← Ελλάδα

ΑΠ 2/2000 — Έγγραφα, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2 / 2000 (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Έγγραφα, Πλαστογραφία. Περίληψη: Στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνεται τόσο το τελεμοιότυπο, όσο και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου. Για την αποδεικτική ισχύ του φωτοτυπικού αντιγράφου στο ποινικό δίκαιο δεν απαιτείται η κατά το άρθρο 449 παρ.2 ΚΠολΔ βεβαίωση της ακρίβειάς του από αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο. Στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνεται τόσο το τελεμοιότυπο, όσο και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου που παρότι δεν είναι πρωτότυπα είναι δυνατόν να καταστούν υλικά αντικείμενα πλαστογραφίας. Η δημιουργία εγγράφου με την μέθοδο της φωτοτυπίας και η αλλοίωση κατά την φωτοτύπηση στοιχείων του γνησίου συνιστά κατάρτιση νέου πλαστού εγγράφου, ενώ η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει νοθευτεί συνιστά ειδική μορφή χρήσεως πλαστού. Για την αποδεικτική ισχύ του φωτοτυπικού αντιγράφου στο ποινικό δίκαιο δεν απαιτείται η κατά το άρθρο 449 παρ.2 ΚΠολΔ βεβαίωση της ακρίβειάς του από αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο. Πότε υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία και πότε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για πλαστογραφία και για απόπειρα απάτης επι δικαστηρίω κατά του κατηγορουμένου που προσκόμισε στο δικαστήριο ανεπικύρωτα και αχαρτοσήμαντα φωτοαντίγραφα των φερομένων ως πλαστών τελεμοιοτύπων, με τα οποία φέρεται ότι προσπάθησε να παραπλανήσει τους δικαστές ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών του , διότι α)δεν προκύπτει αν το Συμβούλιο απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία για νόθευση και χρήση των πρωτοτύπων ή των φωτοαντιγράφων τους και 2)το Συμβούλιο ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 13 γ και 216 ΠΚ, κρίνοντας ότι τα ανεπικύρωτα και αχαρτοσήμαντα φωτοτυπικά αντίγραφα δεν είναι έγγραφα με αποδεικτική δύναμη, υποκείμενα σε πλαστογραφία και ότι περαιτέρω δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη κατά την τακτική διαδικασία ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μη στοιχειοθετούμενης συνεπώς ούτε απόπειρας απάτης (Ολομ.ΑΠ 2/2000 Ποιν.Χρον. Ν.120). (Επιμέλεια περίληψης: Ευριπίδης Αντωνίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) Αριθμός 2/2000 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ - Β' ΣΥΝΘΕΣΗ(ΠΟΙΝΙΚΗ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Γεώργιο Βελλή, Θεόδωρο Τόλια και Κωνσταντίνο Παπαλάκη, Αντιπροέδρους, Εμμανουήλ Χαριτάκη, Ιωάννη Μυγιάκη, Αριστείδη Κρομμύδα, Ηλία Βλάσση, Κωνσταντίνο Τσαμαδό, Γεώργιο Ρήγο, Δημήτριο Ζέρβα, Δαμιανό Παπαθανάση, Θεόδωρο Λαφαζάνο-Εισηγητή, Θεόδωρο Μπάκα, Γεώργιο Χριστόφιλο, Θεόδωρο Παπαγιαννάκη, Νικόλαο Γεωργίλη, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Ανδρέα Μοσχανδρέου και Δημήτριο Παπαμήτσο, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών). Με την παρουσία του Εισαγγελέα Παναγιώτη Δημόπουλου και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2000, για να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-πολιτικώς ενάγουσας "NUNTIUS Ελληνική Χρηματιστηριακή Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για αναίρεση του 529/1999 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον .....Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το 529/1999 βούλευμά του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτό. Η αναιρεσείουσα-πολιτικώς ενάγουσα ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, του Συμβουλίου Εφετών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 1999 αίτησή της αναιρέσεως, που καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 603/

