← Ελλάδα

ΑΠ 1977/2013 — Καταγγελία σχέσης εργασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1977 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Καταγγελία σχέσης εργασίας. Περίληψη: Η αγωγή είναι ορισμένη, αφού αναφέρει, την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, τις αποδοχές, την παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, τη διάρκεια της ημερήσιας εργασίας και τις ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας κατά τα Σάββατα και τον πλουτισμό της εναγομένης. Το εφετείο, με το να δεχθεί χρόνο προϋπηρεσίας, δεν παραβίασε το άρθρο 6 του Ν. 2112/1920 και δεν έλαβε υπόψη του, πράγματα μη προταθέντα. Το ποσό των επιδομάτων ανεργίας, ασφαλιστικών εισφορών και λοιπών κρατήσεων, δεν ανήκει στο μισθωτό, αλλά σε τρίτους3 δικαιούχους. Ο, από το άρθρο 281 ΑΚ, ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος και το εφετείο, που δέχθηκε, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έλαβε χώρα για οικονομικοτεχνικούς λόγους, χωρίς όμως να ληφθούν υπόψη αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά, παραβίασε τη διάταξη αυτή και επιπλέον, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Αριθμός 1977/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαναγιώτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζ. Ν. Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πρασιανάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 29-9-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 482/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-12-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αναίρεσης και να απορριφθούν οι υπόλοιποι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψη της, με ποινή το απαράδεκτο, επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική ανεπάρκειά της, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα. Η ποσοτική, όμως, ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, οι δικονομικές της ελλείψεις, που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της, ελέγχονται κατά τον αρ. 14 του άνω άρθρου. Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ. 1,2,3,4 και 5 του Ν. 2874/2000 ορίζεται ότι, από 1.4.2001, σε επιχειρήσεις, για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικά ωράριο εργασίας σαράντα ωρών την εβδομάδα καταργείται η, κατά την κρίση του εργοδότη, υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε ωρών την εβδομάδα και στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για 3 ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου, την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωρία). Από την 1.4.2001 η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση. Μισθωτοί, απασχολούμενοι υπερωριακά, δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 435/1976, δηλαδή οφείλεται ποσό ίσο προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 150%. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας, δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου. Το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 και ισχύει από 1.10.2005, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ίδιου νόμου, με το οποίο ορίζεται ότι: "1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως 40 ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε

(5)επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά τη κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι εργασίμων ημερών την εβδομάδα, η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ ώρες την εβδομάδα από 41η έως 48η ώρα.
  1. Η πέραν των σαράντα πέντε ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι εργασίμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ ωρών την εβδομάδα...
  2. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%.
