← Ελλάδα

ΑΠ 1996/2008 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1996 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Απορρίπτεται η αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας, ως απαράδεκτη, ως αναρμοδίως υποβληθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ έπρεπε να υποβληθεί στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, αφού η αμετάκλητη απόφαση έχει απαγγελθεί από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Αριθμός 1996/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Χ1, που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 4267/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.7.2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1338/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 427/1.11.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1+4, 138 παρ. 2β, 525 παρ. 1 περ. 2α, 527 παρ. 1+3, 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την εγχειρισθείσα την 25-7-2007 αίτηση του Χ1, περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αρ. 4267/2006 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 507). Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ.: "Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο, και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση......". Τέλος κατά την διάταξη του αρ. 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του αρ. 527 το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο Εισαγγελέα και τον αιτούντα......". ΙΙΙ) Στην υπό κρίση περίπτωση ο αιτών ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που αφορά η υπ'αρ. 4267/2006 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και ακύρωση της αποφάσεως. Με την εν λόγω απόφαση απερρίφθη ως ανυποστήρικτη έφεση του αιτούντος κατά της υπ'αρ. 16555/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως 10 μηνών για χρήση πλαστού πιστοποιητικού και χρήση υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαιώσεως. Οι λόγοι τους οποίους προβάλλει ο αιτών αφορά την ουσία της υποθέσεως: ότι επιθυμώντας να παραμείνει νόμιμα στην Ελλάδα άρχισε να ενεργεί γι'αυτό τον σκοπό εμπιστεύθηκε την έκδοση των νομιμοποιητικών του εγγράφων σε κάποιο άτομο παρουσιαζόμενο ως δικηγόρο ονόματι....., ο οποίος εν αγνοία του αιτούντος του χορήγησε πλαστή άδεια παραμονής, την οποία στην συνέχεια χρησιμοποίησε στην Νομαρχία Αθηνών για την έκδοση της αδείας εργασίας του. Κατά την κράτησή του στο Α.Τ. Μοσχάτου προς διοικητική απέλαση επέδειξε την 1-3-2004 στους αστυνομικούς την άνω άδεια παραμονής αγνοώντας ότι ήταν πλαστή. Την ίδια ημέρα κατελήφθη από τους αστυνομικούς να χρησιμοποιεί την υπ'αρ. ..... άδεια εργασίας που είχε εκδοθεί από την Διεύθυνση Εργασίας Νομαρχίας Αθηνών χρησιμοποιώντας την εν αγνοία του πλαστή άδεια παραμονής, με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί στο Β' Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και να καταδικασθεί, ως ήδη έχει εκτεθεί με την υπ'αρ. 16555/2004 απόφαση. Κατ'αυτής άσκησε έφεση η οποία απερρίφθη ως ανυποστήρικτη επειδή, ως ισχυρίζεται, δεν ήταν σε θέση να παρουσιαστεί και υπερασπιστεί τον εαυτό του. Οι λόγοι που προβάλλει για το κατ'ουσίαν παραδεκτό της αιτήσεώς του δεν αφορούν βεβαίως την απόφαση του Εφετείου που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, αλλά κατά της αποφάσεως του Β' Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών επικαλούμενος νέα στοιχεία (ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών). Από τα ανωτέρω είναι σαφές ότι η απόφαση του Εφετείου δεν είναι καταδικαστική, δεν έκρινε την ουσία της υποθέσεως και η αμετάκλητη απόφαση του εκτελείται σύμφωνα με το αρ. 546 Κ.Π.Δ. Είναι η υπ'αρ. 16555/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά συνέπεια αναρμοδίως υπεβλήθη η υπό κρίση αίτηση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, αλλά θα έπρεπε να υποβληθεί στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για να την εισαγάγει στο οικείο συμβούλιο (αρ. 527 παρ. 3 - 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) επειδή η αμετάκλητη καταδίκη έχει απαγγελθεί από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, και, κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και επιβληθούν (αρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Για τους λόγους αυτούςΠ ρ ο τ ε ί ν ω 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 25-2-2007 αίτηση του Χ1, περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αρ. 4267/2006 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών με την οποία απερρίφθη έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά της υπ'αρ. 16555/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Αθήνα 22 Οκτωβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 3 ΚΠΔ "η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 528 παρ. 1 ΚΠΔ, "αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρ. 527 το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο Εισαγγελέα και τον αιτούντα...". Στην κρινόμενη υπόθεση, ο αιτών ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, που αφορά η 4267/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και την ακύρωση της αποφάσεως. Με την ως άνω απόφαση, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεση του ήδη αιτούντος κατά της 16.555/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως 10 μηνών για χρήση πλαστού πιστοποιητικού και χρήση ψευδούς βεβαιώσεως που είχε υφαρπάξει. Οι λόγοι τους οποίους προβάλλει ο αιτών αφορούν στην ουσία της υποθέσεως. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ο αιτών ότι, επιθυμώντας να παραμείνει νομίμως στην Ελλάδα, άρχισε να ενεργεί για τον σκοπό αυτό και εμπιστεύθηκε την έκδοση των νομιμοποιητικών του εγγράφων σε κάποιο άτομο που παρουσιαζόταν ως δικηγόρος ....., ο οποίος, χωρίς να γνωρίζει ο αιτών, του χορήγησε πλαστή άδεια παραμονής, την οποία στη συνέχεια χρησιμοποίησε στη Νομαρχία Αθηνών για την έκδοση της άδειας εργασίας του. Ότι, κατά την κράτησή του στο Αστυνομικό Τμήμα Μοσχάτου, προς διοικητική απέλαση, επέδειξε την 1.3.2004 στους αστυνομικούς την άνω άδεια παραμονής, αγνοώντας ότι ήταν πλαστή. Την ίδια ημέρα κατελήφθη από τους αστυνομικούς να χρησιμοποιεί την ...... άδεια εργασίας που είχε εκδοθεί από τη Διεύθυνση Εργασίας Νομαρχίας Αθηνών, χρησιμοποιώντας τήν εν αγνοία του πλαστή άδεια παραμονής, με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί στο Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και να καταδικασθεί, όπως ήδη προαναφέρθηκε, με την 16.555/2004 απόφαση. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, επειδή, όπως ισχυρίζεται, δεν ήταν σε θέση να παρουσιαστεί και να υποστηρίξει τον εαυτό του. Με το περιεχόμενο αυτό, η αίτηση δεν στρέφεται κατά της ως άνω εφετειακής αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή του ως ανυποστήρικτη, και η οποία, συνεπώς, δεν είναι καταδικαστική, αλλά κατά της καταδικαστικής, αμετάκλητης, αποφάσεως του Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αφού με τους λόγους της αιτήσεως επικαλείται νέα στοιχεία, άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν τότε και ειδικότερα ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών. Επομένως, αναρμοδίως υποβλήθηκε η κρινόμενη αίτηση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ έπρεπε να υποβληθεί στον εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να την εισαγάγει στο οικείο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αιτούντος (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25.7.2007 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 4.267/2006 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αιτούντος κατά της 16.555/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.