← Ελλάδα

ΑΠ 1990/2008 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1990 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αναίρεση ως αβάσιμη. Αριθμός 1990/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο Ραγκούση, για αναίρεση της με αριθμό 1562/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γιαννακλή. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 826/

  1. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1562/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, με τριετή αναστολή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, καθώς και την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και την κατάθεση του μάρτυρα της πολιτικής αγωγής, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Στο Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων Παίδων Αθηνών, στο Σκαραμαγκά Αττικής, στις 8.8.2002, η κατηγορουμένη Χ1, ως αρμόδια κοινωνική επιμελήτρια, είχε, την ημέρα εκείνη, την ευθύνη, μεταξύ άλλων νοσηλευομένων και της Ψ, 21 ετών, η οποία έπασχε από νοητική καθυστέρηση και ερυθυματώδη λύκο. Η τελευταία ήθελε να μένει μόνη της στον τελευταίο δεξιό θάλαμο του δευτέρου ορόφου του Ιδρύματος, ο οποίος, λόγω θερινών διακοπών, ήταν κενός ασθενών. Για τον λόγο αυτό, η κατηγορουμένη νοσηλεύτρια της επέτρεψε να μείνει και να αναπαυθεί εκεί στο μόνο κρεβάτι, που υπήρχε στο θάλαμο. Στη συνέχεια, έφυγε, προκειμένου να βοηθήσει το υπόλοιπο (ολιγάριθμο) προσωπικό, στην προετοιμασία των λοιπών νοσηλευομένων για το γεύμα. Πριν όμως εγκαταλείψει τον πιο πάνω θάλαμο, η κατηγορουμένη δεν επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε από της περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει σχετικά με την ασφάλεια της ασθενούς. Ειδικότερα, δεν φρόντισε ώστε η πόρτα του θαλάμου να παραμείνει ασφαλώς ανοιχτή, ώστε η ασθενής να δύναται να βγει στο θάλαμο και να επικοινωνήσει με το προσωπικό, σε περίπτωση ανάγκης της. Και τούτο, διότι ναι μεν η πόρτα δεν κλείδωνε, όμως είχε χερούλι ανοίγματος μόνο εξωτερικά (προς το διάδρομο), καθιστώντας όποιον βρισκόταν σ' αυτό κλειδωμένο. Ακόμη, ο φεγγίτης αερισμού του δωματίου δεν ασφάλιζε αποτελεσματικά, ούτε υπήρχαν εξωτερικά κιγκλιδώματα ασφαλείας, στον τοίχο δε, κάτω από αυτόν , υπήρχε στερεωμένο το σώμα του καλοριφέρ και στη συνέχειά του (κάθετα και στο μέσο του δωματίου), το κρεβάτι, που δημιουργούσαν έτσι "σκαλοπάτια" ανόδου προς τον φεγγίτη. Η κατηγορουμένη δεν φρόντισε, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, να κλείσει εντελώς τον φεγγίτη ή, στην περίπτωση που υπήρχε, όπως ισχυρίζεται, ανυπόφορη δυσοσμία στο θάλαμο, να μεταφέρει το κρεβάτι "κολλητά" στον τοίχο, ώστε να ματαιωθεί η δυνατότητα ανόδου της ασθενούς, μέσω αυτού, στο καλοριφέρ και στο φεγγίτη. Επί πλέον, παρέλειψε να επισκέπτεται την Ψ για να την παρακολουθεί. Η παράλειψη των ανωτέρω ενεργειών της κατηγορουμένης είχε ως αποτέλεσμα, η ασθενής Ψ, ταραγμένη από τον αποκλεισμό της στο δωμάτιο, αφού δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα του θαλάμου για να εξέλθει, να ανέβει στο κρεβάτι και από εκεί, χρησιμοποιώντας σαν σκαλοπάτι το καλοριφέρ, να ανέβει και να περάσει μέσα από τον φεγγίτη και να πέσει έξω στο κενό, καταλήγοντας στο δάπεδο του προαυλίου του θεραπευτηρίου. Από την πτώση της δε αυτή, υπέστη εκτεταμένη αιμορραγική διήθηση της ινιακής χώρας του κρανίου, εκτεταμένη υπαραχνοειδή αιμορραγία του εγκεφάλου, κάταγμα μεσότητας του στέρνου, παραστερνικά κατάγματα 5ης, 6ης, 7ης, 8ης δεξιάς πλευράς δεξιού ημιθωρακίου, εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός της. Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης και αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης). Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών ως αβασίμων". Με τις παραδοχές αυτές, που είναι αυτοτελείς και δεν αποτελούν απλή αντιγραφή του κατηγορητηρίου, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του Ποινικού Κώδικα, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδικότερα, με τις ως άνω παραδοχές, προσδιορίζονται το είδος της αμελείας (μη συνειδητή), οι συγκεκριμένες παραλείψεις της αναιρεσείουσας και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτών (παραλείψεων) με το αποτέλεσμα που επήλθε. Δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, από το ότι στο τελευταίο, από παραδρομή, λόγω αντιγραφής του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης και του κατηγορητηρίου, αναφέρεται ότι "από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν να καταβάλουν....αλλά και μπορούσαν να καταβάλουν, ανάλογα με τις προσωπικές τους ικανότητες, επέφεραν το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς τους". Τέλος, ο προβαλλόμενος λόγος, ότι το Δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε το άρθρο 99 παρ. 1 Π.Κ. και ανέστειλε την επιβληθείσα ποινή, ενώ έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 1, να την μετατρέψει, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 Π.Κ., το Δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του, άλλως υπερβαίνει την εξουσία του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ) και στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος που παραστάθηκε (άρθρο 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18 Απριλίου 2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 κατά της 1562/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€) και στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Σεπτεμβρίου
  3. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.