Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1991 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει την αναίρεση. Αριθμός 1991/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βαρλάμη, για αναίρεση της με αριθμό 19/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1079/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β', ς' και ζ' του Νόμου 1729/1987, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Νόμου 2161/1993 και ίσχυε, κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα
(10)ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος... β) πωλεί, αγοράζει, προσφέρει, διαθέτει ή διανέμει σε τρίτους με οποιοδήποτε τρόπο, αποθηκεύει ή παρακαταθέτει ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές, ... ς) Καλλιεργεί ή συγκομίζει οποιοδήποτε φυτό του γένους της κάνναβης, το φυτό της μήκωνος της υπνοφόρου, οποιοδήποτε είδος φυτού του γένους ερυθρόξυλο, καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυτό από το οποίο παράγονται ναρκωτικές ουσίες, ζ) Κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο". Από την παραπάνω διάταξη της περιπτώσεως β' τιμωρείται η πώληση και η αγορά των ναρκωτικών. Αγορά και, αντιστοίχως, πώληση ναρκωτικής ουσίας, κατά την πάγια θέση της Νομολογίας, συνιστά η μεταβίβαση της κυριότητάς της από τον πωλητή στον αγοραστή, κατά τους όρους του άρθρου 513 του Αστικού Κώδικα, η οποία συντελείται με την παραλαβή της από τον αγοραστή ή, αντίστοιχα, με την παράδοσή της σ' αυτόν από τον πωλητή, αντί του τιμήματος που συμφωνήθηκε γι' αυτόν τον σκοπό. Συνεπώς, για την τέλεση των αντίστοιχων εγκλημάτων της αγοράς και της πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, απαιτούνται δύο προϋποθέσεις: α) η κατά τους όρους του άρθρου 513 Α.Κ. κατάρτιση της σχετικής συμβάσεως και β) η κατ' ακολουθίαν αυτής της συμβάσεως μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας από τον πωλητή στον αγοραστή, η οποία συντελείται και πραγματώνεται, στην περίπτωση της αγοράς, με την παραλαβή ορισμένης ποσότητάς της από τον αγοραστή, με αντάλλαγμα το τίμημα που συμφωνήθηκε και, αντίστοιχα, στην περίπτωση της πωλήσεως, με την παράδοση ορισμένης ποσότητάς της από τον πωλητή, με αντάλλαγμα το τίμημα που συμφωνήθηκε. Εφ' όσον η αγορά και η πώληση ναρκωτικής ουσίας αποτελούν από νομική άποψη αγοραπωλησία κινητού πράγματος, συνεπάγεται ότι η σύνθετη νομική και πραγματολογική δομή της εμπράγματης συμβάσεως μεταβιβάσεως κυριότητας κινητού πράγματος συνιστά την αντικειμενική υπόσταση των σχετικών εγκλημάτων. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση της αγοράς και πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας πρέπει να συνυπάρχουν οργανικά και να συνυφίστανται λειτουργικά όλες οι προϋποθέσεις του πραγματικού της εμπράγματης συμβάσεως, οι οποίες συνιστούν ταυτόχρονα τους δομικούς όρους των αντίστοιχων αντικειμενικών υποστάσεων και τα λειτουργικά όρια της εμβέλειας και της εφαρμογής τους: α) ενοχική σύμβαση αγοράς και πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, που συνάπτεται και καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 513 του Αστικού Κώδικα και είναι απλώς και μόνον υποσχετική. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι "ενοχές" που απορρέουν από τον "οργανισμό" της συμβάσεως αυτής προσομοιάζουν προς τις "ατελείς" ή "φυσικές", δηλαδή τις "μη γνήσιες" ενοχές, αφού οι συγκεκριμένες συμβάσεις καμία δεσμευτικότητα και υποχρεωτικότητα δεν παρουσιάζουν, διότι αφορούν σε πράγμα εκτός συναλλαγής και μάλιστα απαγορευμένης συναλλαγής. β) Παράδοση και παραλαβή της νομής της ναρκωτικής ουσίας. Η παράδοση και παραλαβή της ναρκωτικής ουσίας δεν απαιτείται να γίνει ιδιοχείρως από τους συμβαλλομένους, αλλά μπορεί να πραγματοποιηθεί και με τη διαμεσολάβηση τρίτων προσώπων, που ενεργούν για λογαριασμό τους και αποτελούν άμεσους συνεργούς στις πράξεις της πωλήσεως και της αγοράς ναρκωτικών. γ) Παράδοση και παραλαβή της νομής ορισμένου τιμήματος, δηλαδή χρημάτων. Εξάλλου, όπως σε κάθε σύμβαση πωλήσεως κινητού πράγματος, έτσι και στη σύμβαση πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, τα ουσιώδη της στοιχεία είναι α) ορισμένο κινητό πράγμα, δηλαδή ορισμένη ναρκωτική ουσία, β) ορισμένο τίμημα και γ) συμφωνία των συμβαλλομένων για τα στοιχεία αυτά. Ενόψει των ανωτέρω, αναγκαίο συστατικό στοιχείο της ποινικά κολαζόμενης συμβάσεως αγοραπωλησίας ναρκωτικής ουσίας αποτελεί η συμφωνία για ορισμένη ναρκωτική ουσία και η παράδοση ορισμένης ναρκωτικής ουσίας. Επομένως, για να στοιχειοθετείται αγορά ή πώληση ναρκωτικής ουσίας, πρέπει πάντοτε να εντοπίζεται ορισμένη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, η οποία πουλήθηκε ή αγοράστηκε στην ειδική και συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης, ουσιώδες συστατικό στοιχείο της συμβάσεως αγοραπωλησίας ναρκωτικής ουσίας, επομένως και αναγκαίο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων της αγοράς και της πωλήσεως αποτελεί και η συμφωνία και καταβολή ορισμένου τιμήματος. Δεν είναι όμως αναγκαίο να προσδιορίζεται με ακρίβεια το συγκεκριμένο τίμημα που συμφωνήθηκε, το οποίο μπορεί να παραμένει και άγνωστο, διότι στοιχείο των εγκλημάτων της αγοράς και της πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας είναι απλώς και μόνον η συνομολόγηση τιμήματος και όχι ποσοτικά ορισμένου τιμήματος. Περαιτέρω, από την παραπάνω διάταξη της περιπτώσεως ς', συνάγονται τα ακόλουθα: Το έγκλημα της καλλιέργειας οποιουδήποτε φυτού του γένους της καννάβεως τελείται με την ενέργεια του δράστη, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, πράξεων που συντείνουν στην γεωργική παραγωγή τέτοιων φυτών, είτε στο έδαφος είτε σε ιδιαίτερα δοχεία μικρά ή μεγάλα, χωρίς να απαιτείται και η βεβαιότητα της παραγωγής τους. Συνεπώς, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καλλιέργειας οποιουδήποτε φυτού του γένους της καννάβεως πρέπει α) να πρόκειται για φυτό του γένους της καννάβεως και β) να έχουν συντελεσθεί ειδικές και συγκεκριμένες πράξεις καλλιέργειας, δηλαδή πράξεις που συντείνουν οργανικά και λειτουργικά στη γεωργική παραγωγή των φυτών της καννάβεως. Τέτοιες πράξεις είναι η τοποθέτηση των σπόρων στο έδαφος, το οποίο έχει κατάλληλα προπαρασκευασθεί προς το σκοπό αυτό (σπορά) ή η φύτευση ή μεταφύτευση των δενδρυλλίων και η περιποίηση των δενδρυλλίων που έχουν βλαστήσει για την ταχύτερη και καλλίτερη ανάπτυξή τους με πότισμα (ύδρευση και άρδευση), σκάλισμα, λίπανση, προφύλαξη, εκρίζωση των μη ικανών προς παραγωγή ναρκωτικής ουσίας φυτών κλπ. Στοιχείο