← Ελλάδα

ΑΠ 1986/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ληστεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1986 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ληστεία. Περίληψη: Ληστεία. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτεται η αίτηση, διότι η προσβαλλομένη έχει επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. ΑΡΙΘΜΟΣ 1986/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοντογιάννη, περί αναιρέσεως της 855, 856/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1451/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, με το οποίο προσβάλλεται η προσωπική ελευθερία και η ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών, ενωμένων με άμεσο κίνδυνο κατά του σώματος ή της ζωής και ταυτόχρονη αφαίρεση κινητού πράγματος, ολικώς ή μερικώς, ξένου, ή, εναλλακτικώς, ο εξαναγκασμός προς παράδοση του πράγματος, με σκοπό την παράνομη, δηλαδή τη χωρίς δικαίωμα ιδιοποίησή τους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, τo Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 885-886/2007 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της ληστείας. Ειδικότερα δέχθηκε τα εξής: "Στις 22.10.1996, ο κατηγορούμενος, μαζί με τον σύζυγο της παθούσας ..... και τον Γ1, εδικάζοντο στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για κακουργηματικές κλοπές από κοινού. Στο Δικαστήριο αυτό παρευρίσκετο και η παθούσα, η οποία έφερε μαζί της, κρυμμένο στα ρούχα της, το ποσόν του 1.000.000 δρχ. για την περίπτωση που ο σύζυγός της καταδικαζόταν και χρειαζόταν να εξαγοράσει την ποινή του. Καταδικασθείς ο ως άνω σύζυγος, με την αναγνωσθείσα κατά τα άνω 970/26.10.96 απόφαση σε κάθειρξη έξη

(6)ετών (με την έφεση να μην έχει αναστέλλουσα δύναμη, ενώ ο κατηγορούμενος και ο Γ1 αθωώθηκαν για την ίδια πράξη), η παθούσα απεχώρησε από την αίθουσα του Δικαστηρίου, φέρουσα βέβαια μαζί της το προαναφερθέν χρηματικό ποσό, και επιβιβάστηκε σε λεωφορείο του ΚΤΕΛ με προορισμό το .... Ημαθίας, όπου ήταν η κατοικία της. Περί ώρα 14 της ίδιας ημέρας και ενώ αυτή περίμενε στη στάση του ΚΤΕΛ στα .... Ημαθίας, με την ηλικίας 15 ετών κόρη της, .... (την οποία προηγουμένως είχε πάρει από το σπίτι της πεθεράς της, όπου την είχε αφήσει), διελθών από το σημείο εκείνο ο κατηγορούμενος, οδηγώντας αυτοκίνητο, από το οποίο κατήλθε, επετέθη κατ' αυτής και της κατάφερε με τα χέρια του χτυπήματα στο πρόσωπο και το στήθος (βλ. αναγνωσθείσα ως άνω ιατρική γνωμάτευση) και, σχίζοντας τη μπλούζα της, αφαίρεσε με σωματική βία και παρά την αντίστασή της (αλλά και της κόρης της, που μάταια προσπάθησε να τη βοηθήσει), το χρηματικό ποσόν του 1.000.000 δρχ., που έφερε μαζί της, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η παθούσα κατήγγειλε αμέσως (σε δύο ώρες) το συμβάν αυτό στο Α.Τ. Αλεξανδρείας, όπου έδωσε κατάθεση η ίδια, ιστορούσε με κάθε λεπτομέρεια το περιστατικό, αλλά και η ανήλικη κόρη της (βλ. κατάθεση της τελευταίας, αναγνωσθείσα, κατά τα άνω, χωρίς την εναντίωση του κατηγορουμένου). Βέβαια ο κατηγορούμενος αρνήθηκε από την αρχή την πράξη του και την αρνείται και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ισχυριζόμενος εντελώς αβάσιμα ότι πρόκειται για πλεκτάνη της παθούσας, επειδή την ημέρα εκείνη καταδικάστηκε ο σύζυγός της, ενώ ο ίδιος αθωώθηκε, αλλά και επειδή είχε χωρίσει την αδελφή της παθούσας και συμβιούσε με άλλη γυναίκα (την οποία σημειωτέον, όπως και τον εραστή της, δολοφόνησε το 2004, εκτίων ποινή δις ισόβιας κάθειρξης - όπως ομολόγησε, απολογούμενος, κατά τα άνω). Επίσης εντελώς αβάσιμος και αναπόδεικτος τυγχάνει και ο υπερασπιστικός ισχυρισμός του ίδιου, ότι, την ώρα της φερόμενης ληστείας, βρισκόταν με φίλους σε άλλο σημείο, σε ταβέρνα, όπου γιόρταζε την αθώωσή του (δεν έφερε μάρτυρες να καταθέσουν σχετικώς, ούτε προσκόμισε κάποιο έγγραφο). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν από την σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της παθούσας (που εμμένει στην καταγγελλόμενη από την αρχή πράξη, αδιάφορο αν στο παρόν Δικαστήριο δήλωσε ότι "συγχωρεί" τον κατηγορούμενο), η κατάθεση της οποίας δεν αναιρείται ούτε τίθεται σε αμφιβολία από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ...... - αδελφού του κατηγορουμένου - ο οποίος δεν ήταν παρών στο περιστατικό και δεν γνωρίζει τίποτα απολύτως γι' αυτό, αλλά και την απολογία του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος ετέλεσε την αξιόποινη πράξη της ληστείας και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ληστείας, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ. ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιποί, διαλαμβανόμενοι στην κρινόμενη αίτηση λόγοι, οι πλείστοι των οποίων πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης είναι απορριπτέοι. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 13/9.7.2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, κατά της 855,856/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου
  1. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.