Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1973 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσας με την αμετάκλητη 50-50α/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Απορρίπτεται η αίτηση κατ’ ουσίαν, γιατί τα επικαλούμενα νέα στοιχεία δεν καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα, γιατί κρίνονται εξαιρετικά αδύναμα ως προς την απόδειξη των κρισίμων περιστατικών, ήτοι: α) της πλήρους αποζημίωσης των κομιστών των επίμαχων επιταγών, και β) της καταβολής της εν λόγω αποζημίωσης πριν την επικαλούμενη ημερομηνία (27-5-2003) και πάντως πριν η άνω απόφαση (καταδικαστική του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς) καταστεί αμετάκλητη. Αριθμός 1973/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δημητρούκα, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 50-50Α/2002 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αιτούσα ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 625/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 228/8.6.2007 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 § 3 και 528 § 1 Κ.Π.Δ., την από 3-4-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αίτηση της Χ1, με την οποίαν επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ'αριθμ. 50-50α/4-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, δια της οποίας κατεδικάσθη η αιτούσα σε φυλάκιση 16 μηνών και χρηματική ποινή 2.934,70 ευρώ, η εκτέλεσις της οποίας ανεστάλη επί τριετίαν και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται σ'αυτό και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που κατεδικάσθη είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα" ή "νέες αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υπεβλήθησαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και μπορεί να είναι οποιαδήποτε, ακόμη και καταθέσεις μαρτύρων, νέα έγγραφα, ή άλλα στοιχεία διευκρινίζοντα αμφίβολα στοιχεία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή κατεδικάσθη άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Τη σχετική περί αυτού κρίση του, το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως αρμόδιο δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία. Δεν είναι, πάντως, άγνωστα τα γεγονότα ή οι αποδείξεις που έχουν υποβληθεί αμέσως ή εμμέσως στους δικάσαντας δικαστές και δεν ελήφθησαν υπ'όψιν από αυτούς ή εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν εσφαλμένα. Βαρύτερο δε έγκλημα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως υφίσταται, όταν μεταβάλλεται το είδος της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της ιδίας πράξεως με την επιβολή ενδεχομένως, κατά το μέτρο του άρθρου 83 Π.Κ., ποινής. Περαιτέρω σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση του άρθρ. 79 § 1 ν.5960/33, επίκληση από τον καταδικασθέντα της κατά την παράγραφο 3 πλήρους αποζημιώσεως του παθόντος, που ίσχυε ως ελαφρυντική περίπτωση, μέχρι την κατά την 4-6-1996 αντικατάστασή της από το άρθρο 4 § ιβ ν.2408/96, δεν αποτελούσε νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, γιατί ήταν δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα μόνο την επιβολή στον υπαίτιο του εγκλήματος αυτού ποινής ηλαττωμένης, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αυτός είναι αθώος ή κατεδικάσθη για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι έχει κάνει. 'Ηδη όμως, μετά την αντικατάσταση της ως άνω παραγράφου ορίζεται ότι "το αξιόποινο της πράξεως της παραγρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος απεζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά την νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής". Η νέα αυτή διάταξη, η οποία, σύμφωνα με το άρθρ. 7 του ιδίου ως άνω νόμου, ισχύει από τη δημοσίευσή της στην εφημερίδα της κυβερνήσεως (4-6-1996) είναι προδήλως επιεικέστερη από την προϊσχύουσα, αφού, κατ'αυτή, η πλήρης αποζημίωση του κομιστή της επιταγής από τον εκδότη μετά την νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της, αποτελεί λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξης, ενώ κατά την αντικατασταθείσα διάταξη, αποτελούσε λόγο μειώσεως της ποινής κατά το μέτρο του άρθρ. 83 Π.