποβολή της, αλλ'υπό την ιδιότητά του ως συνηγόρου αυτού που είχε παραστεί στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα τη διαδικασία καταδικαστική απόφαση, περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 278-285/18/21-11-2002 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε, εκτός των άλλων, σε ισόβια κάθειρξη, για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, για τον αναφερόμενο στη διάταξη του άρθρου 525 § 1 περίπτωση 2η του ΚΠΔ λόγο και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 525 § 1 περίπτωση 2η του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για το λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν κατ'εκείνο το χρόνο, την κρίση του δ'αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες, νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (ΑΠ 1708/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΕ' σελ. 698, ΑΠ 1612/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ' σελ. 597). Αντιθέτως, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 137/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ' σελ. 1070, ΑΠ 557/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ' σελ. 37). Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από το συνήγορο που παρέστη στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα τη διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε. Όπως δ'αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην πιο πάνω διάταξη προσώπων ανεξάρτητο και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (βλ. Αιτιολ. Έκθεση Σχεδίου ΚΠΔ 1934, έκδοση Ζαχαροπούλου, σελ. 591, Ομοίως Α. Μπουροπούλου, Ερμηνεία ΚΠΔ, τόμος Β', σελ. 318, Ηλ. Γάφου Ποινική Δικονομία, τεύχος Γ', σελ. 82 κτλ.). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση, σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 428/1993 σε Συμβ. ΠΧρ. ΜΓ' σελ. 266, ΑΠ 117/1982 σε Συμβ. ΠΧρ. ΛΒ' σελ. 799, ΑΠ 177/1981 σε Συμβ. ΠΧρ. ΛΑ' σελ. 554 κτλ.. Ομοίως Α. Μπουροπούλου, όπου παραπ. σελ. 318, Ι. Ζησιάδη Ποινική Δικονομία, τόμος Β' σελ. 671). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 του ΚΠΔ, η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητά της είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επανάληψης είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αριθ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανωτέρω από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση η από 7-11-2005 αίτηση του χ1, περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας προς το συμφέρον του ως καταδικασθέντος, εγχειρίστηκε αυθημερόν στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και ακολούθως υποβλήθηκε από τον τελευταίο στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρέφεται δε κατά της υπ'αριθ. 278-285/18/21-11-2002 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης (το οποίο τον καταδίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από έφεση του Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης Ευάγγελου Κατσή κατά του μέρους εκείνου της υπ'αριθ. 22/24-3-2000 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Έδεσσας, με το οποίο είχε κηρυχθεί ο ίδιος αθώος του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως), η οποία (απόφαση) έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, αφού η ασκηθείσα κατ'αυτής εκ μέρους του ιδίου αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ'αριθ. 1239/2005 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Επίσης, περιέχει η ίδια αίτηση τα στοιχεία που μνημονεύονται στη διάταξη του άρθρου 527 § 3 του ΚΠΔ και είναι, κατόπιν τούτου, νόμιμη και ερευνητέα περαιτέρω κατ'ουσίαν. Σύμφωνα με το διατακτικό της υπ'αριθ. 278-285/18/21-11-2002 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αιτών την υπέρ αυτού επανάληψη της ποινικής διαδικασίας χ1 καταδικάστηκε, εκτός των άλλων, για την πράξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως που προαναφέρθηκε και η οποία συνίσταται στο ότι στη ........ στις 23-8-1998 με πρόθεση σκότωσε άλλον και συγκεκριμένα, περί ώρα 00.30 στην οικία του, που βρισκόταν σε διαμέρισμα της πολυκατοικίας της οδού ..... αριθ. ...