Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1986 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία. Περίληψη: Λαθρεμπορία καυσίμων κατ' εξακολούθηση. Άρθρο 155 παρ. 1 και επόμενα του Ν. 2960/
- Οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η εισαγωγή πετρελαίου θέρμανσης και η διάθεση αυτού στην αγορά ως πετρελαίου κίνησης και γενόμενη έτσι αποστέρηση εισαγωγικών δασμών φόρων από το Δημόσιο συνιστά λαθρεμπορία και όχι απλή τελωνειακή διοικητική παράβαση (ΑΠ 960/2008). Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 1986/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 973/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Παναγιώτη Πανάγο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 22 Απριλίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1698/
- Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του Ν 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος" όπως είχε αντικατασταθεί και ίσχυε έως 1-1-2002, λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία, τέλος, φόρο ή δικαίωμα χωρίς γραπτή άδεια της αρμοδίας Τελωνειακής αρχής ή σε άλλον από τον ορισμένο υπ'αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιοδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ'αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμα αυτά εισπράχθηκαν σε τόπο και χρόνο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται, κατά την παράγραφο 2 περ. θ του ίδιου άρθρου, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί στη γενική κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Εξάλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 89 του ανωτέρω Τελωνειακού Κώδικα, η μη τήρηση των σχετικών με τις τελωνειακές εργασίες και την τελωνειακή υπηρεσία διατυπώσεων χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβαση. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, ως τελωνειακές παραβάσεις χαρακτηρίζονται επίσης, η καθ' οιονδήποτε εκ των μνημονευομένων στο ως άνω άρθρο 100 τρόπων, διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων στο Δημόσιο τελών και δικαιωμάτων, καθώς και η μη τήρηση των στο ίδιο άρθρο 100 λοιπών διατυπώσεων. Οι τελωνειακές αυτές παραβάσεις επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου, ακόμη και αν ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας. Περαιτέρω με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο νόμος 2127/1993 "Εναρμόνηση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ενώ με το άρθρο 67 παρ. 1, 4 και 5 του ίδιου νόμου καθορίσθηκαν οι παραβάσεις-κυρώσεις ως εξής: Παράγραφος
- Αν κατά τη διάρκεια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας των προϊόντων του άρθρου 1 διαπραχθεί στο εσωτερικό της χώρας παρατυπία ή παράβαση, η οποία καθιστά απαιτητό τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, ο φόρος αυτός βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια αρχή και βαρύνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει εγγυηθεί την πληρωμή σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 61, με την επιφύλαξη ασκήσεως ποινικής δίωξης, όταν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα. Παράγραφος
- Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επομένης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντος νόμου, χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 89 και επόμενα του Τελωνειακού Κώδικα και επισύρει πρόστιμο μέχρι πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών για κάθε παράβαση, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών. Παράγραφος 5 : Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τον νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επ. του ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικα" και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμα κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα, στα άρθρα 53 έως 119 και επομένως είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-1992, είτε μετά, (οι ρυθμίσεις είναι ίδιες) συνάγεται ότι, ενώ η μη τήρηση των διατυπώσεων που καθορίζουν τη διαδικασία παραγωγής, μεταποιήσεως και κυκλοφορίας των αναφερομένων στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου προϊόντων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το πετρέλαιο, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως απλή τελωνειακή παράβαση, η οποία επισύρει μόνον την επιβολή των κατά το άρθρο 89 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα διοικητικών κυρώσεων και δη την επιβολή κατά του υπαιτίου πολλαπλών τελών, αντιθέτως, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και δια τα προϊόντα αυτά ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 53 του νόμου 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου, κατά το άρθρο 185 αυτού, άρχισε από 1-1-2002, επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής και κυκλοφορίας των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 αυτού, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επ. του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο ειδικό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ίδιου νόμου, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του ως άνω νέου τελωνειακού κώδικα (ν. 2960/2001), η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για το πετρέλαιο ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές και δε συνιστά απλώς τελωνειακή διοικητική παράβαση. Δεν μπορεί δε να συναχθεί προθυστέρως αντίθετη προς τα ανωτέρω νομοθετική βούληση από το ότι, με την μεταγενέστερη αντικατάσταση της παραγρ. 5 του ως άνω άρθρου 118 (με το άρθρο 1 παρ.33 του Ν.3583/2007), τούτο κατέστη ακόμη πιο σαφές. (ΑΠ 780/2008). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 10 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα (κανονισμός 2913/1992 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως ειδικότερα η περίπτωση της παραγράφου 10 τροποποιήθηκε με το άρθρο 2γ του Κανονισμού 82/1997), που άρχισε να ισχύει από 1-1-1994, εισαγωγικοί δασμοί είναι οι δασμοί εισαγωγής και οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος, που καταβάλλονται κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων ως και οι επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή, που θεσπίζονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής ή των ειδικών καθεστώτων που εφαρμόζονται σε ορισμένα εμπορεύματα που προκύπτουν από την μεταποίηση γεωργικών προϊόντων. Κατά δε το άρθρο 2 παρ. 1β και 3 της αποφάσεως του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24 Ιουνίου 1988, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 76742/1937/23-8-1988 (ΦΕΚ Β' 622/25-8-1988) απόφαση των Υπουργών Αναπληρωτή Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και οικονομικών και κυρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1828/1989 (ΦΕΚ Α' 2/3-1-1989) συνιστούν ιδίους πόρους και εγγράφονται στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων τα έσοδα, που προέρχονται από α)...., β) τους δασμούς του κοινού δασμολογίου και τους λοιπούς δασμούς που θεσπίζονται ή θα θεσπισθούν από τα όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη και από τους δασμούς που επιβάλλονται στα προϊόντα, τα οποία υπάγονται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Άνθρακα και Χάλυβα. Τα κράτη μέλη παρακρατούν ως έξοδα εισπράξεως το 10% των ποσών που πρέπει να καταβάλουν σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία α' και β'. Σύμφωνα με τις τελευταίες αυτές διατάξεις οι οικονομικές επιβαρύνσεις των εμπορευμάτων, που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως από χώρα μη μέλος, αποτελούν ιδίους πόρους αυτής και εισπράττονται για λογαριασμό της με βάση το κοινοτικό δασμολόγιο από Κράτος - Μέλος, στο έδαφος του οποίου εισέρχονται και το οποίο ακολούθως τους καταβάλλει σε ειδικό λογαριασμό, που για το σκοπό αυτό έχει ανοιχθεί στο όνομα της, αφού παρακρατήσει ποσοστό 10% για έξοδα εισπράξεως αυτών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυ-μπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 973/2008 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 155 παρ. 1 α και επομ. του ν. 2960/2001, κατ' εξακολούθηση, δηλαδή για εκ δόλου λαθρεμπορία πετρελαίου και αφού αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε ΠΚ, επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την. Δέχθηκε ειδικότερα στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρούσε από πολλών ετών, ατομική επιχείρηση εμπορίας πετρελαιοειδών στη ..., στο 4ο χιλιόμετρο της οδού ..., αποφάσισε κατά μήνα Οκτώβριο 2002, να διαθέσει στην αγορά της πόλης