Κ. Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 2 § 1 Π.Κ., αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως όριο εφαρμογής του επιεικεστέρου νόμου τίθεται το αμετάκλητο της εκδικάσεως και συνεπώς ο νόμος αυτός έχει εφαρμογή όταν η υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή του Αρείου Πάγου και ότι μετά την αμετάκλητη εκδίκαση δεν επιτρέπεται η εφαρμογή ηπιότερου ουσιαστικού νόμου που επακολούθησε, διότι η αναδρομική εφαρμογή του θα προσέκρουε στο δεδικασμένο που προκύπτει από την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση του άρθρ. 79 § 1 ν.5960/33, μετά την ισχύ του ν.2408/96, ο καταδικασθείς εκδότης της επιταγής πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι απεζημίωσε πλήρως τον κομιστή της επιταγής πριν καταστή αμετάκλητη η απόφαση με την οποία κατεδικάσθη, για να αποτελέσει νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την καταδικαστική απόφαση. Για να εξαλειφθεί όμως το αξιόποινο και να ληφθεί υπ'όψιν ως λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας, δεν αρκεί η πληρωμή της επιταγής, διότι απαιτείται, κατά νόμο, πλήρης αποζημίωση, που είναι έννοια ευρύτερη και περιλαμβάνει την αποκατάσταση και κάθε άλλης ζημίας που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμή της επιταγής. ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ'αριθ. 50-50α/4-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς η αιτούσα κατεδικάσθη σε φυλάκιση δέκα έξ
(16)μηνών και χρηματική ποινή 2.934,70 ευρώ, η εκτέλεσις της οποίας ανεστάλη επί τριετίαν, διότι εξεδόθησαν υπ'αυτής, με την ιδιότητά της ως αντιπροέδρου της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΙ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ", οι υπ'αριθ. ..., ποσού 6.000.000 δρχ. και ....., ποσού 1.500.000 δρχ., πληρωτέες στην Ιονική Τράπεζα, εις διαταγήν Δ1 και Δ2, αντιστοίχως, οι οποίες, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, δεν επληρώθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα κατά την εμφάνισίν των από τους κομιστάς των και ως άνω εγκαλούντας. Κατά της απόφασης αυτής ησκήθη υπό της αιτούσης το ένδικο μέσο της αναίρεσης επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθμ. 1623/17-6-2003 απόφαση του Αρείου Πάγου δια της οποίας απερρίφθη, η εν λόγω αίτησις αναίρεσης. Μάλιστα προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί πλήρους αποζημιώσεως των προαναφερθέντων κομιστών των επιταγών, η οποία έλαβε χώραν την 27-5-2003, όπως η ιδία η αιτούσα ισχυρίζεται, δηλαδή πριν την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασις του Αρείου Πάγου την 17-6-2003 και συνεπώς πριν καταστή αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση του Εφετείου, η αιτούσα προσκομίζει και επικαλείται τα πρωτότυπα των παραπάνω επιταγών καθώς και τις με αριθ. 2121/20-5-2005 και 727/11-3-2007 ένορκες καταθέσεις, ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πειραιώς και Καλλιθέας-Αττικής των Γ1, δικηγόρου και Γ2, αντιστοίχως, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι αι προδιαληφθείσαι ως άνω επιταγαί εξοφλήθησαν πλήρως και ολοσχερώς την 27-5-2003, καταβάλλοντας τα ποσά αυτά εις τον παραπάνω εξετασθέντα μάρτυρα Γ1 την προδιαληφθείσαν ημερομηνία, ως πληρεξούσιο δικηγόρο των κομιστών των επιταγών και δεκτικόν καταβολής. Πρέπει να σημειωθεί δε ότι η αιτούσα, με προηγούμενη κατά το παρελθόν από 25-5-2005 αίτησίν της, εζήτησε την επανάληψη της περιγραφομένης ως άνω διαδικασίας, επικαλούμενη, ως νέα γεγονότα, τα παραπάνω έγγραφα, εκτός από την με αριθ. 727/11-3-2007 ένορκον κατάθεσιν, πλην όμως με την υπ'αριθμόν 1617/2006 απόφασιν του Αρείου Πάγου εκρίθη ότι "..............τα στοιχεία αυτά είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, δεν καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα....", καθ'όσον δεν προέκυπτε μετά βεβαιότητος ότι η ολοσχερής εξόφλησης των παραπάνω επιταγών έλαβε χώραν κατά την επικαλουμένην υπ'αυτής ημερομηνία της 27-5-2003, εν όψει μάλιστα και του ότι η αιτούσα επεδίωξε το πρώτον την επανάληψιν της διαδικασίας μετά την παρέλευσιν δύο περίπου ετών, αφότου, κατά τους ισχυρισμούς της, απεκατέστησε πλήρως τους εγκαλούντας, δι'όν λόγον και απερρίφθη η σχετική αίτησίς της. 