(.....), όπου ζούσε με την γ1, κατά τη διάρκεια της φιλονικίας του, που είχε με αυτήν, αφού αποφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να την σκοτώσει, την έσυρε τραβώντας την από τα μαλλιά, μέχρι το κρεβάτι της κρεβατοκάμαρας του διαμερίσματος και εκεί, υπό το βλέμμα της κόρης τους γ2, ηλικίας τριών ετών, με τις υπέρτερες σωματικές δυνάμεις του, την ακινητοποίησε και με δύο μαξιλάρια του κρεβατιού κάλυψε το πρόσωπό της, στη συνέχεια δε, πιέζοντας με δύναμη τα μαξιλάρια αυτά σε επαφή με το στόμα της, για όσο χρονικό διάστημα απαιτείτο για να επιτύχει τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, ανέκοψε βίαια την αναπνοή της, με συνέπεια να επέλθει ο θάνατός της από το γεγονός αυτό, ως μόνης αιτιώδους αιτίας του. Στη συνέχεια δε εξαφάνισε το πτώμα της γ1, το οποίο μέχρι σήμερα δεν ανευρέθη. Ήδη, όμως, ισχυρίζεται ο ίδιος ότι κατά τις αρχές του έτους 2004 περιήλθε σε γνώση του η πληροφορία ότι εστάλη στο όνομα της φερόμενης ως φονευθείσης από αυτόν γ1, μέσω του ταχυδρομείου, μία τηλεφωνική επιταγή της WESTERN UNION, με αριθμό .............. Συνεχίζοντας, κατόπιν τούτου, αυτός την έρευνα για την περαιτέρω διερεύνηση της υποθέσεως που θα οδηγούσε στην αθώωσή του, υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την υπ'αριθ. πρωτ. 1521/30-3-2004 αίτηση, με την οποία ζήτησε να δοθεί από τον τελευταίο σχετική παραγγελία προς τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, προκειμένου να του χορηγήσουν αυτά βεβαίωση, στην οποία θα εμφαίνονται τα ονόματα του αποστολέα και του παραλήπτη της παραπάνω επιταγής. Επέτυχε δ' έτσι να του χορηγηθεί, αφενός μεν το υπ'αριθ. ......... παραστατικό του Ταχυδρομείου Τούμπας, από το οποίο αποδεικνύεται ότι στις ...... και περί ώρα 14.20 απεστάλη, μέσω της WESTERN UNION, από την ζ1 προς την ευρισκόμενη στην Ουκρανία γ1 έμβασμα ποσού 200 ευρώ, αφετέρου δε το με ημερομηνία ...... παραστατικό των Ουκρανικών Αρχών, στο οποίο φαίνεται καθαρά ότι το παραπάνω έμβασμα παρελήφθη από τη γ1 (ταυτίζεται και το όνομα πατρός), ενώ στο κάτω αριστερό μέρος του υπάρχει και η ιδιόχειρη υπογραφή της παραλήπτριας. Ενόψει του συγκλονιστικού αυτού στοιχείου και προκειμένου να διαλυθεί κάθε αμφιβολία ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής της γ1 επί του παραπάνω παραστατικού, το οποίο φέρει ημερομηνία εκδόσεως κατά πολύ μεταγενέστερη του υποτιθέμενου θανάτου αυτής και επομένως αποδεικνύει ότι βρίσκεται η ίδια εν ζωή, ανέθεσε ο αιτών στην ειδική δικαστική γραφολόγο .......... την επ'αυτής (υπογραφής) διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Για την πραγματογνωμοσύνη δ'αυτή συνετάγη από την τελευταία η από ........ έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης, η οποία επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του, αφού καταλήγει επί λέξει στην παραδοχή ότι: "η υπογραφή που βρίσκεται στο φωτοαντίγραφο προερχόμενο από αντίγραφο (fax) του από ...... υπ'αριθ. ........ έντυπου εγγράφου στη ρωσική (τηλεφωνική επιταγή) της WESTERN UNION και φέρεται ως χάραξη της γ1 κατά υψηλή πιθανότητα είναι γνήσια", με την ασήμαντη επιφύλαξη της δικαστικής γραφολόγου, που οφείλεται, όπως σημειώνει η ίδια, στο γεγονός ότι η έρευνα διενεργήθηκε όχι στο πρωτότυπο του εγγράφου, το οποίο ο ίδιος επεδίωξε να λάβει στα χέρια του και δεν το επέτυχε, αλλά σε αντίγραφο αυτού. Προσκομίζει και επικαλείται, ύστερα απ'όλα αυτά, ο αιτών αφενός μεν το ανεπικύρωτο φωτοαντίγραφο το προερχόμενο από αντίγραφο ηλεκτρονικού τηλετύπου (fax) του από ...... υπ'αριθ. ....... έντυπου εγγράφου στη Ρωσική (τηλεφωνική επιταγή) της WESTERN UNION, αφετέρου δε την από ....... έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου ........., που αποτελούν, κατά τη γνώμη του, ατράνταχτη απόδειξη της αθωότητάς του για την πράξη που του αποδόθηκε, καθόσον αποδεικνύουν ότι η φερόμενη ως φονευθείσα από αυτόν γ1 είναι ζωντανή και ζει στην Ουκρανία. Επί των ως άνω νέων αποδεικτικών στοιχείων και ισχυρισμών του αιτούντος παρατηρούμε τα εξής: Τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό, ότι δηλαδή βρίσκεται η γ1 εν ζωή, είχε προβάλει ο αιτών και κατά τη διάρκεια της δίκης του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, οπότε είχε ισχυρισθεί ότι τον εγκατέλειψε αυτή, γιατί ακολούθησε άλλον άνδρα μετά του οποίου είχε συνάψει ερωτική σχέση. Κρίθηκε, όμως, τότε ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν ανταποκρίνεται προς την πραγματικότητα, γιατί δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Πέραν δε τούτου προσκρούει αυτός και στη στοιχειώδη λογική έμφρονος ανθρώπου, διότι αν όντως η ως άνω παθούσα είχε εγκαταλείψει τον αιτούντα, δεν εξηγείται λογικά πως δεν ενδιαφέρθηκε αυτή από τον χρόνο εξαφανίσεώς της (23-8-1998) και εφεξής για την τύχη της ανήλικης κόρης της, την οποία σύμφωνα με τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων υπεραγαπούσε, αλλά και τους οικείους της, οι οποίοι εναγωνίως την αναζητούσαν, επειδή δεν είχε δώσει κάποιο ίχνος ζωής, προκειμένου να τους απαλλάξει από την αγωνία τους. Επίσης, κρίθηκε ότι τόσο η κατάθεση του μάρτυρα δ1, υιού της αδελφής του αιτούντος, κατά την οποία στις αρχές Σεπτεμβρίου 1998 συνομίλησε εκείνος τηλεφωνικά στο σπίτι του με τη γ1, όταν εκείνη ζήτησε στο τηλέφωνο τον κατηγορούμενο θείο του, με τον οποίο στη συνέχεια και συνομίλησε, όσο και οι καταθέσεις των μαρτύρων δ2 και δ3, με τις οποίες οι τελευταίες (μητέρα και κόρη) διατείνονται αντίστοιχα, η μεν πρώτη κατά την εξέτασή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου 1998 είδε την παθούσα μέσα σε Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, όταν ο κατηγορούμενος είχε έλθει στο σπίτι που είχε εκμισθώσει στην παθούσα, να εισπράξει το μίσθωμα, η δε δεύτερη ότι της τηλεφώνησε η παθούσα στο άνω μίσθιο και συνομίλησε με αυτήν κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου 1998, δεν είναι πειστικές και ικανές να εμπεδώσουν ασφαλή δικανική πεποίθηση περί του ότι δεν θανάτωσε ο αιτών την παθούσα. Η άποψη δ'αυτή ενισχύθηκε, ως προς μεν την κατάθεση του μάρτυρα δ1 εκ του ότι ο κατηγορούμενος, όταν εξετάστηκε στην προδικασία, δεν ανέφερε για την εν λόγω συνομιλία, πράγμα που δεν θα παρέλειπε αν όντως είχε γίνει, αφού το γεγονός αυτό ήταν το πιο σημαντικό ίσως υπερασπιστικό του στοιχείο, ως προς δε τις καταθέσεις των προαναφερόμενων γυναικών εκ του ότι οι ίδιες γυναίκες, όπως αναφέρουν στις αντίστοιχες καταθέσεις τους, δεν είναι βέβαιες 100% ότι η πρώτη είδε την παθούσα και ότι η δεύτερη συνομίλησε με αυτήν. Αντιθέτως, στηρίχθηκε, εκτός των άλλων, το δικάσαν κατ'έφεση Δικαστήριο στην κατάθεση της αδελφής του κατηγορουμένου η1, η οποία, αδυνατούσα να αποστεί εντελώς από τις αρχικές από 12-9-1998 και 20-9-1998 προανακριτικές καταθέσεις της, στις οποίες με σαφήνεια και ενάργεια περιέγραψε τις συνθήκες που διαπίστωσε όταν μετά το περιστατικό της θανατώσεως επισκέφθηκε το σπίτι του κατηγορουμένου, καθώς και τη δήλωση-ομολογία τούτου προς αυτήν ότι σκότωσε την παθούσα γ1 και την εξαφάνισε κατά τέτοιο τρόπο που και "200 χρόνια να περάσουν δεν θα τη βρει κανείς", αναφέρθηκε και πάλι στην ίδια δήλωση και ενώπιον του Δικαστηρίου, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να επεξηγήσει ότι την δήλωση αυτή την έκανε ο κατηγορούμενος δήθεν αστειευόμενος και προκειμένου να την εντυπωσιάσει. Από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο, εξάλλου, ανεπικύρωτο φωτοαντίγραφο το προερχόμενο από αντίγραφο ηλεκτρονικού τηλετύπου (fax) του από ...... υπ'αριθ. ........ έντυπου εγγράφου στη Ρωσική (τηλεφωνική επιταγή) της WESTERN UNION, πέραν του γεγονότος ότι δεν είναι αυτό ευκρινές και ευανάγνωστο και δεν επεξηγείται ο τρόπος με τον οποίο περιήλθε σε γνώση του αιτούντος η πληροφορία ότι εστάλη η ως άνω τηλεφωνική επιταγή, μέσω του ταχυδρομείου, στο όνομα της γ1 στην Ουκρανία, δεν μπορεί να συναχθεί οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα, όσον αφορά τη γνησιότητα του φωτοαντιγράφου αυτού και τα στοιχεία ταυτότητας του αποστολέα και του λήπτη των χρημάτων. Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από ....... έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου ........., δεν επιβεβαιώνονται οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του αιτούντος, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος, καθόσον καταλήγει αυτή (γνωμάτευση) στο συμπέρασμα να είναι γνήσια η υπογραφή της γ1 επί του συγκεκριμένου φωτοαντιγράφου τηλεφωνικής επιταγής όχι με βεβαιότητα, αλλά με υψηλή πιθανότητα. Επιπροσθέτως, δεν είναι ασήμαντη η επιφύλαξη την οποία διατυπώνει στη γνωμάτευσή της η ως άνω ειδική δικαστική γραφολόγος, όπως ισχυρίζεται επίσης ο αιτών, καθόσον στις περιπτώσεις διενέργειας γραφολογικής εξετάσεως επί φωτοτυπικών αντιγράφων, προερχομένων μάλιστα όχι από το πρωτότυπο, αλλά από αντίγραφο ηλεκτρονικού τηλετύπου (fax), δεν είναι δυνατή η έρευνα αυτών με τη μέθοδο της "φυσικής" εξέτασης, ήτοι με τη χρήση των ενδεικνυόμενων μεγεθυντικών οργάνων και των κατάλληλων φωτιστικών μέσων, αφού: 1) δεν μεταφέρονται σ'αυτά πολλά ιδιαίτερα γραφολογικά στοιχεία και χαρακτηριστικά, όπως το βάθος του γραφικού ίχνους, που εξαρτάται από την ένταση της γραφικής πίεσης η οποία ασκήθηκε κατά τη χάραξη, το είδος ή τα είδη των γραφικών μέσων που χρησιμοποιήθηκαν, η ταχύτητα χάραξης, τυχόν αραχνοειδείς ενάρξεις, συνδεσμώσεις ή απολήξεις κ.λπ., 2) δεν είναι εφικτή η διαπίστωση τυχόν αντικειμενικών ευρημάτων νόθευσης, όπως ξέσματα, αποσβέσεις, απαλείψεις με χημικά ή άλλα μέσα, ίχνη αποτυπωτικού χαρτιού, εγχαράξεις, επιχαράξεις άλλων στοιχείων, όπως αδικαιολόγητες στάσεις της γραφίδας ή "αφύσικη" βραδυρρυθμία χάραξης, και 3) επιπλέον στα φωτοαντίγραφα ο ενδεχόμενος κίνδυνος νόθευσης των χαράξεων, με τη μέθοδο της "φωτοσύνθεσης", δηλαδή του λεγόμενου "φωτομοντάζ", δεν μπορεί να διαπιστωθεί άρα και να αποκλεισθεί (βλ. περί τούτων στην 5η σελίδα της ως άνω εκθέσεως γραφολογικής γνωματεύσεως). Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης είχε υποβληθεί από τον αιτούντα κατηγορούμενο το αίτημα να εμφανισθεί και εξετασθεί ενώπιόν του Δικαστηρίου αυτού η άγουσα τότε το 3ο έτος (2 ετών και 11 μηνών) της ηλικίας της θυγατέρα αυτού και της θανούσας ονόματι γ2, η οποία φερόταν ότι ήταν παρούσα κατά τη χρονική στιγμή της θανατώσεως της μητέρας της από τον πατέρα της και ανέφερε στη συνέχεια στην εξετασθείσα ως μάρτυρα αδελφή του αιτούντος κατηγορουμένου η1, μετά από σχετικές ερωτήσεις της τελευταίας, ότι "ο Μπαμπάς τραβούσε τη μαμά από τα μαλλιά και αυτή έκλαιγε και φώναζε. Μετά της έβαλε δύο μαξιλάρια στα μούτρα και αυτή αποκοιμήθηκε", αλλ'απορρίφθηκε από το παραπάνω Δικαστήριο το σχετικό αίτημά του ως αβάσιμο, γιατί εκτιμήθηκε ότι δεν ήταν η τελευταία (θυγατέρα του) λόγω της ηλικίας της σε θέση να παραστήσει με ακρίβεια τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν πριν από 4 έτη και 3 μήνες, ληφθέντων συγχρόνως υπόψη και των ψυχολογικών προβλημάτων που οπωσδήποτε θα της εδημιουργούντο, εάν εκαλείτο αυτή να καταθέσει για την πράξη ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως εις βάρος της μητέρας της, για την οποία εκατηγορείτο ο πατέρας της. Για τους ίδιους δε λόγους δεν είναι ορθή και ενδεδειγμένη και η σημερινή εξέταση της άγουσας τώρα το 10ο έτος της ηλικίας της και μη ώριμης βιολογικά γ2, όπως φαίνεται να επιθυμεί ο κατηγορούμενος πατέρας της, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό κρίση αίτησή του. Άλλωστε, δικαιούται να αρνηθεί αυτή τη μαρτυρία της, σύμφωνα με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 222 του ΚΠΔ, κατά την οποία "σύζυγος και συγγενείς εξ αίματος του κατηγορουμένου έως και το δεύτερο βαθμό έχουν δικαίωμα να αρνηθούν τη μαρτυρία τους και στην προδικασία και στο ακροατήριο". Το δικαίωμά της δ'αυτό μπορεί να το ασκήσει με δήλωση του νομίμου αντιπροσώπου ή τυχόν διορισμένου επιτρόπου της. Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του ως άνω καταδικασθέντος και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε 210 ευρώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 § 1 του ΚΠΔ, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 55 § 1 του Ν.3160/