  1. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε το 1556/1999 βούλευμα του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. 'Επειτα ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Δημόπουλος, έφερε για κρίση στο Συμβούλιο την ποινική δικογραφία, που έχει σχηματισθεί κατά του πιο πάνω κατηγορουμένου, και την πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως, με την πρόταση που φέρει τον αριθμό 27/19.1.2000 και στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα : "Κατά το άρθρο 13 γ' εδ. α' ΠΚ έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Κατά δε το εδ. β' του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1805/1988, έγγραφο είναι και κάθε μέσο το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό μαγνητικό ή άλλο τρόπο για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό, στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφ' όσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία. Ως προς την προσθήκη της διατάξεως αυτής αναφέρεται στη σχετική εισηγητική έκθεση ότι με αυτήν συμπληρώνεται η περίπτωση γ' του άρθρου 13 ΠΚ με τρόπο ώστε στην έννοια του εγγράφου να περιληφθούν όλα τα μέσα που χρησιμοποιούνται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή για την με μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή κοινό τρόπο εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή πληροφοριών και στοιχείων όπως είναι οι σκληροί δίσκοι, δισκέτες, κασέτες, συστήματα ηλεκτρονικής αποθήκευσης πληροφοριών, χαρτί εκτυπωτή κλπ. Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης αυτής κρίθηκε σκόπιμο να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο η έννοια του εγγράφου, ώστε να περιλάβει και κάθε άλλο υλικό, στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα ή ήχος, εφ' όσον τα στοιχεία αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομες συνέπειες. Με την διεύρυνση αυτή της εννοίας του εγγράφου είναι δυνατό, εφ' όσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της πλαστογραφίας (άρθρο 216 ΠΚ) στην περίπτωση εξ υπαρχής κατάρτισης, αλλοίωσης ή μεταβολής των μέσων αυτών με την εισαγωγή, προσθήκη ή αφαίρεση κλπ στοιχείων. Η συμπλήρωση αυτή είναι αναγκαία για την προσαρμογή του νόμου στις τεχνολογικές και κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις, αλλά και προς την πάγια πλέον νομολογία του Αρείου Πάγου, η οποία θεωρεί έγγραφα όλα τα παραπάνω μέσα, όπως επίσης και για την εναρμόνιση του άρθρου 13 με το άρθρο 444 Κ.Πολ.Δ. ( με το οποίο ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται φωτογραφικές ή κινηματογραφικές παραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση). Εκ τούτων καθίσταται πρόδηλο ότι της κατά τα άνω διευρύνσεως της εννοίας του εγγράφου κατά τα άρθρα 13 γ' και 216 ΠΚ δεν εκφεύγει η τηλεομοιοτυπία, η οποία αποτελεί πιστή αναπαραγωγή από απόσταση κειμένων, σχεδίων και κάθε μορφής εντύπων και συγκεκριμένως τα τηλεομοιότυπα, δηλαδή τα λαμβανόμενα αντίτυπα στο σταθμό λήψης (άρθρο 2 παρ. 2 του Κανονισμού Συνδρομητικής Τηλεομοιοτυπίας ΦΕΚ Β 167/8.3.1989). 'Αλλωστε συνηγορεί σθεναρώς υπέρ της απόψεως αυτής και το γεγονός ότι ήδη έχουν θεσπισθεί διατάξεις, οι οποίες αναφέρονται στο τηλεομοιότυπο ως έγγραφο όπως, παραδείγματος χάριν, εκείνη περί της εγγράφου συμφωνίας για διαιτησία του άρθρου 869 Κ.Πολ.