Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 197 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Αποδεικτικά μέσα. Περίληψη: Αιτιολογία δικαστικής απόφασης. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Δεν στοιχειοθετείται ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρεσεως, αφού από τη ρητή αναφορά στη λήψη υπόψη του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο και αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο λήφθηκε υπόψη. Η άποψη περί διαφορετικής εκτιμήσεως οδηγεί σε επανέλεγχο της ουσίας. Αριθμός 197/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Φλωρόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Ί. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3)Ε. Κ. του Γ., συζ. Γ. Π., ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Ε., κατοίκου ..., 4)Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., και 5) Γ. Π., ως ασκούντος τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Σταυρούλα Ρουσουνέλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2004 του ιδίου Δικαστηρίου, 232/2005 μη οριστική και 284/2011 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/7/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 12/12/2012 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 232/2011, ΑΠ 1103/2011). Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν, παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δικ. μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1750/2012, Απ 1103/2011). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 737/2011). Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμμιά από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες καθόσον δέχεται α) ότι παρά την πώληση στη δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) "ΜΥΚΟΜΠΑΡ ΑΕ" από τον Π. Σ. 3 στρεμμάτων πλέον ή έλαττον, του απέμεινε (και πούλησε στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Ι. Π.), όση έκταση είχε και πριν από την πώληση αυτή, ήτοι τρεις ζευγαριές ως έγγιστα, β) ότι η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος διέθεσε όλη την αγορασθείσα από αυτήν έκταση "για διαπλάτυνση του υφισταμένου αγροτικού δρόμου και προς εξυπηρέτηση των δραστηριοτήτων της", χωρίς να προσδιορίζει ποια έκταση διατέθηκε για τη διαπλάτυνση του δρόμου και ποια για τις άλλες δραστηριότητές της και ποιες ήταν οι δραστηριότητες αυτές, γ) ότι δεν διευκρινίζει αν το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με το ακίνητο που αγόρασε η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος "ΜΥΚΟΜΠΑΡ ΑΕ", δ) ότι στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Ι. Π., περιήλθε με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ…/1964 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Ευσταθίου Κουτσοχέρα, από αγορά από τον Π. Σ., ότι είχε μείνει από το ακίνητο του τελευταίου, μετά την πώληση από τον ίδιο στη δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος "ΜΥΚΟΜΠΑΡ ΑΕ" "χωρίς όμως να διευκρινίζει όπως θα έπρεπε, αν στον τίτλο αυτό περιλαμβάνεται και η έκταση που πριν είχε πωληθεί στην "ΜΥΚΟΜΠΑΡ ΑΕ"", ε) ότι περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση προς ενίσχυση του συμπεράσματός της ότι η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντα δεν ήταν κυρία του επιδίκου, δέχεται ότι σε τούτο συνηγορεί και το γεγονός ότι ενώ αυτή "αγόρασε έκταση τριών στρεμμάτων από τον Π. Σ. και από την έκταση αυτή, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα - εκκαλούντα η δικαιοπάροχός του ως άνω εταιρεία, παραχώρησε τμήμα μόνο 750 τ.μ. για τη διαπλάτυνση του εκεί υφισταμένου αγροτικού δημοσίου δρόμου και άρα απέμεινε στην κυριότητά της υπόλοιπη εδαφική έκταση 2.250 τμ, αυτή, παρά ταύτα, πώλησε στον ενάγοντα, έκταση 4125 τ.μ., πράγμα που καταδεικνύει ότι η εν λόγω εταιρεία κατά το χρόνο που το πώλησε στον ενάγοντα - εκκαλούντα δεν είχε την κυριότητα του επιδίκου, στ) ότι ακόμη προς ενίσχυση του παραπάνω συμπεράσματός της δέχεται ότι σε αυτήν συνηγορεί "και το εξαιρετικά μικρό τίμημα των 150.000 δραχμών, που συμφωνήθηκε για την πώλησή του, ενόψει του χρόνου πώλησής του
(1997), της έκτασής του, της προνομιακής θέσης του (κοντά σε παραλία) και της υψηλής αγοραίας αξίας των ακινήτων στη Μύκονο, αλλά και ο όρος που έχει συμπεριληφθεί στον εν λόγω τίτλο περί μη ευθύνης της πωλήτριας για την έκταση και τα όρια του πωλουμένου ακινήτου" και ζ) επίσης ο όρος που είχε συμπεριληφθεί στον εν λόγω τίτλο "περί μη ευθύνης της πωλήτριας για την έκταση και τα όρια του πωλουμένου ακινήτου". Ο λόγος αυτός υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενό του και κατά τις τέσσερις πρώτες αιτιάσεις του, αφορά σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και σε πραγματικά επιχειρήματα της αποφάσεως που συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ακόμη, με τις αιτιάσεις αυτές, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν εκθέτει το γιατί αποδείχθηκαν τα επικαλούμενα περιστατικά, πράγμα το οποίο όμως δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τούτο δε γιατί ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό, όπως στην προκειμένη περίπτωση διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 232/2011, ΑΠ 285/2011, ΑΠ 1103/2011). Ενόψει τούτων και του ότι, παρά την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καμία αναφορά δεν γίνεται και μάλιστα ενάριθμα στον κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε (ΑΠ 844/2011) ο οποίος δεν μπορεί αυτεπάγγελτα και βάσει της αρχής ζητά novit curia να προσδιορισθεί (Ολ. ΑΠ 