  3. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ' εξαίρεση υπερωρία. 5.Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 100%. Είναι προφανές ότι με το καθεστώς της εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών (6ήμερη απασχόληση), η ημερήσια υποχρεωτική εργασία τους ανέρχεται σε 6 ώρες και 40 λεπτά. Προκειμένου, όμως, για εργαζόμενους επί 5νθήμερο η ημερήσια εργασία τους ανέρχεται σε 8 ώρες. Προβλέπεται όμως από τη νομοθεσία, η υποχρέωση των μισθωτών να απασχολούνται και μέχρι 48 ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη τους. Συνεπώς νόμιμα ο εργοδότης μπορεί να απασχολήσει τους μισθωτούς μέχρι 48 ώρες την εβδομάδα, εφόσον υπάγονται στην 8ωρη ημερήσια εργασία ή μέχρι του ανώτατου ορίου που καθορίζουν γι' αυτούς ειδικές διατάξεις (και με πενθήμερη εργασία μέχρι 45 ώρες την εβδομάδα). Περαιτέρω στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, η απασχόληση του μισθωτού κατά το Σάββατο, ως έκτη ημέρα της εβδομάδας, δεν αποτελεί υπερεργασία, ούτε υπερωρία, εκτός αν στην τελευταία περίπτωση υπερβαίνει το καθιερωμένο με τα άρθρα 1 και 9 παρ. 1 του ν.δ. 1037/1971 ανώτατο όριο της οκτάωρης ημερήσιας απασχόλησης. Επί πλέον και από τις διατάξεις του άρθρου 1 Ν. 435, 6 παρ. 3 της ΕΓΣΣΕ από 24.2.1984 και της ΔΔΔΔ Αθηνών 1/1982, προκύπτει ότι η εργασία του μισθωτού κατά τις ημέρες της Κυριακής και του Σαββάτου, της τελευταίας ως έκτης ημέρας της εβδομάδος υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομάδας εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασιακή ή υπερωριακή εργασία. Για το λόγο αυτό η εργασία τις ημέρες αυτές δεν συνυπολογίζεται στην εβδομαδιαία εργασία για τον υπολογισμό της αμοιβής τυχόν υπερεργασίας ή υπερωρίας. Η υπερεργασιακή απασχόληση υπολογίζεται μόνο κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, στις οποίες δεν συγκαταλέγεται και το Σάββατο υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Για την συνδρομή δε υπερωριακής εργασίας λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως, ή πέραν των εννέα, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ως έκτη ημέρα εξαήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης του ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία στο σύνολό της, αλλά μόνο κατά το μέρος της που υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης δηλαδή τις οκτώ ή εννέα ώρες, αντίστοιχα. Επί πλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του Ν. 435/76 και 6 της από 14.2.1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, για την εργασία των υπαγομένων στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά το Σάββατο και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 παρ. 1 του ν.δ. 1037/1971, καθορίσθηκε σε οκτώ
(8)ώρες, οφείλεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 επ. Α.Κ.), ενώ για την παροχή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις ίδιες διατάξεις, το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές περιστάσεις του τελευταίου, αφού κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού. Έτσι, για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, που έχει ως αίτημα, εκτός των άλλων, και την καταβολή αποδοχών για εργασία που παρασχέθηκε κατά τις Κυριακές και την έκτη ημέρα ανάπαυσης, στην πενθήμερη εβδομάδα εργασίας (δηλαδή τα Σάββατα), αρκεί ν' αναφέρεται στο δικόγραφο της, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, ο αριθμός αυτών και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται. Επίσης, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερεργασία και από υπερωριακή απασχόληση, πρέπει ν' αναφέρονται σ' αυτή πέραν των άλλων και η διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης, αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα προκύπτουν οι ώρες εργασίας και συνεπώς οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας. Είναι όμως επιτρεπτό να προσδιορίζονται οι ώρες αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα. Απαραίτητο είναι επίσης να προσδιορίζονται οι νόμιμες και οι καταβαλλόμενες αποδοχές, για τον υπολογισμό του ωρομισθίου. Δεν αποτελεί στοιχείο της ανωτέρω αγωγής ότι ο ενάγων υποχρεώθηκε να παράσχει υπερεργασία και υπερωριακή εργασία από τον εργοδότη. Ο τελευταίος δικαιούται να προτείνει, κατ' ένσταση, ότι ο ενάγων αυτοβούλως παρέσχε την εργασία αυτή, οπότε και στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος θα δικαιούται ως αποζημίωση την ωφέλεια του εργοδότη, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Τέλος, αν πρόκειται για αξιώσεις από παράνομη υπερωριακή εργασία και μη