← Ελλάδα

ΑΠ 1979/2008 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1979 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Αόριστοι και αβάσιμοι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αναίρεση. ΑΡΙΘΜΟΣ 1979/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 και ήδη κρατούμενης στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 45/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαϊου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1149/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του Κ.Π.Δ., προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Εξάλλου, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο την ουσιαστική κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεώς της ισχυρίζεται κατά λέξη ότι η απόφαση είναι αναιρετέα "διότι, κατά παράβαση του νόμου και του Συντάγματος η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται της δεούσης αιτιολογίας, διαφορετικά αντιφάσκει και δεν ερείδεται επί του αποδεικτικού υλικού, δεδομένου ότι το αιτιολογικό αυτής αποτελεί επανάληψη του διατακτικού". Ενόψει των όσων εκτίθενται παραπάνω, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι, κατά το πρώτο του σκέλος, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως σε τι συνίσταται η έλλειψη, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπ' όψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 229/2006 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι, από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε "ότι η κατηγορουμένη, δικηγόρος Πειραιώς, δέχτηκε να χειρισθεί την υπόθεση του Ψ1, που της ανέθεσε τον Ιανουάριο του 1995, λόγω του αυτοκινητιστικού ατυχήματος που είχε υποστεί κατά το έτος 1990 και του εξ αυτού σοβαρού τραυματισμού του και, συνεπεία τούτου, άσκησε την από 22.2.1995 αγωγή του εν λόγω εντολέα της, κατά των ...... και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", με την οποία ζητούσε να του επιδικασθεί το ποσό των 29.730.000 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων. αλλά, ενώ εκκρεμούσε η έκδοση της οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της ως άνω αγωγής, έπεισε η κατηγορουμένη τον ενάγοντα να υπογράψει το από 27.5.1996 εργολαβικό δίκης, με το οποίο αυτή ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της εν λόγω πολιτικής δίκης, μέχρις ότου η υπόθεση να κριθεί αμετακλήτως και δη με ποσοστό 40% του επιδικασθησόμενου συνολικού ποσού. Το ποσοστό αυτό ήταν διπλάσιο από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο του 20%, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 2 και 5, 95 και 97 του ν.δ. 3026/1954 και επί πλέον η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, γιατί δεν περιέχει τον όρο ότι, σε περίπτωση αποτυχίας, δεν θα ελάμβανε αμοιβή η κατηγορουμένη δικηγόρος. Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 7.078/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε ότι έπρεπε να καταβάλουν στον ενάγοντα Ψ1 10.805.000 δραχμές, πλέον τόκων και η απόφαση αυτή έγινε τελεσίδικη, γιατί δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής και, ακολούθως, η διαληφθείσα εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κατέβαλε στην κατηγορουμένη δικηγόρο, για λογαριασμό του ανωτέρω ενάγοντος πελάτη της, το ποσό των 17.772.034 δραχμών, για κεφάλαιο και τόκους. Πλην όμως, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ο εντολέας της έπασχε από σηψαιμία και νέκρωση των κάτω άκρων και, όντας εξαρτημένος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, παρακολουθούσε πρόγραμμα απεξάρτησης στο ΚΕΘΕΑ και, εντεύθεν, λόγω των εν λόγω σοβαρών προβλημάτων του, αδυνατούσε να επιμεληθεί των υποθέσεών του, καθώς και της εμφανούς απειρίας της μητέρας του, ..... να υποστηρίζει αυτή τα συμφέροντα του γιου της Ψ1, η κατηγορουμένη δικηγόρος της απέδωσε μόνο το ποσό των 4.700.000 δραχμών για λογαριασμό του γιου της, από το διαληφθέν ποσό των 17.772.034 δραχμών, που έλαβε από την εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", για λογαριασμό του εν λόγω πελάτη της, ως εντολοδόχος του. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη από το εισπραχθέν ως άνω ποσό των 17.772.034 δραχμών, παρακράτησε το ποσό των 7.108.814 δραχμών, που αποτελεί το 40% της ακύρως, κατά τα διαληφθέντα, συμφωνηθείσας αμοιβής της, με το ανωτέρω εργολαβικό δίκης, καθώς και ποσό 1.000.000 δραχμών, που είχε καταβάλει για λογαριασμό του Ψ1 για το δάνειο της ...... το έτος 1996 και, με την προσθήκη και του αποδοθέντος ποσού των 4.700.000 δραχμών, δεν απέδωσε στον εντολέα της το ποσό των 4.963.220 δραχμών, που είχε λάβει στην κατοχή της, ενεργώντας υπό την ιδιότητά της ως εντολοδόχου, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...... ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασιλείου Πετράτου, με το οποίο ο πελάτης της Ψ1 της εμπιστεύτηκε την είσπραξη του επιδικασθέντος υπέρ αυτού ποσού σε βάρος της προαναφερθείσας εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς το, χωρίς νόμιμη αιτία στην περιουσία της, ενώ το ποσό αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο, κυρίως ως εκ της πενίας του δικαιούχου εντολέως και της διαληφθείσας δεινής κατάστασης της υγείας του, ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συνεπώς, και εν όψει του ότι η πράξη της κατηγορουμένης έχει διαπραχθεί στον Πειραιά την 18η Φεβρουαρίου του 1998, ήτοι μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 2 του άρθρου 375 του Π.Κ., με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, υπόκειται περίπτωση κακουργηματικής υπεξαιρέσεως αυτής, γιατί το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον στο πρόσωπό της συντρέχει και μία από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 375 παρ. 2 Π.Κ. σχέσεις εμπίστευσης του υπεξαιρεθέντος ποσού στην κατηγορουμένη δικηγόρο, λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου και ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι είναι αθώα της κατηγορίας, γιατί δεν οφείλει τίποτα στον ήδη αποβιώσαντα εντολέα της, Ψ1, καθώς και ο επικουρικός ισχυρισμός της ότι η πράξη της δεν συνιστά κακούργημα, αλλά πλημμέλημα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ένοχη για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βαθμό κακουργήματος και της επέβαλε ποινή καθείρξεως πέντε

(5)ετών. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο, καταδικάστηκε, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του Ποινικού Κώδικα, όπως η παράγραφος 2 του ως άνω άρθρου αυτού ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 9 του Νόμου 2408/1996, που εφάρμοσε. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεώς της ισχυρίζεται κατά λέξη, όπως αναφέρθηκε, ότι η απόφαση είναι αναιρετέα "διότι, κατά παράβαση του νόμου και του Συντάγματος η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται της δεούσης αιτιολογίας, διαφορετικά αντιφάσκει και δεν ερείδεται επί του αποδεικτικού υλικού, δεδομένου ότι το αιτιολογικό αυτής αποτελεί επανάληψη του διατακτικού". Ενόψει των όσων εκτίθενται παραπάνω, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι, κατά μεν το πρώτο του σκέλος, απορριπτέος, όπως ειπώθηκε, ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, ενώ, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της επαναλήψεως του διατακτικού στο αιτιολογικό, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως εκτίθεται παραπάνω, στην απόφαση περιέχεται η πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, χωρίς το αιτιολογικό να αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, αλλά με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αυτών (αιτιολογικού και διατακτικού), που αποτελούν, κατά τα ανωτέρω, ενιαίο σύνολο, σε κάθε δε περίπτωση, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν το πρώτο του σκέλος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, κατά δε το δεύτερο σκέλος, ως αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ., δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, της επέβαλε ποινή καθείρξεως πέντε
(5)ετών, ενώ πρωτοδίκως της είχε επιβληθεί ποινή φυλακίσεως τεσσάρων
(4)ετών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, καταδίκασε την αναιρεσείουσα με την 530/2004 απόφασή του σε κάθειρξη έξι
(6)ετών. ΕΠΕΙΔΗ, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' Κ.Π.Δ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απαγγέλθηκε "κεκλεισμένων των θυρών", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή απαγγέλθηκε σε δημόσια συνεδρίαση. ΕΠΕΙΔΗ, και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Μαΐου 2006 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της 45/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου
  1. Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.