'Ηδη δε, προς ενίσχυσιν των παραπάνω στοιχείων, η αιτούσα προσκομίζει και επικαλείται με την υπό κρίσιν αίτησίν της, ως νεώτερο στοιχείο, την με αριθ. 727/11-3-2007 ένορκον κατάθεσιν της Γ2, πλην όμως, πέραν εκείνων των πραγματικών περιστατικών που ελήφθησαν υπ'όψιν κατά την κρίσιν της προηγούμενης ως άνω αιτήσεώς της επί της οποίας εξεδόθη η προαναφερόμενη απόφασις του Αρείου Πάγου, ουδέν νεώτερον στοιχείον προκύπτει εκ της ως άνω ενόρκου καταθέσεως, περί του αν πράγματι η ολοσχερής εξόφλησις των ως άνω επιταγών και η πλήρης αποζημίωσις των κομιστών των έλαβε χώραν την παραπάνω ημερομηνίαν (27-5-2003). Το μόνον που προκύπτει είναι ότι η ιδία ως άνω μάρτυς ήτο παρούσα κατά την τοιαύτην εξόφλησιν των επιταγών προς τον πληρεξούσιον δικηγόρον των κομιστών Γ1, χωρίς όμως ο τελευταίος να επιβεβαιοί τούτο. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίσιν αίτησις, ως αβάσιμη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αιτούσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί, ως ουσιαστικώς αβάσιμη, η από 3-4-2007 αίτησις της Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας που επερατώθη με την υπ'αριθμό 50-50α/4-3-2002 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αιτούσης. Αθήναι τη 30 Μαΐου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο της αιτούσας, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγραφο 1 περ. 2 του άρθρου 525 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Ως νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μπορούν να θεωρηθούν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων, που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις μαρτύρων, νέα έγγραφα, διευκρινιστικά αμφίβολων σημείων της υπόθεσης, ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο, και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με τα ήδη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία καθιστούν πρόδηλο (αγγίζουν τη βεβαιότητα) και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι διέπραξε. Τη σχετική περί αυτού κρίση του, το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως αρμόδιο δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία. Δεν είναι πάντως άγνωστες οι αποδείξεις που έχουν υποβληθεί αμέσως ή εμμέσως στους δικάσαντες δικαστές και δεν λήφθηκαν υπόψη από αυτούς ή εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν εσφαλμένα. Βαρύτερο δε έγκλημα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υφίσταται, όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινης πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρησης του υπαιτίου της ίδιας πράξεως με την επιβολή ενδεχομένως, κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, ελαττωμένης ποινής. Περαιτέρω, σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", επίκληση από τον καταδικασθέντα της κατά την παράγραφο 3 πλήρους αποζημιώσεως του παθόντος, που ίσχυε ως ελαφρυντική περίσταση μέχρι την, κατά την 4-6-1996, αντικατάστασή της από το άρθρο 4 παρ. 1β του ν. 2408/1996, δεν αποτελούσε νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, γιατί ήταν δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα μόνο την επιβολή στον υπαίτιο του εγκλήματος αυτού ποινής ελαττωμένης, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αυτός είναι αθώος η καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι έχει κάνει. Ήδη, όμως, μετά την αντικατάσταση της άνω παραγράφου ορίζεται ότι "το αξιόποινο της πράξης της παραγράφου 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής". Η νέα αυτή διάταξη, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 7 του πιο πάνω νόμου, ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (4-6-1996), είναι προδήλως επιεικέστερη από την προϊσχύουσα, αφού, κατ' αυτή, η πλήρης αποζημίωση του κομιστή της επιταγής από τον εκδότη, μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της, αποτελεί λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξης, ενώ κατά την αντικατασταθείσα διάταξη αποτελούσε λόγο μειώσεως της ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ΠΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ., αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως όριο εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου τίθεται το αμετάκλητο της εκδικάσεως και συνεπώς ο νόμος αυτός έχει εφαρμογή όταν η υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή του Αρείου Πάγου και ότι μετά την αμετάκλητη εκδίκαση δεν επιτρέπεται η εφαρμογή ηπιότερου ουσιαστικού νόμου που επακολούθησε, διότι η αναδρομική εφαρμογή του θα προσέκρουε στο δεδικασμένο που προκύπτει από την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 (έκδοση ακάλυπτης επιταγής) μετά από την ισχύ του ν. 2408/1996, ο καταδικασθείς εκδότης της επιταγής πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει ότι αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή της επιταγής πριν καταστεί αμετάκλητη η απόφαση, με την οποία καταδικάστηκε, για να αποτελέσει νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την καταδικαστική απόφαση. Για να εξαλειφθεί όμως το αξιόποινο και να ληφθεί υπόψη ως λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας, δεν αρκεί η πληρωμή της επιταγής, διότι απαιτείται, κατά το νόμο, πλήρης αποζημίωση, που είναι έννοια ευρύτερη και περιλαμβάνει την αποκατάσταση και κάθε άλλης ζημίας που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμή της επιταγής. Στην προκείμενη περίπτωση, η Χ1, με την κρινόμενη από 22-1-2007 (ημερ. καταθέσεως 3.4.2007) αίτησή της ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 50-50α/2002 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκε αυτή για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, γιατί από τις επικαλούμενες νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, καθίσταται φανερό ότι είναι αθώα της πιο πάνω πράξεως και συγκεκριμένα γιατί πριν καταστεί αμετάκλητη η άνω καταδικαστική απόφαση, αποζημίωσε πλήρως τους κομιστές και συνεπώς το αξιόποινο της εν λόγω πράξεώς της εξαλείφθηκε. Η αίτηση αυτή παραδεκτά εισάγεται σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την ειρημένη υπ'αριθ. 50-50α/2002 απόφασή του καταδίκασε σε φυλάκιση 16 μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη, και σε χρηματική ποινή 2.934,70 ευρώ, την ήδη αιτούσα Χ1, δικηγόρο Αθηνών, για την έκδοση απ' αυτήν, ως νόμιμη εκπρόσωπο της εταιρείας "....", των υπ'αριθ. .... και ... επιταγών, ποσού δραχμών 1.500.000 και 6.000.000, αντίστοιχα, οι οποίες, λόγω ελλείψεως αντικρίσματος στην πληρώτρια Ιονική Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους προς πληρωμή από τους τελευταίους νόμιμους κομιστές και εγκαλούντες, Δ1 (της ..... επιταγής) και Δ2 (της ..... επιταγής), κανείς από τους οποίους δεν παραστάθηκε στη δίκη εκείνη ως πολιτικώς ενάγων. Κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη αιτούσα άσκησε την από 15-4-2002 αίτηση αναιρέσεως που απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ'αριθ. 1.623/17-6-2003 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η αιτούσα για την απόδειξη του ισχυρισμού της περί πλήρους αποζημιώσεως των πιο πάνω κομιστών, η οποία έλαβε χώρα (κατ' αυτήν) την 27-5-2003, δηλαδή πριν από την έκδοση (στις 17-6-03) της ειρημένης αποφάσεως του Αρείου Πάγου και συνεπώς πριν καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση του Εφετείου, προσκομίζει και επικαλείται : α) τα πρωτότυπα των άνω επιταγών, β) την υπ'αριθ. 2121/20-5-2005 ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου Πειραιώς Γ1, που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς της (αιτούσας), και στην οποία αυτός αναφέρει σχετικά με τις άνω επιταγές, εκτός άλλων, και τα εξής: "....είχα διοριστεί και παριστάμην ως πληρεξούσιος δικηγόρος των κ.κ. μηνυτών, οι οποίοι παρίσταντο ως πολιτικώς ενάγοντες, ενώ γενικότερα με είχαν διορίσει αυτοί πληρεξούσιο δικηγόρο τους, αντίκλητο και δεκτικό καταβολής, για την περίπτωση που εξοφλούντο οι επιταγές....", "....