επιτρεπόμενη εργασία κατά το Σάββατο, στο σύστημα της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας, περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο ενάγων εργαζόμενος έχει αξίωση στην ωφέλεια που αποκόμισε ο εργοδότης, τότε στην αγωγή πρέπει ν' αναφέρονται τα στοιχεία του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, η ενάγουσα ισχυρίζεται, ότι, παρά την αρχική συμφωνία της, που καταρτίστηκε με την πρώτη εναγομένη, την 1-9-1998, για την παροχή της εργασίας της, ως υπαλλήλου-πωλήτριας, για πέντε ημέρες την εβδομάδα και επί οκτάωρο ημερησίως και με αμοιβή εκείνη που ορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις των υπαλλήλων-πωλητών εμπορικών καταστημάτων, κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Σεπτεμβρίου 1998 μέχρι την 7η Μαΐου 2005, κατά την οποία καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της, εργάστηκε επί έξι
(6)ημέρες την εβδομάδα, και μάλιστα κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή επί εννέα ώρες ημερησίως και κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο, επί οκτάωρο. Ακόμη ισχυρίζεται ότι παρέσχε την εργασία της 1) όλα τα Σάββατα, αν και είχαν συμφωνήσει να έχει ρεπό, δίχως μάλιστα να της χορηγηθεί αμοιβή για την εργασία της αυτή, 2) κατά την τελευταία κάθε έτους Κυριακή και 4)κατά την τελευταία πριν τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά κάθε έτους, εβδομάδα, επί τετράωρο, πέραν του νομίμου ωραρίου και κατά την εβδομάδα πριν το Πάσχα επί δύο ώρες ημερησίως, πέραν του νομίμου ωραρίου. Ζήτησε δε, μεταξύ των άλλων, να της επιδικαστεί αμοιβή για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, παράνομη υπερωριακή απασχόληση, αµοιβή για την εργασία της κατά τα Σάββατα και προσαύξηση αμοιβής κατά την Κυριακή, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισµού, όπως αναλυτικά αναφέρει στην αγωγή της. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ 1 ΚΠολΔ, περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από την ενάγουσα κατά των εναγομένων, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, αφού αναφέρει, την εργασιακή της σχέση και τους όρους αυτής, τις αποδοχές της, την παροχή της εργασίας της κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, τον αριθμό των ωρών που εργάσθηκε και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται. Επίσης αναφέρει, αναλυτικά, τη διάρκεια της ημερήσιας εργασίας της και τις ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας και επίσης το παράνομο της εργασίας της κατά τα Σάββατα και τον χωρίς νόμιμη αιτία πλουτισμό της εναγομένης, εκ του ότι απέφυγε να της καταβάλει για την εργασία της αυτή τα ποσά που θα κατέβαλε σε άλλη εγκύρως, απασχολούμενη εργαζόμενη με τα ίδια προσόντα και υπό τις ίδιες συνθήκες. Η ειδικότερη δε αιτίαση των αναιρεσείουσας, ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή 1)αν η εργασία που παρείχε κατά το Σάββατο και την Κυριακή, ήταν νόμιμη ή παράνομη, 2)δεν εκθέτει περιστατικά ακυρότητας της σύμβασης, όσον αφορά την παροχή της εργασίας το Σάββατο, ενόψει του ότι η απασχόληση του εμποροϋπαλλήλου κατά την ημέρα αυτή δεν είναι πάντοτε παράνομη,3)δεν εκτίθενται στην αγωγή περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν ωφέλεια της αναιρεσείουσας 4) δεν προσδιορίζεται αναλυτικά ο συμβατικός η ο νόμιμος μισθός της, είναι αβάσιμη. Την αγωγή αυτή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τα παραπάνω αιτήματα της, την έκρινε ορισμένη και νόμιμη. Κρίνοντας την ορισμένη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 6 του Ν.2112/1920, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης εταιρίας, την 1-9-1998, η πρώτη προσλήφθηκε από τη δεύτερη, προκειμένου να εργασθεί ως πωλήτρια στο κατάστημα που η τελευταία διατηρεί στην οδό .., στα .., με πενθήμερη απασχόληση και 40 ώρες εβδομαδιαίως και αντί των νομίμων αποδοχών, σύμφωνα με την εκάστοτε, ισχύουσα Σ.Σ.Ε, ως έγγαμη και με προϋπηρεσία 12 ετών. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής παρείχε την εργασία της με την παραπάνω ειδικότητα, από την αρχή της πρόσληψης της μέχρι την 7-5-2005, οπότε και καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας. Καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα της απασχόλησης της εργαζόταν επί 6 ημέρες την εβδομάδα, δηλαδή από Δευτέρα ως και Σάββατο πέραν του 8ώρου ημερησίως και των 40 ωρών εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας υπερεργασία, ενώ παρείχε εργασία τα Σάββατα, την τελευταία Κυριακή κάθε χρόνου, την τελευταία εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και το Πάσχα, χωρίς να λαμβάνει τις νόμιμες αμοιβές της, μετά των προσαυξήσεων. Η ενάγουσα είχε γνωστοποιηθείσα στην εναγομένη προϋπηρεσία 10-12 ετών από 22-2-2000 μέχρι 30-6-2001, 12-14 ετών από 1-7-2001 μέχρι 31-12-2002,14-16 ετών από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2004 και 16-18 ετών από 1-1-2005 μέχρι 8-2-2006, και γι' αυτό, ορθώς, συνυπολογίσθηκε το σχετικό επίδομα στο συμβατικό μισθό της και στους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας, καθόσον είχε εργασθεί ως πωλήτρια : Από 1-12- 1972 μέχρι 6-11-1973 στην εμπορική επιχείρηση Τ. στα .., από τον Ιούλιο 1974 έως και το Σεπτέμβριο 1976 στην εταιρία με την επωνυμία εταιρεία "...", από 1-1-1977 μέχρι 31-12-1977 στο κατάστημα Κ. στα …από 1-8-1978 μέχρι 31-8-1978 στην εταιρία με την επωνυμία "...", κατά έτη 1986, 1990 και το πρώτο 4μηνο 1991 για 17 μήνες και 19 ημέρες στην πρώτη εναγόμενη εταιρία, από 1.5.1991 μέχρι 1.10.1996 για χρονικό διάστημα 5 ετών και 5 μηνών και από την 1-10-1996 μέχρι την 31-1--1998 στο κατάστημα του Κ. Μ. στα …Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο η τελευταία προέβαλε ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προσδιόρισε το χρόνο προϋπηρεσίας της ενάγουσας και με βάση αυτόν και τις αποδοχές της. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται, μεταξύ των άλλων, πλημμέλειες της απόφασης, από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το εφετείο, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη είχε τον παραπάνω χρόνο προϋπηρεσίας, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 του Ν.2112/1920 και έλαβε υπόψη του, πράγματα μη προταθέντα. Όμως ο λόγος αυτός, κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι αβάσιμος, διότι, με την κρίση του αυτή το εφετείο α)δεν παραβίασε την παραπάνω διάταξη και β) κατέληξε στην παραδοχή αυτή, λαμβάνοντας υπόψη του παραδεκτά προβληθέντα με την αγωγή αντίστοιχο ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης. Κατά το υπόλοιπο μέρος του ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι με αυτό, πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό των εργαζομένων, που απασχολεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ήτοι εισφορές προς το ΙΚΑ, ασφαλιστικούς Οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, Ο.Α.Ε.Δ. εργατική εστία, καθώς και φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξόφλησης μισθού κ.λ.π., τα οποία στη συνέχεια αποδίδει στους δικαιούχους, υπέρ των οποίων γίνεται η παρακράτηση. Εξάλλου, κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη, στο άρθρο 31 του ν.δ. 2698/1953, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατήσει από τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας τα επιδόματα ανεργίας που εισέπραξε ο άνεργος και να τα αποδώσει στον οικείο φορέα ασφάλισης ανέργων εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών, διαφορετικά ευθύνεται έναντι αυτού σαν να τα είχε παρακρατήσει. Συνεπώς, το ποσό των επιδομάτων ανεργίας, ασφαλιστικών εισφορών και λοιπών κρατήσεων, δεν είναι καταβλητέο στον εργαζόμενο μισθωτό, αλλά ανήκει σε τρίτους δικαιούχους. Τα παραπάνω ποσά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (ΑΠ 113/2012). Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το εφετείο με το να απορρίψει, ως μη νόμιμο, τον ισχυρισμό της, για συμψηφισμό του ποσού των 3.700,77 ευρώ, που η αναιρεσίβλητη έλαβε από τον Ο.Α.Ε.Δ., ως επίδομα ανεργίας, με τους επιδικασθέντες μισθούς υπερημερίας, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 440 ΑΚ και 31 του νδ 2698/