Δ. Σημειωτέον προς τούτοις ότι η νομολογία του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1249/1990 Π.Χρ. ΜΑ 538) είχε ήδη δεχθεί, προ της κατά τα άνω συμπληρώσεως του άρθρου 13γ ΠΚ, την ιδιότητα του εγγράφου για το, σχετικό προς το τηλεομοιοτύπημα, τηλετύπημα (TELEX). Περαιτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι και τα φωτοτυπικά αντίγραφα (γενικώς), έστω και ανεπικύρωτα, συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 13γ'ΠΚ όχι μόνο ενόψει των παραπάνω παρατεθέντων, αλλά κυρίως γιατί έχει καθιερωθεί πλέον να γίνονται δεκτά στις συναλλαγές προς απόδειξη της υπάρξεως των εγγράφων, για τα οποία εκδόθηκαν. Και δεν είναι άσκοπο εν προκειμένω να μνημονευθεί ότι η νομολογία του Αρείου Πάγου είναι ήδη παγία επί του θέματος αυτού /ΑΠ. 1124/1998 αδήμ. ΑΠ 157/1998 Π.Χρ. ΜΗ 781, 456/1995 Π.Χρ. ΜΕ 766 κ.α.). Κατόπιν αυτών προτείνω να γίνει δεκτή η κατά τα άνω διατυπωθείσα άποψη μου και να αναπαραπεμφθεί η υπόθεση στο ΣΤ' Τμήμα του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, προκειμένου τούτο να εξαντλήσει την δικαιοδοσία του επί όλων των λόγων αναιρέσεως των προταθέντων δια της από 2 Απριλίου 1999 αιτήσεως αναιρέσεως της παρισταμένης ως πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας "NUNTIUS ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", εδρευούσης στην Αθήνα και νομίμως εκπροσωπουμένης, κατά του υπ' αρ. 529/1999 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Γυπαράκης " Αφού άκουσε τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Δημόπουλο, που αναφέρθηκε στην παραπάνω πρόταση κι' έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
  2. Επειδή νομίμως εισάγεται στην Ολομέλεια η παρούσα υπόθεση λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος των τιθέμενων με τους παραπεμπόμενους λόγους ζητημάτων.
  3. Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ στοιχείο του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι η κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου με σκοπό την παραπλάνηση άλλου, με τη χρήση του, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια, δηλαδή είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (ΟλΑΠ 855/1978). Εξάλλου κατά το άρθρο 13 περίπτ. γ' ΠΚ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1805/1988 "έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός έγγραφο είναι και κάθε μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή , αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα, που έχουν έννομη σημασία." Στην έννοια αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται τόσο το τηλεομοιότυπο (TELEFAX), που διαβιβάζεται σε σταθμό λήψεως με πιστή αναπαραγωγή, από απόσταση, κειμένων, σχεδίων ή εικόνων, με τη βοήθεια καταλλήλων τερματικών διατάξεων, όσο και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, με μηχανικό τρόπο, ενώ διαφέρουν κατά το ότι το φωτοτυπικό αντίγραφο αναπαράγεται από μία συσκευή (φωτοτυπικό μηχάνημα), ενώ το τηλεομοιότυπο αναπαράγεται, από απόσταση, αφού χρησιμοποιηθούν δύο συσκευές τηλεομοιοτυπίας, μία για τη μεταβίβαση και μία για τη λήψη, σε συνδυασμό με τηλεφωνική συσκευή. Επομένως το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιστό τηλεομοιότυπο ή φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και επομένως μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. 