- Για τους λόγους αυτούς. Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 7ης Νοεμβρίου 2005 αίτηση του χ1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Κέρκυρας, την οποία υπέβαλε επ'ονόματι και για λογαριασμό του ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Νισύριος, ενεργώντας εν προκειμένω χωρίς ειδική εντολή του πελάτη του για την υποβολή της, αλλ'υπό την ιδιότητά του ως συνηγόρου αυτού που είχε παραστεί στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα τη διαδικασία καταδικαστική απόφαση, περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 278-285/18/21-11-2002 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Β) Να επιβληθούν στον ως άνω αιτούντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε 210 ευρώ. Αθήνα, 3 Απριλίου
- Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνο, που αναφέρθηκε στην ως άνω έγγραφη πρότασή του και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπτ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία τα οποία διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠοινΔ "η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή το σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από το συνήγορό του ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε", κατά δε την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου πιο πάνω άρθρου "η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη...". Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση από 7.11.2005 αίτηση περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 278 - 285/2002 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αιτών χ1 καταδικάσθηκε αμετάκλητα, εκτός των άλλων, για τη πράξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως και με την οποία (αίτηση) γίνεται επίκληση νέων γεγονότων, αγνώστων στο Δικαστήριο που τον δίκασε, που καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος για την άνω πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις. Παραδεκτώς δε η αίτηση αυτή, - που την υπέβαλε επ' ονόματι και για λογαριασμό του αιτούντος ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Νισύριος, ενεργώντας εν προκειμένω υπό την ιδιότητά του ως συνηγόρου αυτού που είχε παραστεί στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση (άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠοινΔ), - εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω στην ουσία. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, με την υπ' αριθ. 278 - 285/2002 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, καταδικάσθηκε ο αιτών, εκτός των άλλων, σε ισόβια κάθειρξη για την άνω πράξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως. Συγκεκριμένα, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δέχθηκε ότι ο αιτών: "Στη Θεσσαλονίκη στις 23.8.1998 με πρόθεση σκότωσε άλλον και συγκεκριμένα περί ώρα 00.30 στην οικία του, που βρίσκεται σε διαμέρισμα της πολυκατοικίας της οδού ..... αριθ..... (......), όπου ζούσε με την γ1, κατά τη διάρκεια της φιλονικίας του, που είχε με αυτήν, αφού αποφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να την σκοτώσει, την έσυρε τραβώντας την από τα μαλλιά μέχρι το κρεβάτι της κρεβατοκάμαρας του διαμερίσματος και εκεί, υπό το βλέμμα της κόρης τους γ2, ηλικίας τριών ετών, με τις υπέρτερες σωματικές δυνάμεις του, την ακινητοποίησε και με δύο μαξιλάρια του κρεβατιού κάλυψε το πρόσωπό της, στη συνέχεια δε, πιέζοντας με δύναμη τα μαξιλάρια αυτά σε επαφή με το στόμα της, για όσο χρονικό διάστημα απαιτείτο για να επιτύχει τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, ανέκοψε βίαια την αναπνοή της, με συνέπεια να επέλθει ο θάνατός της από το γεγονός αυτό, ως μόνης αιτιώδους αιτίας του. Στη συνέχεια δε εξαφάνισε το πτώμα της γ1 το οποίο μέχρι σήμερα δεν ανευρέθη". Ήδη ο αιτών ισχυρίζεται με την ένδικη αίτησή του ότι κατά τις αρχές του έτους 2004 περιήλθε σε γνώση του η πληροφορία ότι εστάλη στο όνομα της φερόμενης ως φονευθείσας από αυτόν γ1, μέσω του ταχυδρομείου, μία τηλεφωνική επιταγή της WESTERN UNION, με αριθμό ......... Ότι, συνεχίζοντας, κατόπιν τούτου, αυτός την έρευνα του για την περαιτέρω διερεύνηση