στις 27.05.2003 η εκδότρια των επιταγών Χ1 εξόφλησε εμένα ως δεκτικό καταβολής, και για λογαριασμό των κ.κ. Δ1 και Δ2, τις ως άνω επιταγές, εξόφληση την οποία αποδέχθηκαν οι τελευταίοι ως πλήρη και ολοσχερή, έτσι ώστε ουδέν να οφείλεται πλέον σε αυτούς εκ του λόγου τούτου...." και γ) την υπ' αριθ. 727/2007 ένορκη βεβαίωση της Γ2, που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Καλλιθέας, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της αιτούσας, και στην οποία αυτή αναφέρει σχετικά με τις άνω επιταγές, εκτός άλλων, και τα εξής: "...Ειδικότερα, τις παραπάνω επιταγές γνωρίζω ότι εξόφλησε αποκλειστικά εξ ιδίων τον Μάϊο του 2003 στον πληρεξούσιο και δεκτικό καταβολής των τελευταίων κομιστών κ.Γ1, δικηγόρο Πειραιά, καταβάλλοντάς του ποσό ίσο με εξήντα επτά χιλιάδες (67.000) ευρώ περίπου για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Θυμάμαι, μάλιστα, μετά βεβαιότητας την περίοδο εξόφλησης των παραπάνω επιταγών, αλλά συνάμα και της πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης όλης της οφειλής, δεδομένου ότι την είχα συνοδεύσει εγώ η ίδια στο γραφείο του παραπάνω Δικηγόρου, στην οδό ..., στον Πειραιά, και άκουσα τον ίδιο τον κ.Γ1 να δηλώνει στην κ.Χ1 ότι επιτέλους εξοφλήθηκε πλήρως όλο το ποσό που όφειλε η εταιρία στους τελευταίους κομιστές των επιταγών που είχε εκδώσει εκπροσωπούμενη από την κ.Χ1". Σημειώνεται ότι η αιτούσα Χ1 με προηγούμενη από 21.4.2005 (ημερ. Καταθέσεως 25.5.2005) αίτησή της ζήτησε την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την προαναφερόμενη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς για τον ίδιο λόγο που αναφέρει στην ένδικη αίτηση, επικαλούμενη, ως νέες αποδείξεις, τα παραπάνω έγγραφα, εκτός από την υπ' αριθμ. 727/2007 ένορκη βεβαίωση, πλην όμως με την υπ' αριθμ. 1617/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι "....Τα στοιχεία αυτά είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό μ' εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, δεν καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα....", καθόσον δεν προέκυπτε μετά βεβαιότητας ότι η ολοσχερής εξόφληση των παραπάνω επιταγών μετά των τόκων και εξόδων έλαβε χώρα κατά την επικαλούμενη ημερομηνία της 27-5-2003 και πάντως πριν η άνω καταδικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη, ενόψει μάλιστα και του ότι η αιτούσα, δικηγόρος, επεδίωξε το πρώτον την επανάληψη της διαδικασίας μετά την παρέλευση δύο περίπου ετών, αφότου, κατά τους ισχυρισμούς της, αποκατέστησε πλήρως τους εγκαλούντες, γι' αυτό δε και απορρίφθηκε ως αβάσιμη η σχετική πιο πάνω αίτησή της. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προεκτεθέντα, τα ανωτέρω νέα στοιχεία, και ειδικότερα η υπ' αριθμ. 727/2007 ένορκη βεβαίωση της Γ2, τα οποία επικαλείται η αιτούσα για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεως της, τόσο από μόνα τους όσο και σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ' αριθ. 50-50α/2002 εις βάρος της καταδικαστική απόφαση, δεν καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα, διότι κρίνονται εξαιρετικά αδύναμα ως προς την απόδειξη των κρισίμων εν προκειμένω περιστατικών, δηλαδή: 1) της πλήρους αποζημίωσης των ανωτέρω κομιστών και, κυρίως, 2) της καταβολής της αποζημίωσης αυτής κατά την επικαλούμενη ημερομηνία (27-5-2003) και πάντως πριν η άνω καταδικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη, ενόψει μάλιστα και του ότι η αιτούσα, δικηγόρος, επεδίωξε, όπως προαναφέρθηκε, την επανάληψη της διαδικασίας το πρώτον μετά την παρέλευση δύο περίπου ετών, αφότου, κατά τους ισχυρισμούς της, αποζημίωσε πλήρως τους εγκαλούντες. Επομένως, ο επικαλούμενος από την αιτούσα λόγος για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας είναι αβάσιμος και εντεύθεν πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Ιανουαρίου 2007 (ημερομηνία καταθέσεως 3 Απριλίου 2007) αίτηση της Χ1 για επανάληψη προς το συμφέρον της τής ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 50-50α/2002 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Αυγούστου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