'Ετσι και τα έγγραφα αυτά, παρ' ότι δεν είναι πρωτότυπα, είναι δυνατόν να καταστούν υλικό αντικείμενο πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστού ή νόθευσης). Η δημιουργία εγγράφου με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και η αλλοίωση, κατά τη φωτοτύπηση, στοιχείων του γνησίου εγγράφου συνιστά κατάρτιση νέου πλαστού εγγράφου, ενώ η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει ήδη νοθευτεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσεως πλαστού εγγράφου. Εξάλλου από την ίδια διάταξη του άρθρου 13 περιπτ. γ' ΠΚ συνάγεται ότι η αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, με την πιο πάνω ευρεία έννοια δεν συμπίπτει κατ' ανάγκην, με την αποδεικτική δύναμη που έχουν τα έγγραφα, ως μέσα αποδείξεως, κατά την πολιτική δικονομία και επομένως δεν είναι απαραίτητο να ερευνάται, αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες της. Κατά συνέπεια στο χώρο του ποινικού δικαίου το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο με την πιο πάνω έννοια, χωρίς να απαιτείται η, κατά το άρθρο 449 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., βεβαίωση της ακριβείας του από αρμόδιο, κατά το νόμο, πρόσωπο. Περαιτέρω έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως του απαλλακτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1, στοιχ. ε' ΚΠοινΔ συντρέχει, όταν δεν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση και αποκλείουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε, ότι από τα περιστατικά αυτά δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1, στοιχ. β' ΚΠοινΔ , υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
  4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού έκρινε, ότι το τηλεομοιότυπο είναι έγγραφο και ότι δεν είναι έγγραφο το ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα τις εξής παραδοχές : 'Ότι ο κατηγορούμενος, με την αγωγή 11099/1994 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε, ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία NUNTIUS Ελληνική Χρηματιστηριακή ΑΕ, χρησιμοποιώντας τον υπάλληλό της ....., πραγματοποίησε επ' ονόματι και για λογαριασμό του κατηγορουμένου, ως εντολέα και πελάτη της, τις αναφερόμενες στην αγωγή χρηματιστηριακές συναλλαγές και εξέδωσε στο όνομά του τα αντίστοιχα πινακίδια εκτελέσεως εντολών, δηλωτικά των σχετικών χρηματιστηριακών πράξεων και, ενώ εισέπραξε το τίμημα και την προμήθειά της , δεν παρέδωσε στον ενάγοντα-κατηγορούμενο τους τίτλους των μετοχών. Κατά τη συζήτηση της αγωγής, την 18.10.1995, ο κατηγορούμενος στις προτάσεις του ανέφερε, ότι προσκομίζει και επικαλείται αντίγραφα των πινακιδίων αγοράς μετοχών ....., ....., ...., .... και των πινακιδίων πώλησης μετοχών του ...., ....., ...., τα οποία του απέστειλε η εναγομένη στην οικία του, μέσω του τηλεομοιοτυπικού μηχανήματός της (FAX) από τον τηλεφωνικό αριθμό των γραφείων της ...... Για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού προσκόμισε επτά

(7)ανεπικύρωτα φωτοαντίγραφα των πιο πάνω πινακιδίων αγοράς και πώλησης μετοχών, στα οποία αναγράφεται ο αριθμός σύνδεσης της δικής της τηλεομοιοτυπικής συσκευής "FAX ......" στο πάνω δεξιό τμήμα τους, δείχνοντας έτσι τον αποστολέα τους. Η εταιρεία αυτή, στην από 24.10.1995 μήνυσή της κατά του κατηγορουμένου, ισχυρίζεται, ότι τα φωτοαντίγραφα αυτών των 7 τηλεομοιοτύπων είχε νοθεύσει ο κατηγορούμενος ως προς την ένδειξη του πραγματικού αποστολέα προς αυτόν και συγκεκριμένα είχε σβήσει- απαλείψει, αφαιρέσει κατά την εξαγωγή των φωτοαντιγράφων την εκτυπωμένη ένδειξη του πραγματικού αποστολέα, δηλαδή "FAX FROM .....", ώστε να παραμείνει μόνο η ένδειξη της μηνύτριας και να φαίνεται, ότι η τελευταία είχε συμβληθεί απευθείας με τον κατηγορούμενο. Με τα φωτοαντίγραφα των νοθευμένων αυτών τηλεομοιοτύπων προσπάθησε ο κατηγορούμενος να παραπλανήσει