της υποθέσεως που θα οδηγούσε στην αθώωσή του, υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την υπ' αριθ. πρωτ. 1521/30-3-2004 αίτηση, με την οποία ζήτησε να δοθεί από τον τελευταίο σχετική παραγγελία προς τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, προκειμένου να του χορηγήσουν αυτά βεβαίωση, στην οποία θα εμφαίνονταν τα ονόματα του αποστολέα και του παραλήπτη της παραπάνω επιταγής. Ότι επέτυχε έτσι να του χορηγηθεί, αφενός μεν το υπ' αριθ. ....... παραστατικό του Ταχυδρομείου Τούμπας, από το οποίο αποδεικνύεται ότι στις ...... και περί ώρα 14.20 απεστάλη, μέσω της WESTERN UNION, από την ζ1 προς την ευρισκόμενη στην Ουκρανία γ1 έμβασμα ποσού 200 ευρώ, αφετέρου δε το με ημερομηνία ........ παραστατικό των Ουκρανικών Αρχών, στο οποίο φαίνεται καθαρά ότι το παραπάνω έμβασμα παραλήφθηκε από τη γ1 (ταυτίζεται και το όνομα πατρός), ενώ στο κάτω αριστερό μέρος του υπάρχει και η ιδιόχειρη υπογραφή της παραλήπτριας. Ότι, ενόψει του συγκλονιστικού αυτού στοιχείου και προκειμένου να διαλυθεί κάθε αμφιβολία ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής της γ1 επί του παραπάνω παραστατικού, το οποίο φέρει ημερομηνία εκδόσεως κατά πολύ μεταγενέστερη του υποτιθέμενου θανάτου αυτής και επομένως αποδεικνύει ότι βρίσκεται η ίδια εν ζωή, ανέθεσε ο αιτών στην ειδική δικαστική γραφολόγο .......... την επ'αυτής (υπογραφής) διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Και ότι για την πραγματογνωμοσύνη συντάχθηκε από την τελευταία η από ....... έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης, η οποία επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του, αφού καταλήγει επί λέξει στην παραδοχή ότι: "η υπογραφή που βρίσκεται στο φωτοαντίγραφο του από ....... υπ' αριθ. ........ έντυπου εγγράφου στη ρωσική (τηλεφωνική επιταγή) της WESTERN UNION και φέρεται ως χάραξη της γ1 κατά υψηλή πιθανότητα είναι γνήσια", με την ασήμαντη επιφύλαξη της δικαστικής γραφολόγου, που οφείλεται, όπως σημειώνει η ίδια, στο γεγονός ότι η έρευνα διενεργήθηκε όχι στο πρωτότυπο του εγγράφου, το οποίο ο ίδιος επιδίωξε να λάβει στα χέρια του και δεν το επέτυχε, αλλά σε αντίγραφο αυτού. Προσκομίζει δε και επικαλείται, ύστερα απ' όλα αυτά, ο αιτών αφενός μεν το ανεπικύρωτο φωτοαντίγραφο, το προερχόμενο από αντίγραφο ηλεκτρονικού τηλετύπου (fax), του από ...... υπ' αριθ. ......... έντυπου εγγράφου στη Ρωσική (τηλεφωνική επιταγή) της WESTERN UNION, αφετέρου δε την από ..... έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου ........., που αποτελούν, κατά τους ισχυρισμούς του, απόδειξη της αθωότητάς του για την πράξη που του καταδικάσθηκε, καθόσον αποδεικνύουν ότι η φερόμενη ως φονευθείσα από αυτόν γ1 είναι ζωντανή και ζει στην Ουκρανία. Τον ανωτέρω ισχυρισμό, ότι, δηλαδή, βρίσκεται η γ1 εν ζωή, είχε προβάλει ο αιτών και κατά τη διάρκεια της δίκης του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, οπότε είχε ισχυρισθεί ότι τον εγκατέλειψε αυτή, γιατί ακολούθησε άλλον άνδρα μετά του οποίου είχε συνάψει ερωτική σχέση. Κρίθηκε, όμως, από το άνω Δικαστήριο ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, γιατί από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε κάτι τέτοιο, αλλά και πέραν τούτου ότι προσκρούει ο ισχυρισμός του αυτός στη στοιχειώδη λογική έμφρονος ανθρώπου, αφού, αν πράγματι η άνω παθούσα είχε εγκαταλείψει τον αιτούντα, δεν εξηγείται λογικά πως δεν ενδιαφέρθηκε αυτή από το χρόνο εξαφανίσεώς της (23-8-1998) και εφεξής για την τύχη της ανήλικης κόρης της, την οποία, σύμφωνα με τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, υπεραγαπούσε, αλλά και για τους οικείους της, οι οποίοι εναγωνίως την αναζητούσαν, επειδή δεν είχε δώσει κάποιο ίχνος ζωής, προκειμένου να τους απαλλάξει από την αγωνία τους. Επίσης, κρίθηκε ότι τόσο η κατάθεση του μάρτυρα δ1, υιού της αδελφής του αιτούντος, κατά την οποία στις αρχές Σεπτεμβρίου 1998 συνομίλησε εκείνος τηλεφωνικά στο σπίτι του με τη γ1, όταν εκείνη ζήτησε στο τηλέφωνο τον κατηγορούμενο θείο του, με τον οποίο στη συνέχεια και συνομίλησε, όσο και οι καταθέσεις των μαρτύρων δ2 και