επίσης της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της καλλιέργειας αποτελεί και η έλλειψη άδειας της αρμόδιας δημόσιας αρχής για την καλλιέργεια αυτή, δεδομένου ότι αυτό το δικαίωμα ανήκει αποκλειστικά στο Κράτος. Εξ άλλου, από τη διάταξη της περιπτώσεως ζ' τιμωρείται η κατοχή των ναρκωτικών. Η έννοια της κατοχής στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις έννοιες της νομής και της κατοχής του Αστικού Δικαίου. (ΟλΑΠ 1093/91). Στο ειδικότερο πεδίο της ποινικής καταστολής των εγκλημάτων που αφορούν τις ναρκωτικές ουσίες, έχει επικρατήσει στη Νομολογία ο ακόλουθος βασικός τύπος ορισμού της έννοιας της "κατοχής ναρκωτικών": Κατοχή ναρκωτικών ουσιών είναι η φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία η εξακρίβωση και η διαπίστωση της πραγματικής κυριαρχίας πάνω στην ναρκωτική ουσία, διότι στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου έχει σημασία η πραγματική και όχι πλασματική σχέση με το πράγμα που είναι το αντικείμενο της κατοχής και δεν υπάρχει κατοχή χωρίς υλικό στοιχείο. Συνεπώς είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διαθέσεως της ναρκωτικής ουσίας. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία, αλλά και επαρκής η βούληση του προσώπου για φυσική εξουσίαση της ναρκωτικής ουσίας. Συνεπώς δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη διάνοιας κυρίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή, ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 19/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για αγορά και κατοχή από κοινού ναρκωτικών ουσιών και για καλλιέργεια φυτού του γένους κάνναβης από κοινού και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε
(5)ετών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία των κατηγορουμένων και τη διαδικασία γενικά, αποδείχθηκαν τα εξής: "Κατά τις 10.5.2003, αστυνομικοί του τμήματος Ασφαλείας Χανίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνοντο και οι μάρτυρες Γ1 και Γ2, μετέβησαν στην περιοχή ......του νομού Χανίων, προς εξακρίβωση υπηρεσιακών πληροφοριών για ύπαρξη εκεί φυτείας ινδικής κάνναβης. Μετά από εξερεύνηση του χώρου, ανακάλυψαν το σημείο (παραπλεύρως οδού που είναι παράλληλος με την οδό ......), όπου εκαλλιεργούντο σε καθορισμένο χώρο ενός αγροτεμαχίου έξι
(6)δενδρύλλια ινδικής κάνναβης ύψους 0, 80 -1, 35 μέτρων. Ο χώρος αυτός ετέθη υπό παρακολούθηση από τους αστυνομικούς, από σημείου όπου παρέμειναν κρυμμένοι, έχοντας στο οπτικό πεδίο τους τόσο τη φυτεία της ινδικής κάνναβης όσο και το δρόμο. Περί ώρα 18.30' της ίδιας ημέρας (10.6.2003), προσήλθε και στάθμευσε στο δρόμο, παραπλεύρως των φυτών της ινδικής κάνναβης (μη ορατών πάντως από το δρόμο λόγω παρεμβολής θάμνων), ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ....... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας ......, από τον οποίο το είχε χρησιδανεισθεί προ 10ημέρου όπως διατείνεται (βλ. απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού). Πίσω από το προηγούμενο αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου ακολουθούσε, με το υπ' αριθμ. ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας ......, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος, αφού στάθμευσε για ελάχιστα δευτερόλεπτα πίσω από το προηγούμενο, το προσπέρασε από αριστερά και το στάθμευσε οριστικά σε 10 - 15 μέτρα απόσταση πιο εμπρός, παραμένοντας ο ίδιος μέσα στο αυτοκίνητο σε θέση αναμονής. Αμέσως μετά κατέβηκε ο πρώτος κατηγορούμενος από το αυτοκίνητο που οδηγούσε και μετέφερε με τα χέρια του από το αυτοκίνητο, μέσα στη φυτεία της ινδικής κάνναβης, ένα χάρτινο κιβώτιο, το οποίο περιείχε 4.226, 82 γρ. ινδικής κάνναβης. Οι ενεδρεύοντες αστυνομικοί, διακρίνοντας τις ανήσυχες κινήσεις του κατηγορουμένου, επενέβησαν τότε από τον παρακείμενο υπαίθριο χώρο, όπου ήταν κρυμμένοι στους θάμνους και τον συνέλαβαν, ακολούθως δε κινήθηκαν δύο από αυτούς προς τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος δεν είχε αντιληφθεί τη γενόμενη αθόρυβη και χωρίς αντιδράσεις σύλληψη του πρώτου κατηγορουμένου, επειδή ο ίδιος είχε στραμμένη την προσοχή του και έβλεπε προς αντίθετη κατεύθυνση, εποπτεύοντας την αντίθετη πλευρά της οδού και του περιβάλλοντος αυτήν χώρου. Όταν οι αστυνομικοί έφθασαν πλησίον του δευτέρου κατηγορουμένου και αυτός τους αντιλήφθηκε από τον καθρέπτη του αυτοκινήτου του, όπου ήταν καθισμένος στη θέση του οδηγού, επιχείρησε να το θέσει σε κίνηση για να διαφύγει. Όμως, πρόλαβαν οι αστυνομικοί και άνοιξαν τη θύρα του αυτοκινήτου, στο οποίο συνέλαβαν το δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος κατείχε ποσότητα 2 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης. Το αυτοκίνητο, που ο δεύτερος κατηγορούμενος οδηγούσε, σύμφωνα με την επιγραμματική έκφραση του μάρτυρα αστυνομικού Γ2 "ήταν γεμάτο κυριολεκτικά τρίμματα και σπόρους κάνναβης" (βλ. ένορκη προανακριτική κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, της οποίας αποσπάσματα αναγνώσθηκαν προς υποβοήθηση της μνήμης του), όπως δε διευκρίνισε με την κατάθεσή του στο ακροατήριο, τρίμματα και σπόροι ινδικής κάνναβης υπήρχαν πάρα πολλοί, όχι μόνο στα δάπεδα, αλλά και στα καθίσματα του αυτοκινήτου. Η εξήγηση που δίνει ο κατηγορούμενος με την απολογία του, ότι τα υπολείμματα της ινδικής κάνναβης στο αυτοκίνητο προήρχοντο από την παρασκευή τσιγάρων προς χρήση ινδικής κάνναβης από τον ίδιο, δεν είναι πειστική, λαμβανομένης υπόψη της έκτασης διασκορπισμού των υπολειμμάτων της ινδικής κάνναβης και της ύπαρξης μαζί με αυτά και πολλών σπόρων ινδικής κάνναβης, οι οποίοι αποτελούν σαφή ένδειξη συσκευασίας συγκομισθέντων φυτών ινδικής κάνναβης (με τους σπόρους τους), μέσα στο εν λόγω αυτοκίνητο. Ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως παραδέχθηκε κατά τη σύλληψή του, ενώπιον των αστυνομικών (βλ. καταθέσεις Γ1 και Γ2 στην προδικασία και στο ακροατήριο) είχε μεταφέρει εκεί με τον δεύτερο κατηγορούμενο την ποσότητα των 4.226, 82 γρ. ινδικής κάνναβης για να την κρύψουν, ενώ για τα δενδρύλλια ινδικής κάνναβης ισχυρίσθηκε ότι ήταν δικά του και είχε σκοπό να μεταβεί το βράδυ για πότισμά τους. Επάνω επίσης ο πρώτος κατηγορούμενος έφερε το χρηματικό ποσό των 2.500 €, για το οποίο τότε έδωσε την ασαφή εξήγηση στους αστυνομικούς ότι "αποτελούσε μέρος της αξίας των ναρκωτικών" (βλ. ένορκες προανακριτικές καταθέσεις ως άνω μαρτύρων κατηγορίας) και κατασχέθηκε ως προερχόμενο από εμπορία ναρκωτικών. Οι κατηγορούμενοι, με τις απολογίες τους, ευθυγραμμίζονται σε μία διαφορετική από την προηγούμενη εκδοχή, ότι ο