κατά την επικείμενη τότε χειμερινή περίοδο ως πετρέλαιο κίνησης μεγάλες ποσότητες πετρελαίου θέρμανσης, που θα αποκτούσε με μειωμένες τιμές λόγω της μειωμένης φορολόγησης του και να κερδίσει έτσι τη διαφορά των δύο φορολογιών (και των αντίστοιχων τιμών) εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Πράγματι δε εντός του χρονικού διαστήματος από 14.10.2002 έως 25.4.2003 και σε με επακριβώς προσδιορισθέν χρονικό σημείο, εισήγαγε στο τελωνειακό έδαφος της Χώρας εμπορεύματα που υπόκεινται σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιος Τελωνειακής Αρχής, κατείχε δε στις 3.7.2003 εμπορεύματα που είχαν εισαχθεί κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, από την οποία οι διαφυγόντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχονται στο ποσό των 31.622,71 ευρώ. Ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 14.10.2002 έως 25.4.2003, αγόρασε συνολική ποσότητα 11.241.586 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης και είχε στην κατοχή του, κατά την έναρξη της χειμερινής περιόδου, σύμφωνα με δική του υπεύθυνη δήλωση, απόθεμα 20.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, κατά τη διάρκεια δε του διαστήματος αυτού πώλησε προς τρίτους, με νόμιμα παραστατικά, ποσότητα 11.051.155 λίτρων του πετρελαίου αυτού, όμως κατά τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στις 3.7.2003 από τους αρμοδίους υπαλλήλους της ΕΛ.Υ.Τ. Θεσσαλονίκης, με τη μέθοδο της κλειστής αποθήκης ,διαπιστώθηκε ότι, ενώ θα έπρεπε να βρεθεί απόθεμα 210.431 λίτρων, αυτός κατείχε εντός των δεξαμενών του πρατηρίου του ποσότητα 307.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, επομένως προκύπτει ποσότητα 96.569 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, που κατείχε στις 3.7,2003, για την οποία δεν προκύπτει η αγορά της με νόμιμα παραστατικά και για την οποία δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούσες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις. Η ποσότητα αυτή κατασχέθηκε αρμόδια. Για την προαναφερθείσα ποσότητα του αγορασθέντος και κατεχομένου πετρελαίου θέρμανσης, που εισήχθη στην Ελλάδα από άγνωστη χώρα και στο άνω χρονικό διάστημα, δεν κατέβαλε τους αναλογούντες δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων, τα οποία και ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 31.622,71 ευρώ. Έτσι το Ελληνικό Δημόσιο ζημιώθηκε κατά το άνω ποσό των 31.622,71 ευρώ. Να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτοκ. 8738/18-7-2007 έγγραφο του ΣΤ' Τελωνείου Θεσσαλονίκης, και την από 6-6-2007 έκθεση προσδιορισμού δασμών της ίδιας υπηρεσίας, έγινε επανέλεγχος των ποσοτήτων πετρελαίου θέρμανσης του κατηγορουμένου από αυτήν στις 6-8-2007 και αξιολόγηση των ίδιων άνω φορολογικών στοιχείων, με τη μέθοδο της κλειστής αποθήκης και συγκεκριμένα στον υπολογισμό των ποσοτήτων που αγοράστηκαν, σε φασική θερμοκρασία αντί σε θερμοκρασία 15 βαθμών Κελσίου, καθώς και σε κάποιες διορθώσεις αριθμητικών λαθών επί των ποσοτήτων που πωλήθηκαν, κατά τον οποίο (επανέλεγχο) διαπιστώθηκε ότι κατά τον αρχικό έλεγχο (που πραγματοποιήθηκε στις 3.7.2003) παρεισέφρυσαν αριθμητικά λάθη και εσφαλμένες εκτιμήσεις. Από τον επανέλεγχο προέκυψε ότι το πραγματικό πλεόνασμα πετρελαίου θέρμανσης του κατηγορουμένου ανέρχεται στο προαναφερθέν ποσό των 96.569 λίτρων αντί των προσδιορισθέντων αρχικά οπό την ΕΛΥΤ 125.883 λίτρων. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της λαθρεμπορίας 96.569 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, για την οποία η ζημία του Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται σε 31.622,71 ευρώ, και όχι την πράξη της λαθρεμπορίας 125.883 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης για την οποία η ζημία του Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται σε 41.170,69 ευρώ που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Άρα ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της λαθρεμπορίας 96.569 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, για την οποία η ζημία του Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται σε 31.622,71 ευρώ. Τέλος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι η αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη δεν συνιστά ποινικά κολάσιμη λαθρεμπορία αλλά απλή τελωνειακή παράβαση επισύρουσα μόνο την επιβολή των κατά το άρθρο 89 του τελωνειακούκώδικα διοικητικών κυρώσεων, ήτοι την επιβολή πολλαπλού τέλους, δεν είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, νόμιμος και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί σαν τέτοιος. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του αυτή και συνεπώς πρέπει να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2 ε' ΠΚ)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την άνω πράξη της λαθρεμπορίας πετρελαίου κατ'εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι: "Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 14.10.2002 έως 3.7.2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, πραγματοποίησε διάφορες ενέργειες που αποσκοπούσαν στο να στερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο τους δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα, που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή η εξαγομένων εμπορευμάτων. Συγκεκριμένα, ενώ ήταν ιδιοκτήτης της ατομικής του επιχείρησης πρατηρίου υγρών καυσίμων, που εδρεύει στο 4ο χιλιόμετρο της οδού ..., και υπεύθυνος της αγοράς και πώλησης υγρών καυσίμων του πρατηρίου αυτού κατά το χρονικό διάστημα από 14.10.2002 έως 25.4.2003 και σε με επακριβώς προσδιορισθέν χρονικό σημείο, εισήγαγε στο τελωνειακό έδαφος της Χώρας εμπορεύματα που υπόκεινται σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, κατείχε δε στις 3.7.2003 εμπορεύματα που είχαν εισαχθεί κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, από την οποία οι διαφυγόντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχονται σε ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 14.10.2002 έως 25.4.2003, αγόρασε συνολική ποσότητα 11.241.586 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης και είχε στην κατοχή του, κατά την έναρξη της χειμερινής περιόδου, σύμφωνα με δική του υπεύθυνη δήλωση, απόθεμα 20.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, κατά τη διάρκεια δε του διαστήματος αυτού πώλησε προς τρίτους, με νόμιμα παραστατικά, ποσότητα 11.051.155 λίτρων του πετρελαίου αυτού, όμως κατά τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στις 3.7.2003 από τους αρμοδίους υπαλλήλους της ΕΛ.Υ.Τ. Θεσσαλονίκης, με τη μέθοδο της κλειστής αποθήκης, διαπιστώθηκε ότι, ενώ θα έπρεπε να βρεθεί απόθεμα 210.431 λίτρων, αυτός κατείχε εντός των δεξαμενών του πρατηρίου του ποσότητα 307.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, επομένως προκύπτει ποσότητα 96.569 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, που κατείχε στις 3.7.2003, για την οποία δεν προκύπτει η αγορά της με νόμιμα παραστατικά και για την οποία δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούσες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις. Η ποσότητα αυτή κατασχέθηκε αρμόδια. Για την προαναφερθείσα ποσότητα του αγορασθέντος και κατεχομένου πετρελαίου θέρμανσης, που εισήχθη στην Ελλάδα από άγνωστη χώρα και στο άνω χρονικό διάστημα, δεν κατέβαλε τους αναλογούντες δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων, τα οποία και ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 31.622,71 ευρώ. Έτσι το Ελληνικό Δημόσιο ζημιώθηκε κατά το άνω ποσό των 31.622,71 ευρώ. Να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτοκ. 8738/18-7-2007 έγγραφο του ΣΤ' Τελωνείου Θεσσαλονίκης, και την από 6-6-2007 έκθεση προσδιορισμού δασμών της ίδιας υπηρεσίας, έγινε επανέλεγχος των ποσοτήτων πετρελαίου θέρμανσης του κατηγορουμένου από αυτήν στις 6-6-2007 και αξιολόγηση των ίδιων άνω φορολογικών στοιχείων, με τη μέθοδο της κλειστής αποθήκης και συγκεκριμένα στον υπολογισμό των ποσοτήτων που αγοράστηκαν σε φυσική θερμοκρασία αντί σε θερμοκρασία 15 βαθμών Κελσίου, καθώς και σε κάποιες διορθώσεις αριθμητικών λαθών επί των ποσοτήτων που πωλήθηκαν, κατά τον οποίο (επανέλεγχο) διαπιστώθηκε ότι κατά τον αρχικό έλεγχο (που πραγματοποιήθηκε στις 3.7.2003) παρεισέφρυσαν αριθμητικά λάθη και εσφαλμένες εκτιμήσεις. Από τον επανέλεγχο προέκυψε ότι το πραγματικό πλεόνασμα πετρελαίου θέρμανσης του κατηγορουμένου ανέρχεται στο προαναφερθέν ποσό των 96.569 λίτρων αντί των προσδιορισθέντων αρχικά από την ΕΛ.Υ.Τ. 125.883 λίτρων". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της λαθρεμπορίας καυσίμων, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, 98 του ΠΚ, 72, 73, 118 παρ.5, 155 παρ. 1 α, β, 2 ζ, 157 παρ. 1 β, 159, 160, 164, 165, 166, 167, 170, 171, 172, 173, 174 του ν.2960/2001, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις: α) εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε από τον αναιρεσείοντα, ιδιοκτήτη πρατηρίου υγρών καυσίμων, η λαθρεμπορία κατ'εξακολούθηση, για την οποία καταδικάσθηκε, ήτοι με την εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της χώρας και κατοχή απ'αυτόν, κατά την 3-7-2003, χωρίς άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, και διάθεση σε τρίτους στην αγορά των μνημονευομένων ποσοτήτων πετρελαίου θέρμανσης, για τις οποίες δεν κατείχε νόμιμα παραστατικά και δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται από το Δημόσιο επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή και κατεχομένων στην Ελλάδα εμπορευμάτων, β) αναφέρεται στο διατακτικό και σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του προεκτεθέντος αιτιολογικού η γνώση του αναιρεσείοντος για τη λαθρεμπορική προέλευση του κατεχομένου υπ'αυτού πετρελαίου, θεμελιούμενη στην παραδοχή ότι αυτός ήταν ο εισαγωγέας και δεν κατείχε νόμιμα παραστατικά εισαγωγής, αγοράς και κατοχής και πληρωμής των αναλογούντων δασμών και φόρων, ενώ δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση του δόλου του αναιρεσείοντος πρατηριούχου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας, αφού ο ίδιος είναι ο εισαγωγέας των καυσίμων που όφειλε και δεν κατέβαλε τους αναλογούντες δασμούς και φόρους και σαφώς γνώριζε τη μη καταβολή των δασμών, τελών και φόρων καταναλώσεως, στο δε διατακτικό που συνιστά ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό και αλληλοσυμπληρώνονται, σαφώς άλλωστε αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων προέβη στις παραπάνω ενέργειες "που αποσκοπούσαν στο να στερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο τους αναλογούντες δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων, γ) το σκεπτικό της αποφάσεως δεν είναι επανάληψη του διατακτικού της, και δ) σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, η δραστηριότητα του αναιρεσείοντος δεν αναφέρεται απλώς στην εκ μέρους του κατηγορουμένου πρατηριούχου κατοχή και διάθεση πετρελαίου που είχε εισαχθεί από άλλον λαθρεμπορικώς ήτοι για μη τήρηση των διατυπώσεων που καθορίζουν τη διαδικασία κυκλοφορίας του υπ'αυτού κατεχομένου προς εμπορία πετρελαίου, η οποία θα χαρακτηριζόταν ως απλή τελωνειακή παράβαση, επισύρουσα μόνο την επιβολή πολλαπλών τελών, αλλ' είχε ως περιεχόμενο τη διαφυγή καταβολής, για υπ' αυτού του ιδίου εισαχθέν πετρέλαιο θέρμανσης, των αναλογούντων δασμών, φόρων και λοιπών νομίμων επιβαρύνσεων, που οφείλοντο για το συγκεκριμένο προϊόν πετρελαίου, η οποία πράξη συνιστά κατά τα προεκτεθέντα αξιόποινη λαθρεμπορία και ο σχετικός αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ορθά, σύννομα και με επαρκή ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμος. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε'του ΚΠοινΔ, λόγοι, κύριοι και πρόσθετοι, της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με εκ πλαγίου παράβαση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η προεκτεθείσα δε παρακράτηση ως εξόδων εισπράξεως, από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ποσοστού 10% των δασμών που εισπράττονται από συναλλαγές με κράτη μη μέλη της Ενώσεως, και η απόδοση των λοιπών δασμών για χρηματοδότηση του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, δεν αναιρεί την ως άνω καθιερούμενη δια των παραπάνω νόμων, αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας εισαχθέντος στην Ελλάδα από τον κατηγορούμενο από άγνωστη χώρα και κατεχομένου πετρελαίου θερμάνσεως, λόγω της μη πληρωμής των αναλογούντων δασμών εισαγωγής κλπ φόρων και τελών κατοχής καυσίμων, και όχι απλής τελωνειακής παραβάσεως, ανεξάρτητα από ποίο κράτος εισάγονται τα καύσιμα. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου ( άρθρα 176,183 ΚΠολ. Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16- 9- 2008 αίτηση - δήλωση του ..., μετά των από 22-4-2009 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 973/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, ποσού διακοσίων ενενήντα
(290)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