δ3, με τις οποίες οι τελευταίες (κόρη και μητέρα, αντιστοιχα) διατείνονται, η μεν πρώτη κατά την εξέτασή της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου 1998 είδε την παθούσα μέσα σε Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, όταν ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί στο σπίτι που είχε μισθώσει αυτή από την παθούσα, για να εισπράξει το μίσθωμα, η δε δεύτερη ότι της τηλεφώνησε η παθούσα στο άνω μίσθιο και συνομίλησε με αυτήν κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου 1998, δεν κρίνονται πειστικές και συνεπώς ικανές να εμπεδώσουν ασφαλή δικανική πεποίθηση περί του ότι δεν θανάτωσε ο αιτών την παθούσα. Η άποψη δε αυτή του ανωτέρω Δικαστηρίου ενισχύθηκε, ως προς μεν την κατάθεση του μάρτυρα δ1 εκ του ότι ο κατηγορούμενος, όταν εξετάστηκε στην προδικασία, δεν ανέφερε για την εν λόγω συνομιλία, πράγμα που δεν θα παρέλιπε αν πράγματι αυτή είχε γίνει, αφού το γεγονός αυτό ήταν το πιο σημαντικό ίσως υπερασπιστικό του στοιχείο, ως προς δε τις καταθέσεις των προαναφερόμενων γυναικών εκ του ότι οι ίδιες, όπως αναφέρουν σ' αυτές, δεν είναι βέβαιες 100% ότι η πρώτη είδε την παθούσα και ότι η δεύτερη συνομίλησε με αυτήν. Τα ίδια δε πιο πάνω περιστατικά κατέθεσε και τις αυτές επιφυλάξεις εξέφρασε η ειρημένη δ3 κατά την εξέτασή της ως μάρτυρα, με πρόταση του αιτούντος, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο). Εφόσον λοιπόν όλα όσα προεκτέθηκαν (σχετικά με τις άνω τρείς μαρτυρικές καταθέσεις) - τα οποία μνημονεύονται και στην κρινόμενη αίτηση - ήταν γνωστά στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο που καταδίκασε τον αιτούντα, το οποίο απέρριψε, κατά τα ανωτέρω, το σχετικό με τα γεγονότα αυτά ισχυρισμό του, ότι, δηλαδή, η σύντροφός του γ1 έδωσε σημεία ζωής μετά την 23.8.1998 και εντεύθεν ανατρέπεται η εναντίον του πιο πάνω κατηγορία, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη του Μ.Ο.Ε. αποδεικτικών στοιχείων, δεν μπορούν να αποτελέσουν (τα άνω γεγονότα) εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας. Περαιτέρω, από το προσκομιζόμενο με επίκληση ανεπικύρωτο φωτοαντίγραφο, προερχόμενο από αντίγραφο ηλεκτρονικού τηλετύπου (fax) του από ..... υπ' αριθ. ....... έντυπου εγγράφου στη Ρωσική (τηλεφωνική επιταγή) της WESTERN UNION, πέραν του γεγονότος ότι δεν είναι αυτό ευκρινές και ευανάγνωστο και δεν επεξηγείται ο τρόπος με τον οποίον περιήλθε σε γνώση του αιτούντος η πληροφορία ότι εστάλη η πιο πάνω τηλεφωνική επιταγή, μέσω του ταχυδρομείου, στο όνομα της γ1 στην Ουκρανία, δεν μπορεί να συναχθεί οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με τη γνησιότητα του φωτοαντιγράφου αυτού και τα στοιχεία ταυτότητας του αποστολέα και του λήπτη των χρημάτων. Ειδικότερα, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από ....... έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου ........ δεν επιβεβαιώνονται οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του αιτούντος, όπως αβάσιμα αυτός διατείνεται, αφού καταλήγει μεν η τελευταία στο συμπέρασμα ότι είναι γνήσια η υπογραφή της γ1 επί του συγκεκριμένου πιο πάνω φωτοαντιγράφου τηλεφωνικής επιταγής, όχι, όμως, με βεβαιότητα, αλλά με υψηλή πιθανότητα. Προς τούτο, δεν είναι ασήμαντη η επιφύλαξη, την οποία διατυπώνει στη γνωμάτευσή της η πιο πάνω ειδική δικαστική γραφολόγος, όπως ισχυρίζεται ο αιτών με την ένδικη αίτησή του, καθόσον στις περιπτώσεις διενέργειας γραφολογικής εξετάσεως επί φωτοτυπικών αντιγράφων, προερχομένων μάλιστα όχι από το πρωτότυπο, αλλά από αντίγραφο ηλεκτρονικού τηλετύπου (fax), όπως είναι το υπό κρίση έγγραφο, δεν είναι δυνατή η έρευνα αυτών με τη μέθοδο της "φυσικής", είναι εξέτασης, ήτοι με τη χρήση των ενδεικνυόμενων μεγεθυντικών οργάνων και των κατάλληλων φωτιστικών μέσων, αφού: 1) δεν μεταφέρονται σ' αυτά πολλά ιδιαίτερα γραφολογικά στοιχεία και χαρακτηριστικά, όπως το βάθος του γραφικού ίχνους, που εξαρτάται από την ένταση της γραφικής πίεσης, η οποία ασκήθηκε κατά τη χάραξη, το είδος ή τα είδη των γραφικών μέσων, που χρησιμοποιήθηκαν, η ταχύτητα χάραξης, τυχόν αραχνοειδείς ενάρξεις, συνδεσμώσεις ή απολήξεις κ.