πρώτος είχε την κατοχή (και καλλιέργεια) της ινδικής κάνναβης και ο δεύτερος περνούσε τυχαία και, αναγνωρίζοντας το αυτοκίνητο του πρώτου, σταμάτησε για να μιλήσουν και να δει μήπως είχε κάποιο δυσάρεστο συμβάν. Οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων είναι ανακριβείς, αντιφατικοί και ανακόλουθοι και δεν αναιρούν την αποδεικτική σημασία των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και των λοιπών πειστηρίων, που οδηγούν σε δικανική πεποίθηση, ότι από κοινού κατείχαν οι κατηγορούμενοι την ακατέργαστη ινδική κάνναβη και καλλιεργούσαν τα έξι φυτά της ίδιας ναρκωτικής ουσίας για τους εξής λόγους: 1) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, με την 11.6.2003 απολογία του στην προανάκριση, ισχυρίζεται ότι περνούσε τυχαία από το δρόμο και, όταν προσπέρασε ένα αυτοκίνητο σταματημένο στην άκρη, κατάλαβε ότι ήταν του Χ2 γιατί τον είχε δει "να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο αυτοκίνητο πολλές φορές" και δεν γνώριζε αν είχε άλλο αυτοκίνητο, σταμάτησε δε, φοβούμενος ότι του είχε συμβεί κάτι, γιατί δεν είδε τον ίδιο. Ο πρώτος κατηγορούμενος, με την από 11.6.2003, επίσης προανακριτική απολογία του, ισχυρίζεται ότι ο δεύτερος "προφανώς είδε το αυτοκίνητο (αυτού) και θέλησε να σταματήσει για να (του) μιλήσει στον κεντρικό δρόμο". Όμως η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών των κατηγορουμένων δεν προκύπτει μόνο από τις στηριζόμενες σε άμεση αντίληψη ένορκες καταθέσεις των δύο μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών (οι οποίοι δίνουν μία διαφορετική εκδοχή και διαδοχή των γεγονότων), αλλά και από τις μεταγενέστερες απολογίες των κατηγορουμένων, όπως απολογία του πρώτου κατηγορουμένου, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία αυτός χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο (στο οποίο συνελήφθη) από 10ημέρου και στο διάστημα αυτό ουδέποτε συνάντησε το δεύτερο κατηγορούμενο, γεγονός που εξουδετερώνει κάθε ίχνος αξιοπιστίας του ισχυρισμού του δεύτερου κατηγορουμένου στην προανάκριση, ότι αναγνώρισε το αυτοκίνητο του πρώτου γιατί τον είδε "να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο αυτοκίνητο πολλές φορές". Με την εν λόγω απολογία του, με την οποία υποβιβάζει σε επίπεδο απλής γνωριμίας τη σχέση του με το δεύτερο κατηγορούμενο, ο πρώτος κατηγορούμενος ανατρέπει, εμμέσως πλην σαφώς, ακόμα και τη δική του προηγούμενη απολογία στην προανάκριση, ότι ο συγκατηγορούμενός του είδε το αυτοκίνητό του και (αφού το αναγνώρισε) θέλησε να σταματήσει. 2) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, εάν είχε βρεθεί τυχαία στο σημείο εκείνο, όπως διατείνεται, και είχε αναγνωρίσει το αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου, τότε λογικά θα έπρεπε ή να αποβιβασθεί όταν στάθμευσε για λίγο πίσω από αυτό ή να μετακινήσει το δικό του αυτοκίνητο (με ελιγμό) εμπρός από το προηγούμενο, στο αμέσως συνεχόμενο δεξιό τμήμα του δρόμου και να αποβιβασθεί για να ομιλήσει με το φίλο του. Αντί όμως να πράξει έτσι, ο δεύτερος κατηγορούμενος, μετακίνησε το αυτοκίνητο που οδηγούσε 10 - 15 μέτρα εμπρός από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, σε σημείο όπου μπορούσε να εποπτεύει το χώρο και να ειδοποιεί τον πρώτο για την προσέλευση οποιουδήποτε