← Ελλάδα

ΑΠ 1971/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1971 / 2009 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Περίληψη: Παράβαση ΑΝ 86/

  1. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος ως Πρόεδρος του Δ.Σ. ασφαλιστικού συνεταιρισμού συνεργαζομένων σωματείων, δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ τις οφειλόμενες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές για το απασχοληθέν προσωπικό. Αιτιολογημένη απόρριψη ισχυρισμού περί εξοφλήσεως της οφειλής. Απορρίπτεται η αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 1971/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 22572/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 865/
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 τιμωρείται με τις στην διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 της προδιαληφθείσης διατάξεως, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά της παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υπόχρεου, η ιδιότητα αυτού, ως εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, το ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει προς το ΙΚΑ τις εισφορές μέχρι το τέλος του επόμενου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 του ΑΝ. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποίοι ήταν αυτοί και πόσον χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών, ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα, της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 22572/2009 απόφασή του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Σε βάρος του ασφαλιστικού συνεταιρισμού συνεργαζομένων σωματείων επαγγελματιών πωλητών λαϊκών αγορών ανατολικής και δυτικής Αττικής με την επωνυμία "Η ΣΤΕΓΗ" εκδόθηκε η επίδικη με αριθμό ... πράξη επιβολής εισφορών (ΠΕΕ) του Ι.Κ.Α.... για συνολικό ποσό 245.507,55 ευρώ οφειλομένων εισφορών για την ασφάλιση προσωπικού κατά την περίοδο από 1-10-2000 έως 31-12-
  3. Από το σύνολο των οφειλομένων ως άνω εισφορών ποσό 81.835,85 ευρώ αφορούσε σε εργατικές εισφορές και ποσό 163.671,70 ευρώ σε εργοδοτικές εισφορές. Ο προαναφερόμενος συνεταιρισμός "Η ΣΤΕΓΗ", σύμφωνα με το από 11-1-1984 καταστατικό του, είναι υπεύθυνος για την καταβολή στο Ι.Κ.Α. των νομίμων εισφορών για την ασφάλιση των μελών του, ήτοι τους επαγγελματίες πωλητές λαϊκών αγορών ανατολικής και δυτικής Αττικής. Τα μέλη του Δ.Σ. του ανωτέρω συνεταιρισμού εκλέγονται από τη γενική συνέλευση των μελών του για θητεία ενός έτους και αναλαμβάνουν τη διοίκηση

(15)ημέρες μετά την εκλογή τους. Το τελευταίο Δ.Σ. αποτελείτο από τους X1 (εκκαλούντα - κατηγορούμενο) ως πρόεδρο, Π1, ..., Δ1 και .... και η θητεία του έληξε στις 7-6-1995. Έκτοτε, και έως το έτος 2004 δεν είχαν διεξαχθεί εκλογές από τη γενική συνέλευση για την ανάδειξη νέας διοίκησης με αποτέλεσμα κατόπιν υποβληθείσας αίτησης περί διορισμού προσωρινής διοίκησης εκ μέρους μελών του ανωτέρω συνεταιρισμού, ήτοι των X1 (εκκαλούντος), ...., Δ1 και ... να εκδοθεί η υπ.αρ. 6149/2004 απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας του Μονομελούς Πρωτ/κείου Αθηνών δυνάμει της οποίας διορίστηκαν ως προσωρινή διοίκηση του συνεταιρισμού τα σ' αυτήν αναφερόμενα πρόσωπα. Έτσι λοιπόν, από το έτος 1995, που έληξε η θητεία του τελευταίου Δ.Σ., και έως τις αρχές έτους 2005, οπότε έγιναν νόμιμα αρχαιρεσίες από τις οποίες και αναδείχθηκε το νέο Δ.Σ. του συνεταιρισμού, ήτοι επί μία σχεδόν δεκαετία εντός της οποίας περιλαμβάνεται και η επίδικη χρονική περίοδος κατά την οποία τελέστηκαν οι αποδιδόμενες στον εκκκαλούντα - κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, ο συνεταιρισμός "Η ΣΤΕΓΗ" εξακολούθησε να λειτουργεί κυρίως από τον τελευταίο (εκκαλούντα), ο οποίος εμφανιζόταν έως τις 1-3-2005 ενώπιον των τρίτων με την ιδιότητα του "πρόεδρου" αυτού χρησιμοποιώντας και την σφραγίδα του συνεταιρισμού. Τούτο δε, ενδεικτικά προκύπτει από την προσαγόμενη από ... βεβαίωση του εκκαλούντος προς το Ι.Κ.Α. ..., τις από 5/11/2003 και 7/11/2003 ενστάσεις του εκκαλούντος κατά Π.Ε.Ε. του Ι.Κ.Α. ..., τις από ... και ... αποδείξεις κατάθεσης ποσού 76.015 ευρώ και 60.015 ευρώ αντίστοιχα στην ΕUROΒΑΝΚ... με αιτιολογία την πληρωμή Ι.Κ.Α., καθώς και από την από 19-10-2004 μήνυση που υπέβαλε ο εκκαλών ως πρόεδρος του συνεταιρισμού ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κών Αθηνών κατά των Π1 και ..., απορριπτόμενου εντεύθεν ως ουσία αβασίμου του περί του αντιθέτου σχετικού ισχυρισμού του εκκαλούντος. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει ο εκκαλών να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων με το κατηγορητήριο για το διάστημα από 1-2-2001 έως και 31-12-2001 και για συνολικά οφειλόμενο ποσών ασφαλιστικών εισφορών έναντι του Ι.Κ.Α. ... ποσού 188.215 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 125.477 ευρώ αφορά σε εργοδοτικές εισφορές και ποσό 62.738 ευρώ σε εργατικές εισφορές. Για το προγενέστερο ένδικο διάστημα από 1-10-2000 έως και 31-1-2001 ,κατά το οποίο επίσης ο εκκαλών είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών προς τον ίδιο ως άνω ασφαλιστικό οργανισμό κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική του δίωξη λόγω παραγραφής, δοθέντος ότι από το χρόνο τελέσεως και έως τη σημερινή εκδίκαση έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας (άρ. 111 παρ. 1, 2 περ. 3, 112 και 113 ΠΚ σε συνδ. με άρ. 370 περ. β' ΚΠΔ). Η ένσταση - προσωπικός λόγος απαλλαγής του εκκαλούντος (άρ. 2 του Α.Ν. 86/69 σε συνδ. με άρ. 379 παρ.1 εδ.α' του ΠΚ) λόγω εξοφλήσεως της επίδικης οφειλής, ενόψει ότι ο συνεταιρισμός "Η ΣΤΕΓΗ" ως πρωτοφειλέτης έχει καταβάλλει τμηματικά προς το Ι.Κ.Α. ... από το έτος 2005 έως και σήμερα ποσό άνω των 3.000.000 ευρώ, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι δεν αποδείχθηκε ότι οι επικαλούμενες καταβολές αφορούσαν την ένδικη Π.Ε.Ε., αλλά αντίθετα τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές, σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι διενεργήθηκαν εκ μέρους του ανωτέρω συνεταιρισμού (ως τρίτου) καταβολές για λογαριασμό του κατηγορούμενου - εκκαλούντος προς το σκοπό αθώωσής του". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τις οφειλόμενες στο ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές (εργατικές και εργοδοτικές) και την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εργοδότη και υπόχρεου για καταβολή των εισφορών υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του οφειλέτη Συνεταιρισμού. Επίσης αιτιολογεί και την απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί εξοφλήσεως των οφειλόμενων εισφορών. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-5-2009 αίτηση του X1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 22572/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.