τους δικαστές για την αλήθεια των αγωγικών του ισχυρισμών, ώστε να εκδοθεί ευνοϊκή, για αυτόν, απόφαση. Περαιτέρω περιλαμβάνονται στο βούλευμα οι παραδοχές ότι, εφόσον ο κατηγορούμενος προσκόμισε ανεπικύρωτα και αχαρτοσήμαντα φωτοαντίγραφα των φερομένων ως πλαστών τηλεομοιοτύπων, που δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του νόμου, δεν στοιχειοθετείται, κατά την αντικειμενική της υπόσταση η πράξη της πλαστογραφίας, ενώ περαιτέρω, και ανεξάρτητα από αυτά, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε η επικαλούμενη νόθευση των τηλεομοιοτύπων με αφαίρεση, απόσβεση ή απάλειψη της ένδειξης των στοιχείων του φερόμενου ως αποστολέα ....... Ότι για τον ίδιο λόγο, δηλαδή, επειδή τα φωτοαντίγραφα των τηλεομοιοτύπων που προσκομίστηκαν ήταν ανεπικύρωτα και αχαρτοσήμαντα, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη κατά την τακτική διαδικασία, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και κατά συνέπεια, εφόσον δεν μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου, δεν στοιχειοθετείται ούτε η πράξη της απόπειρας απάτης. Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλ' ούτε και νόμιμη βάση, καθόσον, τόσο ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου της μήνυσης, που υπέβαλε η πολιτικώς ενάγουσα κατά του κατηγορουμένου, όσο και ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, ότι προέκυψαν, αναφέρεται, αντιφατικά, κατά τον προσδιορισμό των ίδιων πραγματικών περιστατικών, αφενός σε νόθευση των πιο πάνω τηλεομοιοτύπων, ως προς ορισμένη ένδειξή τους, κατά την εξαγωγή των φωτοτυπικών αντιγράφων, και αφετέρου σε νόθευση του σώματος των φωτοτυπικών αντιγράφων, ως προς την ίδια ένδειξη. 'Ετσι δεν προκύπτει με σαφήνεια, αν το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για νόθευση και χρήση των πρωτότυπων τηλεομοιοτύπων ή των φωτοτυπικών αντιγράφων τους. Περαιτέρω με το να κρίνει το Συμβούλιο ότι τα πιο πάνω ανεπικύρωτα φωτοτυπικά αντίγραφα δεν είναι έγγραφα με αποδεικτική δύναμη, υποκείμενα σε πλαστογραφία (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση) έσφαλε, βάσει όσων προαναφέρθηκαν, ως προς την ερμηνεία των άρθρων 13 περιπτ. γ' και 216 παρ. 1 ΠΚ. Κατά συνέπεια είναι βάσιμοι και οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως που έχουν παραπεμφθεί στην Ολομέλεια και αναφέρονται στις πιο πάνω πλημμέλειες του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και ε' Κ.Ποιν.Δ. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς την κρίση του, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία τόσο για την πράξη της πλαστογραφίας, όσο και για την πράξη της απόπειρας απάτης, ως προς την οποία θεώρησε ότι δεν στοιχειοθετείται, για το λόγο ότι έγινε με την επίκληση και προσαγωγή στο δικαστήριο φωτοτυπικών αντιγράφων, τα οποία δεν ήταν, τάχα, έγγραφα. Περαιτέρω, μετά την πλήρη αναίρεση του βουλεύματος, παρέλκει η έρευνα των λόγων αναιρέσεως, που δεν έχουν παραπεμφθεί στην Ολομέλεια, και αναφέρονται σε άλλες ελλείψεις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και σε έλλειψη νόμιμης βάσης καθώς και σε απόλυτη ακυρότητα. Πρέπει συνεπώς να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που είχαν συμμετάσχει (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το βούλευμα 529/1999 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Συμβούλιο. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 9 Μαρτίου 2000 και εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2000. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΗΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.