Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 197 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή. Περίληψη: Καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο πληρωτέων κατά δόσεις. Για τη δίωξη απαιτείται απλή αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και όχι η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 §2 και 4 του Ν.2523/1997, που προϋποθέτει την ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως του Διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη του άρθρου 17 και 18 ή 19 του Ν.2523/97 και όχι τα χρέη από το άρθρο 25 του Ν.1882/90 και αποτελεί (η έλλειψη της άνω προϋποθέσεως) διακωλυτικό λόγο της ποινικής διώξεως με αποτέλεσμα το απαράδεκτό της. Τα χρέη αυτά, δεν υπόκεινται σε παραγραφή, πριν βεβαιωθούν προς είσπραξη ως δημόσια έσοδα. Η χρηματική απαίτηση του δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε η οφειλή και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας γιατί δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη και γιατί δεν έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής. ΑΡΙΘΜΟΣ 197/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσενέ, περί αναιρέσεως της 3025/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 587/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, προκύπτει ότι η ποινική δίωξη του θεσπιζόμενου απ' αυτή εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της οικείας οικονομικής υπηρεσίας ή του τελωνείου προς τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών της έδρας τους και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997, του προβλέπει την ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής κατά της σχετικής φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη από τα άρθρα 17 και 18 του ν. 2523/1997 και όχι τα χρέη από το άρθρο 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/
- Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρον 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω Ν. 2523/1997), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή, σε περίπτωση άσκησης της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του Ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε, σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση, του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την υπ' αριθ. 3.025/2008 απόφαση του, καταδίκασε την αναιρεσείουσα για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, δηλαδή για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα, ότι δεν κατέβαλε προς το Δημόσιο οφειλές συνολικού ύψους 123.666,31 ΕΥΡΩ αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, που έχουν βεβαιωθεί στη ΔΟΥ ... και ήταν ληξιπρόθεσμα. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, η οποία, καταδικάσθηκε για παραβίαση προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, δεν ήταν απαραίτητη η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης ή η τελεσίδικη επί της ασκηθείσας προσφυγής απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, αλλά ούτε και η επισύναψη στη μηνυτήρια αναφορά αντιγράφων της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, επειδή το Δικαστήριο που την εξέδωσε, αντί να κηρύξει απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη, προχώρησε στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης και καταδίκασε την αναιρεσείουσα για το έγκλημα της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και επομένως, πρέπει να απορριφθεί. Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύφος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/
- Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών) που εισπράττονται σπα τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύφος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/
- Με τη νέα αυτή αντικατάσταση το ποινικό αδίκημα, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεως του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο
(2)τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε με αυτή για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1γ' του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1γ' του Ν. 2523/1997, ήτοι δεν κατέβαλε τρεις
(3)συνεχείς δόσεις για τα χρέη της, τα οποία είχαν ρυθμιστεί με καταβολή δόσεων, ποσού 123.666,31 ΕΥΡΩ και είχαν βεβαιωθεί από τη ΔΟΥ ... Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Η κατηγορούμενη στις 1/12/2000 στην ..., όπου ασκούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών τη συσκευασία και το εμπόριο αγροτικών προϊόντων, με πρόθεση παραβίασε τη, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προθεσμία καταβολής των χρεών της προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, δηλαδή δεν κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις για τα χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις και ειδικότερα δεν κατέβαλε στο Δημόσιο το συνολικό ποσόν των 123.666,31 Ευρώ συμπεριλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων, το οποίο ποσόν αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά και το οποίο είναι βεβαιωμένο στη Δ.Ο.Υ. ... και συγκεκριμένα στις 1/12/2000 δεν κατέβαλε την τρίτη συνεχόμενη δόση χρέος 123.666,31 Ευρώ, το οποίο με την υπ' αριθμ. 2964/9-08-2000 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. ..., είχε βεβαιωθεί σε βάρος της και το οποίο αφορούσε πρόστιμο Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων για το οικονομικό έτος 1998 και ήταν καταβλητέο σε οκτώ
(8)μηνιαίες δόσεις από 29/09/2000 μέχρι 30/04/2001 (από το οποίο ποσό 99.610,42 Ευρώ ήταν ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο και ποσό 24.055,89 ευρώ συνεισπραττόμενα). Έναντι το ανωτέρω ποσού η κατηγορούμενη δε έχει καταβάλλει κανένα ποσό. Για τη μη καταβολή του παραπάνω χρέους συντάχθηκε από το Προϊστάμενο της ανωτέρω εφορείας ο 21/2002 πίνακας χρεών της κατηγορούμενης, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κατηγορητηρίου, όπου και ήταν εγγεγραμμένη η υπ' αριθμ. 1 ανωτέρω καταχώρηση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σε αυτήν με το κατηγορητήριο πράξεως". Από αυτά συνάγεται ότι επί του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών στο δημόσιο, το οποίο τελέστηκε υπό την ισχύ του άρθρου 23 του Ν 2523/1997, προκειμένου περί χρεών καταβλητέων σε δόσεις, χρόνος τέλεσης της πράξης είναι ο χρόνος που συμπίπτει με την παρέλευση του χρόνου καταβολής της τρίτης δόσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο δέχτηκε ότι το αδίκημα της μη καταβολής των χρεών που αποδιδόταν στην αναιρεσείουσα, είχε τελεσθεί υπό την ισχύ του άρθρου 23 του Ν 2523/1997 και ότι επρόκειτο περί χρεών καταβλητέων σε δόσεις, η ημερομηνία δε καταβολής της τρίτης δόσης ήταν η 29-11-2000. Από την παρέλευση δε της ημερομηνίας αυτής μέχρι την ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης (στον πρώτο βαθμό στις 24-11-2004 και στο δεύτερο βαθμό στις 18-9-2008), δεν είχε παρέλθει οκταετία (μαζί με την αναστολή της παραγραφής) και συνεπώς το αξιόποινο της πράξεως αυτής, δεν είχε εξαλειφθεί δια παραγραφής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για τον οποίο παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι το δικαστήριο με το να μη προβεί σε οριστική παύση της ποινικής διώξεως που είχε ασκηθεί σε βάρος της για μη καταβολή χρεών στο δημόσιο, καίτοι το αξιόποινο της πράξεως αυτής είχε εξαλειφθεί δια παραγραφής κατά το χρόνο εκδίκασης της υποθέσεως (18-9-2008) αφού από τον χρόνο τελέσεως της είχε παρέλθει οκταετία, υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας (άρθρο 510 §1 στοιχ. Θ Κ.Π.Δ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1ης Απριλίου 2009 αίτηση της Χ για αναίρεση της 3.025/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