από εκείνη την πλευρά της εποπτευόμενης από αυτούς φυτείας ινδικής κάνναβης, την οποία αμφότεροι προφανώς από κοινού καλλιεργούσαν, 3) Η ύπαρξη διασκορπισμένων τριμμάτων και σπόρων ινδικής κάνναβης σε όλη την επιφάνεια των καθισμάτων και του δαπέδου του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος καταδεικνύει ότι προηγουμένως εντός αυτού μεταφέρθηκαν (και ενδεχομένως συσκευάσθηκαν) συγκομισθέντα φυτά ινδικής κάνναβης από αυτόν και τον πρώτο κατηγορούμενο, με τον οποίο έδειχνε ότι βρίσκονταν σε συνεννόηση και συντονισμό κινήσεων για την ασφαλή διεκπεραίωση της εμπορίας των ναρκωτικών που είχαν στην κατοχή τους, 4) Ο πρώτος κατηγορούμενος, για το φερόμενο από αυτόν χρηματικό ποσό των 2.500€, το οποίο, κατά τους μάρτυρες της κατηγορίας, συνδύασε με την αξία μέρους (ή το αντίτιμο) των ναρκωτικών, ισχυρίσθηκε, με την προανακριτική απολογία του, ότι "προορίζονταν αποκλειστικά για την εξόφληση ενός γραμματίου για την αγορά μιας βάρκας" και για την απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού επικαλέσθηκε (μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας) και προσκόμισε ένα ανυπόγραφο και χωρίς όνομα εκδότη εκκαθαριστικό "κίνησης λογαριασμού" των γονέων του, όπου αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι, στις 26.5.2003, έγινε από αυτούς ανάληψη ποσού 17.608 €. Ανεξάρτητα όμως από τη μειωμένη αποδεικτική αξία αυτού του εγγράφου (που δεν έχει όνομα εκδότη ούτε επωνυμία τράπεζας), δεν είναι λογικό να υποθέσει κάποιος ότι συνδυάσθηκε η εκταμίευση του ποσού των 17.508 €, στις 26.5.2003, με το κατεχόμενο από τον κατηγορούμενο στις 10.6.2003 ποσό των 2.500 δρχ., όταν η κίνηση του λογαριασμού του εμφανίζει συνεχείς αναλήψεις και πολύ μικρών ποσών σε άτακτα χρονικά διαστήματα, ενδεικτικές της βούλησης των δικαιούχων να επωφεληθούν από την αποταμίευση και πολύ μικρών ποσών και όχι να διατηρούν στην κατοχή τους ασκόπως για πολλές ημέρες μεγάλα χρηματικά ποσά και όλα αυτά, χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη της οφειλής, στην εξόφληση της οποίας ισχυρίζεται ότι απέβλεπε το κατεχόμενο από αυτόν ποσό των 2.500 €, ποσό, για το οποίο ως μόνη ευλογοφανής δικαιολογία απομένει έτσι ότι αποτελούσε το τίμημα πώλησης άλλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών από τους κατηγορουμένους σε τρίτους, αφού οι κατηγορούμενοι διέθεταν προς πώληση και άλλες ποσότητες ναρκωτικών και δεν ήταν υποψήφιοι αγοραστές τέτοιων ουσιών, 5) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, προκειμένου να δικαιολογήσει ηπιότερη γι' αυτόν μεταχείριση, επεχείρησε αδοκίμως να συνδέσει τη δική του εμπλοκή στην ανωτέρω υπόθεση με την προσέγγιση στον ίδιο χώρο δύο άλλων αυτοκινήτων, από τα οποία το ένα το οδηγούσε ο στρατιωτικός υπάλληλος ...... Γιατί ο τελευταίος, όταν αντιλήφθηκε τους αστυνομικούς, επιχείρησε, με οπισθοπορία του αυτοκινήτου του, να απομακρυνθεί και στη σπουδή του προσέκρουσε σε ένα δένδρο, ακολούθως δε μεταφέρθηκε για ανάκριση στο αστυνομικό τμήμα, χωρίς άλλη συνέπεια, πλην της κακομεταχείρισής του από τους αστυνομικούς, για την οποία μάλιστα δε διαμαρτυρήθηκε στην υπηρεσία του και πληροφορήθηκε τα γεγονότα ο διοικητής της μονάδας του, με αίτημα του ως άνω κατηγορουμένου (βλ. και από 18.11.2003 ένορκη κατάθεση μάρτυρα, η οποία, με αίτημα του δεύτερου κατηγορουμένου, αναγνώσθηκε), ο οποίος ήταν έμμισθος υπάλληλος συνεργαζόμενης με την πολεμική αεροπορία αεροναυπηγικής εταιρείας. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων, ότι προόριζαν τα ναρκωτικά αποκλειστικά για δική τους χρήση, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, τόσο λόγω μεγέθους της κατεχόμενης από αυτούς ποσότητας ινδικής κάνναβης και καλλιεργούμενων φυτών αυτής, όσο και λόγω των λοιπών περιστάσεων (κάλυψη του εσωτερικού του αυτοκινήτου του δεύτερου κατηγορουμένου με τρίμματα και σπόρους ινδικής κάνναβης, είσοδος του πρώτου στη φυτεία ινδικής κάνναβης με πρόσχημα την απόκρυψη της κατεχόμενης ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, ενώ ο δεύτερος παρακολουθούσε για να τον προειδοποιήσει σε περίπτωση κινδύνου, κατοχή από τον πρώτο του σημαντικού ποσού των 2.500 €, ως τιμήματος προηγούμενης πώλησης άλλης ποσότητας ναρκωτικών κ.λ.π.), που αποδεικνύουν συστηματική ενασχόληση των κατηγορουμένων από κοινού με την προμήθεια προς διάθεση ινδικής κάνναβης. Ο δεύτερος κατηγορούμενος προέβαλε, με τις απολογίες του στην προδικασία, τον ισχυρισμό ότι είναι τοξικομανής, χρήστης ηρωίνης και χασίς, για να συμπληρώσει, όταν προσήλθε να εξετασθεί από την ψυχίατρο - πραγματογνώμονα ..... και χρήση "κοκαΐνης σε ποσότητα 2 - 3 γραμ. ημερησίως με εισπνοές" και, με βάση τις δηλώσεις του και μόνον - χωρίς οποιαδήποτε προσωπική διαπίστωσή της - η πραγματογνώμονας τον έκρινε τοξικομανή (βλ. από .... ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη αυτής) και το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης έγινε δεκτό από την πρωτόδικη απόφαση. Κατά συνέπεια πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι αγοράς, κατοχής και καλλιέργειας ινδικής κάνναβης (ως συναυτουργοί) με το ελαφρυντικό αμφότεροι του έντιμου βίου και ο δεύτερος ως τοξικομανής". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που είναι αυτοτελής και δεν συνιστά ούτε εν μέρει απλή αντιγραφή του διατακτικού, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, μαζί με τον συγκατηγορούμενό του και μη ασκήσαντα αναίρεση, Χ2, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αφού αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να συμπεριληφθούν σ' αυτήν και τα επιπλέον, στην αίτηση αναιρέσεως, αναφερόμενα στοιχεία μεταξύ των οποίων και τα συγκροτούντα την έννοια της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης περιστατικά (σκάλισμα, πότισμα, επίβλεψη κλπ), αφού στην απόφαση, γίνεται μνεία ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ομολόγησε ότι γινόταν καλλιέργεια και ανέφερε περιστατικά συγκροτούντα την έννοιά της (όπως το από τον ίσιο πότισμα των δενδρυλλίων), που δεν αμφισβητήθηκαν από τον δεύτερο (αναιρεσείοντα) ώστε να καθίσταται περιττή η αναφορά των επί μέρους καλλιεργητικών πράξεων και στη συνέχεια αιτιολογείται η συμμετοχή και των δύο κατηγορουμένων στις παραπάνω πράξεις. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ., λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με αριθμό 4/7.2.2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά της 19/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Σεπτεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