Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1976 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή. Περίληψη: Αναίρεση παραστάντος Εισαγγελέα Πρωτοδικών κατά αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που δίκασε κατ' έφεση και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων (του παραστάντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δια πληρεξουσίου, πρώτου και του απόντος, δεύτερου εκκαλούντος) για το αδίκημα της φοροδιαφυγής με έκδοση πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων από κοινού κατ' εξακολούθηση, διότι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και καθ' υπέρβαση εξουσίας αποφάσισε την οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής. Η παραγραφή αρχίζει από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος φορολογικού ελέγχου, η οποία έγινε σε χρόνο, που δεν είχε παρέλθει η πενταετής παραγραφή. Αναιρεί την απόφαση και παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο για νέα εκδίκαση. Αριθμός 1976/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, περί αναιρέσεως της 50872/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1)Γ. Κ. του Θ., ... και 2)Ι. Α. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών Γάκη Ιφιγένεια ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 1/20-1-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών Θεοδώρου Καρέλλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 659/
- Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης . ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.3, 479 παρ.2, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ.δ', προκύπτει ότι ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών ασκεί αναίρεση κατά των αποφάσεων των μονομελών πλημμελειοδικείων και πταισματοδικείων της περιφέρειάς του, καταδικαστικών, αθωωτικών, εκείνων που παύουν τη δίωξη ή την κηρύσσουν απαράδεκτη ή κηρύσσουν αναρμοδιότητα. Κατά των αθωωτικών αποφάσεων μπορεί να προτείνει μόνο το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ.1 Ε, δηλ.για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, σύμφωνα με το άρθρ.506 στοιχ.β. Στην προκείμενη περίπτωση, με δήλωσή της ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 1/20-1-2010 έκθεσή του, η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών άσκησε αναίρεση κατά της με αριθμό 50872/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία έπαυσε, οριστικά λόγω παραγραφής η κατά του κατηγορουμένου, Γ. Κ. του Θ., καθώς και τον Ι. Α. του Ν., ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων από κοινού, κατ'εξακολούθηση. Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να εξεταστεί κατ'ουσίαν. Η παραπάνω Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά της υπ'αριθμόν 50872/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εκδοθείσης κατ'έφεση της υπ'αριθμόν 97796/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας γενομένου δεκτού σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου Γ. Κ. του Θ., έπαυσε οριστικά ή ποινική δίωξη εις βάρος αυτού, καθώς και του Ι. Α. (απόντος εκαλούντος ασκήσαντος εμπρόθεσμη έφεση), για το αδίκημα της Φοροδιαφυγής με έκδοση πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων από κοινού κατ' εξακολούθηση, και ζήτησε την παραδοχή της παρούσης αναιρέσεως, την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον το δίκασαν Δικαστήριο εσφαλμένως και καθ'υπέρβαση εξουσίας (και δη αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας) κατ'άρθρον 510 παρ.1 περίπτωση Η, απεφήνατο την οριστική παύση της ποινικής διώξεως ενώ έδει να προχωρήσει στην κατ'ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως, αφού το αδίκημα εις βαθμόν πλημμελήματος που η υπόθεση αφορούσε δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία ", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. " Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α" ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδαφ.α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της, την 2α Νοέμβριου
- Εξάλλου η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι όπως αναφέρθηκε θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του Ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του όρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστό τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, .οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία το Δικαστήριο αυτό, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά προβαίνει, το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την προσβαλλόμενη με αριθμό 50.872/2009 απόφασή του, έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Γ. Κ. του Θ. και του Ι. Α. του Ν., κατηγορουμένων του ότι: "Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 5/7/01 έως 14/3/03 οι κατηγορούμενοι Α. Ι. και Κ. Γ., με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα του ενός εγκλήματα τα οποία συνιστούν εξακολούθηση ενός και ιδίου εγκλήματος, ήτοι εξέδωσαν πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία και ειδικότερα, ο Α. Ι. και ο Κ. Γ. ως υποκρυπτόμενα πρόσωπα της εταιρείας "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ/ΠΗ ΕΠΕ" προέβησαν, όπως προέκυψε από την με ημερομηνία 29/5/07 (ημερομηνία θεώρησης) έκθεση ελέγχου των αρμοδίων υπαλλήλων της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων , στην έκδοση εικονικών τιμολογίων καθόσον διαπιστώθηκε ότι αφορούσαν στο σύνολο τους ανύπαρκτες συναλλαγές προς τις κάτωθι επιχειρήσεις, επιπλέον τα με αριθμούς 259/22-11-01 και 260/25-11-02 ήταν και πλαστά καθόσον ουδέποτε θεωρήθηκαν από την αρμόδια ΔΟΥ και δή: Για την χρήση 2001 Το δικάσαν Δικαστήριο, για να στηρίξει την κρίση του για οριστική παύση της ποινικής διώξεως σε βάρος των κατηγορουμένων, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, διέλαβε στην απόφασή του την εξής, κατά λέξη αιτιολογία: "οι εκκαλούντες διώκονται για παράβαση των άρθρων 19 παρ. 1,4 και 21 παρ. 10 του 2523/1997 όπως αντικ. με άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 και ειδικότερα διότι ως υποκρυπτόμενα πρόσωπα της εταιρίας " ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ Μ0Ν0-ΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ " κατ' εξακολούθηση εξέδωσαν σε κατονομαζόμενες εταιρίες και φυσικά πρόσωπα εικονικά φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια πώλησης -δελτία αποστολής) δηλαδή φορολογικά στοιχεία, που εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές, πράξη που διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, που φέρεται να έχει τελεστεί κατά το χρονικό διάστημα από 5-7-2001 έως 14-3-2003 και που διαπιστώθηκε στις 29-5-2007, όταν έγινε η θεώρηση της έκθεσης ελέγχου από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων. Οι μερικότερες όμως πράξεις της κατ' εξακολούθηση έκδοσης των εικονικών φορολογικών στοιχείων από τους εκκαλούντες ως υποκρυπτόμενα πρόσωπα, που φέρονται ότι έχουν τελεστεί από 5-7-2001 έως 14-3-2003 έχουν παραγραφεί σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας αφού το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε το πρώτον στον πρώτο εκκαλούντα στις 2-7-2008 και στον δεύτερο εκκαλούντα στις 1-7-2008 ήτοι μετά την πάροδο πέντε ετών από την τέλεση της πράξης. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη γενομένου δεκτού του αυτοτελούς ισχυρισμού του πρώτου εκκαλούντα." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με το να δεχτεί, ότι η παραγραφή του ανωτέρω αξιόποινου αδικήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 και 112 Π. Κ., άρχισε από την ημέρα που τελέστηκε αυτό και όχι από το χρόνο διαπιστώσεως του, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο, σύμφωνα με την προδιαληφθείσα ειδική διάταξη δηλαδή, από τις 29-5-2007,η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω κατά το άρθρο 112 Π.Κ., όπως προαναφέρθηκε και ότι το εν λόγω αδίκημα υπέπεσε σε παραγραφή, αφού από το χρόνο τελέσεως του (5-7-2001 έως τις 14-3-2003) μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στους κατηγορούμενους (12-7-2008) στο Γ. Κ. και την 1-7-2008 στον Ι. Α.) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από πέντε
(5)έτη, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 17 και 112 Π.Κ. και πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 17 και 112 ΠΚ, καθώς και ο άλλος λόγος της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας κατ'αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Η'του αυτού Κώδικα, είναι βάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 50.872/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και, Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