  1. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Από τα άρθρα 669 παρ.2 του ΑΚ,1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν.3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.. Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προσκληθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχείρησης του εργοδότη, που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από τον έλεγχο του δικογράφου αυτής (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ότι η εναγόμενη στις 7/5/2005 της επέδωσε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να την ενημερώσει για τους λόγους της απόλυσης της. Ότι η καταγγελία της σύμβασης είναι καταχρηστική και συνεπώς άκυρη διότι : 1) η απόλυση της έλαβε χώρα εντελώς αιφνιδιαστικά χωρίς αφορμή ή αιτία, να έxει προηγηθεί κάποια διένεξη με τους εναγομένους ή να έχουν μέχρι τότε εκδηλώσει τέτοια πρόθεση. 2) "Προφανώς" οι εναγόμενοι επιθυμούσαν την εξεύρεση νεότερης και περισσότερο εμφανίσιμης υπαλλήλου. 3)Οι εναγόμενοι αγνόησαν παντελώς α)την εξαετή προσφορά της στο κατάστημα τους, β)την οικογενειακή της κατάσταση και ειδικότερα το γεγονός ότι είναι παντρεμένη με δύο παιδιά με σωρεία για το λόγο τούτο υποχρεώσεων γ)την ηλικία της(πλέον των 51 ετών) και την αδυναμία της να εξεύρει άλλη εργασία δ)τον άμεσο και ορατό κίνδυνο που διατρέχει να μη συμπληρώσει λόγω της απόλυσης της τα απαιτούμενα ένσημα για τη συνταξιοδότηση. Με βάση, όμως, τα παραπάνω, εκτιθέμενα στην αγωγή, η καταγγελία αυτή δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 ΑΚ, ενόψει, μάλιστα του ότι τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, αλυσιτελώς, προβάλλονται, αφού η ενάγουσα δεν επικαλείται, ότι η καταγγελία έγινε για οικονομικοτεχνικούς λόγους και δεν αναφέρει σ' αυτήν τα ονόματα των συναδέλφων της, που παρέμειναν στην επιχείρηση της εναγόμενης, καθώς και την αρχαιότητα, την οικογενειακή και οικονομική τους κατάσταση. Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας δεν ήταν νόμιμος. Το εφετείο, όμως, όπως προκύπτει από την απόφαση του, τον έλαβε υπόψη του και δέχθηκε, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας φέρεται ότι έλαβε χώρα για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχείρησης, χωρίς όμως να ληφθούν υπόψη αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά, δοθέντος ότι, μετά από μήνα η εργοδότρια προσέλαβε άλλη εργαζόμενη την Φ. και ότι στην επιχείρηση υπήρχαν νεώτερες της ενάγουσας πωλήτριες, οι οποίες δεν απολύθηκαν, αλλά απολύθηκε η ενάγουσα, η οποία ήταν 51 ετών διαζευγμένη, με δύο τέκνα φοιτητές εκτός .., που την επιβάρυναν οικονομικά και είχε ανάγκη την εργασία της, υφισταμένης σοβαρής αδυναμίας εξεύρεσης νέας εργασίας, λόγω και της ανεργίας για τα άτομα αυτής της ηλικίας στα .., , τα οικονομικά και οικογενειακά δε αυτά προβλήματά της ήταν γνωστά στους εργοδότες της. Με τις παραδοχές δε αυτές, απορρίπτοντας το σχετικό, περί του αντιθέτου, λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατέληξε στην κρίση, ότι η εναγομένη κατά την άσκηση του δικαιώματός της για καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, υπερέβη προφανώς τα αξιολογικά όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, δηλαδή τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό αυτού και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν άκυρη. Έτσι όμως που έκρινε, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 και έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, που δεν ήταν νόμιμος και επιπλέον, πράγματα, που δεν προτάθηκαν. Επομένως υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ.1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, στο σύνολο του. Μετά από αυτά, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την αναιρεσείουσα, κατά το παραπάνω μέρος της(δηλαδή την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και τις, εξ αιτίας αυτής, αξιώσεις της αναιρεσίβλητης), να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 65 παρ.1 Ν.4139/2013, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της, κατά ένα μέρος, ήττας της, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 482/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, ως προς την αναιρεσείουσα, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου
  2. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου
  3. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.