20/2005), ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω όμως ο λόγος αυτός και κατά τις λοιπές υπό στοιχεία ε, στ και ζ αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος, γιατί αφορά σε παραδοχές της αποφάσεως που δεν περιέχουν ισχυρισμούς με αυτοτελή ύπαρξη που να τείνουν στη θεμελίωση της επικαλουμένης ενστάσεως ιδίας κυριότητας, αλλά περιέχουν πραγματικά επιχειρήματα και συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 1750/2012). Επειδή, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της ίδιας, με τον πρώτο λόγο, διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου επαλλήλως προς τον παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τακτική, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, με ανεπαρκείς ως προς τον πρωτότυπο αυτό τρόπο αιτιολογίες, καθόσον δέχεται ότι η μόνη πράξη νομής που ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ιωάννης Π.ς άσκησε στο επίδικο, κατά το χρονικό διάστημα από το 1963 μέχρι το 1986 ήταν η μίσθωσή του "χωρίς να δικαιολογείται και να εξηγείται (όπως θάπρεπε) πως είναι δυνατόν να μεταβιβάζεται (από τον Π. Σ. στον Ι. Π.) η εναπομείνασα σε αυτόν έκταση και να συμμεταβιβάζεται "μισθωτική σχέση αφορώσα σε άλλο ακίνητο (το οποίο είχε πριν ο ίδιος δικαιοπάροχος μεταβιβάσει στη ΜΥΚΟΜΠΑΡ - δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος-), ενώ βεβαίως δεν εξηγείται και δεν δικαιολογείται (όπως και πάλι θα έπρεπε) πως είναι δυνατόν η ΜΥΚΟΜΠΑΡ (μια μεταλλευτική εταιρεία με προσωπικό τεχνικούς και μηχανικούς) να μισθώνει το δικό της ακίνητο και να πληρώνει ενοίκιο στον πωλητή της (και στον δικαιοπάροχό του)". Ακόμη η προσβαλλομένη απόφαση "δεν εξηγεί (όπως θα έπρεπε) από πού συνάγει την κρίση του περί ύπαρξης στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου των αντιδίκων <αναιρεσιβλήτων> Ι. Π. "νομίμου τίτλου" και "καλής πίστης", αφού σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά, στον Ι. Π. μεταβιβάστηκε η κυριότητα της έκτασης "που είχε απομείνει" στον Π. Σ., μετά την προς την ΜΥΚΟΜΠΑΡ πώληση, στην οποία δεν περιλαμβάνεται (και δεν θα μπορούσε να περιλαμβάνεται) η πωληθείσα προηγούμενα στην ΜΥΚΟΜΠΑΡ έκταση". Ο λόγος αυτός, υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενό του, (όπως και ο πρώτος λόγος κατά τις τέσσερις πρώτες αιτιάσεις του), αφορά σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου καθώς και σε αιτιάσεις (ελλείψεις) αναγόμενες στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, οι οποίες όμως δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού το πόρισμα αυτό, όπως δεν αμφισβητείται διατυπώνεται πλήρως και σαφώς, καθόσον όπως αναφέρεται και στον πρώτο λόγο μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 232, 285, 1103/2011). Ενόψει τούτων και της μη αναφοράς και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 844/2011) της ουσιαστικής διατάξεως που παραβιάστηκε, πρέπει και ο λόγος αυτός, όπως και ο πρώτος να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (ΑΠ 6/2012, ΑΠ 249/2012, ΑΠ 254/2012). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του, αν δε πρόκειται για αποδεικτικό μέσον, που το πρώτον προσάγεται στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 527 Κ.Πολ.Δικ.), η επίκληση γίνεται με τις προτάσεις της συζήτησης της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλΑΠ 23/2008). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, (ΑΠ 1740/2012, ΑΠ 6/2012, ΑΠ 214/2012), ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα, αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση ή το πρακτικό αυτοψίας (359 Κ.Πολ.Δικ.), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (383 Κ.Πολ.Δικ.), τα πρακτικά εξέτασης μαρτύρων (410 Κ.Πολ.Δικ.), οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ.2, 339 Κ.Πολ.Δικ.), ενώ δεν απαιτείται ειδική μνεία των κατ' άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ. γνωμοδοτήσεων καθόσον αυτές περιλαμβάνονται στα έγγραφα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1660/2009). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14-15-16/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 240/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τη διαταχθείσα με την υπ' αριθμ. 232/2005 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου, πραγματογνωμοσύνη, την οποία ο αναιρεσείων νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρ. 562 παρ.2β'Κ.Πολ.Δικ.) που ρητά βεβαιώνει (σελ.4) ότι λήφθηκε υπόψη "η από Ιανουαρίου 2008 έκθεση πραγ/νης και το συνοδεύον αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α. Κ.", αλλά και από το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται αναφορά στην πραγ/νη (σελ.7) δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το αποδεικτικό αυτό μέσο, που είναι ομοδύναμο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δεν έχει αυξημένη έναντι αυτών αποδεικτική δύναμη, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτό (ΑΠ 682/2011), λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις. Εξάλλου η άποψη του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση του αποδεικτικού αυτού μέσου, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα, που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί και συνακόλουθα η αναίρεση στο σύνολό της. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-7-2012 αίτηση του Α. Π. του Π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 284/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700 Ευρώ). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