← Ελλάδα

ΑΠ 2/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Περίληψη: Παράβαση Α.Ν. 86/

  1. Σε περίπτωση καταδικαστικής αποφάσεως για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, ο χρόνος τελέσεως της πράξεως είναι αναγκαίο να αναφέρεται στην αιτιολογία, όταν αυτός επηρεάζει το ζήτημα της παραγραφής. Όταν ο εργοδότης δεν είναι φυσικό πρόσωπο, αλλά νομικό (εταιρεία), πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση η εταιρική μορφή του νομικού προσώπου, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση, που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρεία, ώστε να προκύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Λόγος αναιρέσεως - Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως. ΑΡΙΘΜΟΣ 2/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπλάνα, περί αναιρέσεως της 62524/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 87/
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967 τιμωρείται με τις αναφερόμενες ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις ποινές, που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτούς (εργατικές) με σκοπό αποδόσεως τους στους Οργανισμούς της παρ. 1 και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών τών ασφαλισμένων, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή τών μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό τών οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως Ι.Κ.Α. ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος τού μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 τού Α.Ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος τού επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967 αποφάσεως (καθυστέρηση καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ) πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν, τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων που είναι η απασχόληση κατά συγκεκριμένο χρόνο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένου στον ως άνω Οργανισμό προσωπικού, από τον οποίο (χρόνο απασχολήσεως) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές τού προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ ΑΠ 1/1996) καθώς και αναφορά, αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή τής τελευταίας και η θέση τού κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει η ιδιότητα του φερόμενου ως υπόχρεου για παρακράτηση ή απόδοση των εισφορών. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Τέλος, η απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' τού ίδιου Κώδικα, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που αν αληθεύουν, συνεπάγονται την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, του αποκλεισμού ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, εφόσον όμως περιέχουν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 62.524/2007 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω: "ο α' κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που τού αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι στην Αθήνα με την ιδιότητα του Προέδρου τού Διοικητικού Συμβουλίου τής εταιρίας με την επωνυμία "Ε - SERVICE ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και σκοπό τις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών, και έχοντας απασχολήσει, κατά τη χρονική περίοδο από 9/2002 έως 6/2003 η επιχείρηση αυτή προσωπικό, σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλίζονταν στο ΙΚΑ και όφειλε να καταβάλει για την ασφάλιση τους στο άνω ταμείο τις πιο πάνω εισφορές ποσού 40.000 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες τού επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία για τη μη καταβολή των οποίων συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ...ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται μισθωτοί με ύψος αποδοχών 130.459,10 ευρώ και η οποία ουδέποτε μέχρι σήμερα ακυρώθηκε και μάλιστα διά τής 3491/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες και έκρινε την ανακοπή κατά τής διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής τών βαρυνουσών τον ίδιο εργοδοτικών εισφορών, ποσού 27.000 €, δεν κατέβαλε αυτές στο ΙΚΑ, εντός μηνός από τότε που αυτές έγιναν απαιτητές και έχοντας παρακρατήσει τις εισφορές των εργαζομένων στην επιχείρηση (εργατικές) ποσού 13.000 € με σκοπό την απόδοση τους, δεν τις κατέβαλε στο ΙΚΑ μέσα στο μήνα που έγιναν απαιτητές, αλλά τις ενσωμάτωσε στην περιουσία της". Με τις σκέψεις αυτές το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "στην Αθήνα, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "Ε - SERVICE ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ΑΜΕ ή ΑΜΟΕ ... απόφαση ΑΓΜ ΥΠΟΚ/ΜΑ ΙΚΑ ..., είδος επιχείρησης ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ, δηλαδή Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 09/02 έως 6/03 στην επιχείρηση του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές - πόρους, 40.000 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ... ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται μισθωτοί με ύψος αποδοχών 130.459,10 ευρώ συνολικά.
  3. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για τον Ειδικό Λογαριασμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης) ποσού 27.000 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.
  4. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (εργατικές) ποσού 13.000 ευρώ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, όπως παραδεκτά συμπληρώνεται το σκεπτικό από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, ο οποίος, ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εργοδότριας εταιρείας, και διευθύνων σύμβουλος αυτής, ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της, ιδιότητα την οποία άλλωστε ούτε ο ίδιος αμφισβήτησε ενώπιον του Εφετείου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τών πραγματικών αυτών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αιτιολογία τής αποφάσεως είναι τυπική, με ελάχιστη διαφοροποίηση από το διατακτικό της και δη δεν διαλαμβάνει τις υπόλοιπες ιδιότητες του κατηγορουμένου, πλην εκείνης του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, ήτοι του διαχειριστή, του νομίμου εκπροσώπου, του εντεταλμένου ή του διευθύνοντος συμβούλου, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του συνηγόρου τού αναιρεσείοντος ότι η αναφερόμενη πράξη επιβολής εισφορών (ΠΕΕ) κατέστη ανενεργή και άκυρη δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, κατά την αναφερόμενη παραπάνω, στη μείζονα σκέψη, έννοια, αλλά αρνητικό τής κατηγορίας ισχυρισμό και ως εκ τούτου, αν και δεν είχε το Δικαστήριο τής ουσίας υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν, εν τούτοις, αιτιολογημένως απάντησε ότι ουδέποτε η ανωτέρω ΠΕΕ ακυρώθηκε με απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Τέλος, από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο χρόνος τελέσεως είναι το διάστημα από το τέλος του Οκτωβρίου του έτους 2002 έως το τέλος του Ιουλίου του έτους 2003, αφού, όπως προαναφέρεται, έγινε δεκτό με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ότι η επιχείρηση απασχόλησε κατά τη χρονική περίοδο από 9/2002 έως 6/2003 προσωπικό, σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλίζονταν στο Ι ΚΑ και όφειλε να καταβάλει για την ασφάλιση τους στο άνω ταμείο εισφορές ποσού 40.000 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες τού επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, οπότε κατά τον χρόνο της εκδικάσεως της υποθέσεως (στον πρώτο βαθμό στις 28 Ιουνίου 2006 και στον δεύτερο βαθμό στις 13 Νοεμβρίου 2007) δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ενόψει αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά της 62.524/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου
  5. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιανουαρίου
  6. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.