λ.π., 2) δεν είναι εφικτή η διαπίστωση τυχόν αντικειμενικών ευρημάτων νόθευσης, όπως ξέσματα, αποσβέσεις, απαλείψεις με χημικά ή άλλα μέσα, ίχνη αποτυπωτικού χαρτιού, εγχαράξεις, επιχαράξεις άλλων στοιχείων, όπως αδικαιολόγητες στάσεις της γραφίδας ή "αφύσικη" βραδυρρυθμία χάραξης, και 3) επιπλέον στα φωτοαντίγραφα ο ενδεχόμενος κίνδυνος νόθευσης των χαράξεων με τη μέθοδο της "φωτοσύνθεσης", δηλαδή, του λεγόμενου "φωτομοντάζ", δεν μπορεί να διαπιστωθεί, άρα και να αποκλεισθεί (βλ. για τα ανωτέρω στην 5η σελίδα της άνω εκθέσεως γραφολογικής γνωματεύσεως). Τέλος, ο αιτών με το από 6.11.2006 υπόμνημά του προς το Δικαστήριο τούτο εκθέτει, εκτός των άλλων, κατά πιστή μεταφορά και τα εξής: "Επιπροσθέτως, υπάρχει και άλλο διασταυρούμενο στοιχείο που πιστοποιεί ότι η γ1 ευρίσκετο εν ζωή κατά την ημέρα που φέρεται να τέλεσα την ανθρωποκτονία σε βάρος της. Συγκεκριμένα, υπήρξε τροχαίο περιστατικό τον Οκτώβριο του 1998, στο οποίο είχα εμπλακεί εγώ με την τρίχρονη τότε κόρη μας και τη γ1 στην οδό ......... Θεσσαλονίκης. Επειδή το γεγονός δεν είχε δηλωθεί στην Αστυνομία με ευθύνη της προκαλέσασας το ατύχημα κυρίας, έγινε προσπάθεια αναζήτησής της. Η κυρία βρέθηκε και εξέθεσε τα συμβάντα στον πληρεξούσιο δικηγόρο μου ως ακολούθως: "ΔΗΛΩΣΙΣ της θ1... ....Θεσσαλονίκη 23.10.
- Η κάτωθι υπογράφουσα θ1 ..... έχω να δηλώσω ότι στις αρχές Σεπτεμβρίου 1998 στη διασταύρωση ........ και ........ χτύπησα με το μηχανάκι σταθμευμένο αυτοκίνητο από πίσω. Στη θέση του συνοδηγού καθόταν μια μελαχρινή κοπέλα με παιδάκι - κοριτσάκι, 3 ετών περίπου. Μού είπε να περιμένω το σύζυγό της, ο οποίος ήρθε, αλλάξαμε στοιχεία και φύγαμε. Αργότερα, τον συνάντησα και του πλήρωσα τη ζημιά. Η κοπέλα ήταν στρουμπουλή, μελαχρινή, κάτω των τριάντα ετών. Όλα αυτά έγιναν αρχές Σεπτεμβρίου
- Το Σεπτέμβριο του 2006 μου τηλεφώνησαν και με βρήκαν οι γονείς του ανθρώπου που τράκαρα και μου είπαν ότι ο γιός τους είναι στη φυλακή και εκ των υστέρων έμαθα ότι λέγεται χ
- Τη δήλωση αυτή την κάνω ενώπιον των δικηγόρων Νισύριου Ιωάννη και Παρασκευά Σπυράτου και προτίθεμαι να συμβάλω στη διαλεύκανση της υπόθεσης αν χρειαστεί. Μετά τιμή, Η δηλούσα". Γι' αυτό προσκομίζω αυτούσια τη δήλωση - βεβαίωσή της αυτή και παρακαλώ να εξεταστεί άμεσα ενόρκως". Όμως, ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως επικαλείται ο αιτών το άνω γεγονός το πρώτον με το ειρημένο υπόμνημά του, η ανωτέρω δήλωση της άνω θ1, καθώς και η ένορκη κατάθεσή της ως μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), δεν είναι καθόλου πειστικές, αφού μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι δόθηκαν αυτές μετά παρέλευση οκτώ ετών και πλέον, σε σχέση με το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, ώστε να καθίσταται αμφίβολο αν ενθυμείται αυτή το ν λόγω γεγονός, για το οποίο και κατέθεσε. Άλλωστε, και η εν λόγω μάρτυρας κατά την εξέτασή της εξέφρασε επιφυλάξεις ως προς το αν πράγματι η γυναίκα που είδε η ίδια, κατά την ημέρα που συνέβη το άνω "τροχαίο περιστατικό", μέσα στο αυτοκίνητο του αιτούντος ήταν η γ1 και συγκεκριμένα κατέθεσε αυτή, εκτός των άλλων, κατά πιστή μεταφορά και τα εξής: "Η κυρία που είδα στο αμάξι, από την κυρία που είδα στη φωτογραφία (δηλαδή τη γ1), ήταν πιο στρουμπουλή. Δεν είμαι σίγουρη 100% ότι ήταν η ίδια". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και με βάση τις σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως, στις οποίες το Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο) κατά τα λοιπά αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, από τα πιο πάνω προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πιο πάνω πράξεως της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, για την οποία, εκτός των άλλων, καταδικάσθηκε αμετάκλητα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του χ1, κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Κέρκυρας, περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 278 - 285/2002 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου
- Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