Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 20 / 2001 (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ε.Σ.Δ.Α., Σύνταγμα, Οίκος ευκτήριος. Περίληψη: Έννοια "ευκτήριου οίκου" και έννοια "ναού". Ορθή η καταδίκη για παράβαση του άρθρου 1 α.ν. 1363/1938 της κατηγορουμένης, η οποία, ως νόμιμη εκπρόσωπος αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, έθεσε σε λειτουργία ευκτήριο οίκο της βουδιστικής θρησκείας χωρίς άδεια του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η ελευθερία εκδηλώσεως των θρησκευτικών πεποιθήσεων, ειδικότερη μορφή της οποίας αποτελεί η άσκηση της λατρείας, υπόκειται σε περιορισμούς που επιβάλλονται από την δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, καθώς και από την απαγόρευση του προσηλυτισμού. Το σύστημα αδείας για την ίδρυση ευκτήριου οίκου στοχεύει στην προστασία της δημοσίας τάξεως και κατ' αρχήν δεν αντίκειται στα άρθρα 13 παρ. 1 και 2 του Συντ. και 9 παρ. 1 και 2 της ΕΣΔΑ, μόνο όμως όσον αφορά τον έλεγχο των προϋποθέσεων που τίθενται από τα εν λόγω άρθρα (γνωστή θρησκεία, μη προσβολή της δημοσίας τάξεως ή των χρηστών ηθών, μη άσκηση αθέμιτου προσηλυτισμού), καθώς και των τυπικών προϋποθέσεων που απαιτούνται εκ των διατάξεων του α.ν. 1363/1938 και του εκτελεστικού του διατάγματος της 20.5/2.6.
- Κατά την αντίθετη γνώμη δύο μελών του Δικαστηρίου οι διατάξεις των αρθρου 1 α.ν. 1363/1938 και 1 παρ. 3 β.δ. της 20.5/2.6.1939 είναι αντισυνταγματικές και αντίθετες προς το αρ. 9 της ΕΣΔΑ, διότι η απαίτηση προηγούμενης διοικητικής άδειας για την ίδρυση και την θέση σε λειτουργία των κρίσιμων χώρων εξαρτά την "λατρεία" από προηγούμενη άδεια με συνέπεια να εμποδίζεται έτσι "προληπτικώς" η ελευθερία της λατρείας, ενώ τόσο το Σύνταγμα όσο και η ΕΣΔΑ αποκλείουν κάθε προληπτικό έλεγχο. Ομόφωνα γίνεται δεκτό ότι στο βαθμό που κατά την παρ. 3 του αρ. 1 του εκτελεστικού β.δ. της 20-5/2-6-1939 η χορήγηση της υπό κρίση άδειας επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως. Η ρύθμιση αυτή συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό της ελευθερίας της θρησκευτικής λατρείας και αντίκειται στα αρθρα 13 παρ. 1 Συντ. και 9 της ΕΣΔΑ. Κατά τα λοιπά, όμως, δεν θίγεται η ισχύς του ως άνω συστήματος χορήγησης αδείας για την ίδρυση ευκτήριου οίκου, ούτε καθίστανται αντισυνταγματικές και αντίθετες προς την ΕΣΔΑ οι λοιπές διατάξεις του α.ν. 1363/1983 και του εκτελεστικού του διατάγματος. Κατά την αντίθετη άποψη δύο μελών του Δικαστηρίου δεν νοείται μερική αντισυνταγματικότητα και μερική αντίθεση στο αρθρο 9 της ΕΣΔΑ της ως άνω ρυθμίσεως. Κρίνεται ορθή η καταδίκη για παράβαση του άρθρου 1 α.ν. 1363/1938 της κατηγορουμένης, η οποία, ως νόμιμη εκπρόσωπος αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, έθεσε σε λειτουργία ευκτήριο οίκο της βουδιστικής θρησκείας χωρίς άδεια του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Κατά την αντίθετη γνώμη της μειοψηφίας δεν είναι αξιόποινη η παράλειψη της αναιρεσείουσας να ζητήσει την ως άνω άδεια, διότι η σχετική ρύθμιση αποβαίνει ανεφάρμοστη, αφού ο όρος της κατά διακριτική ευχέρεια κρίσεως της Διοικήσεως περί του αν συντρέχει πραγματική ανάγκη χορηγήσεως της αδείας κρίθηκε ομοφώνως ανίσχυρος. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτει για ποιο λόγο τα επίμαχα ανεγερθέντα κτίσματα, τα οποία κατά τις παραδοχές της πολεοδομικής αδείας ήσαν παραθεριστικές κατοικίες, αποτελούν "ευκτήριο οίκο", ήτοι είδος ναού, και όχι απλά κτίσματα ή χώρους διαμονής προσώπων που επιθυμούν να μυηθούν στις βουδιστικές δοξασίες και πρακτικές. Αντίθετη μειοψηφία(Ολομ. ΑΠ 20/2001 Ποιν.Χρον. ΝΒ. 403) (Επιμέλεια περίληψης: Ευριπίδης Αντωνίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) Αριθμός 20/2001 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ- Β' ΣΥΝΘΕΣΗ(ΠΟΙΝΙΚΗ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β' Σύνθεσης : Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Ευάγγελο Κρουσταλάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Καρατζά, Χαράλαμπο Γεωργακόπουλο, Πέτρο Κακκαλή, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Γρηγόριο Φιλιππάτο, Δημήτριο Ζέρβα, Θεόδωρο Λαφαζάνο, Νικόλαο Γεωργίλη, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Κωνσταντίνο Βαλμαντώνη, Δημήτριο Παπαμήτσο, Γεράσιμο Σιμόπουλο, Αθανάσιο Κρητικό, Ρωμύλο Κεδίκογλου, Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Χρήστο Μπαλντά, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Ανάργυρο Πλατή, Ευριπίδη Αντωνίου και Χρήστο Μπαβέα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Αντιπροέδρων και Αρεοπαγιτών). Με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Διονυσίου Κατσιρέα και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου.. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Καταστήματός του την 20 Σεπτεμβρίου 2001, για να δικάσει την αίτηση της ....., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9545/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 9545/2000 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν. Η αναιρεσείουσα ζητάει τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2000 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1639/
- Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 886/2001 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Αφού άκουσε τον Εισαγγελέα που ζήτησε να γίνει δεκτή η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτώς εισάγεται στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 και 2 του ν. 1756/1988 «Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών», όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις με την παρ. 1 εδάφ. 1 και 2 του άρθρου 16 ν. 2331/1995 και την παρ. 6 του άρθρου 3 ν. 2479/
- Η αίτηση αυτή πρέπει να ερευνηθεί από την Ολομέλεια παρά την απουσία της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, η οποία έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως να εμφανισθεί ενώπιον της Ολομελείας, όπως προκύπτει από το από 13 Ιουνίου 2001 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή...... διότι η διάταξη του άρθρου 514 εδάφ. α' ΚΠΔ, κατά την οποία, αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος που κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, ως ανυποστήρικτη, δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που η αίτηση αναιρέσεως συζητήθηκε ενώπιον του οικείου ποινικού Τμήματος, με παρόντα τον αναιρεσείοντα, ακολούθως δε παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια με απόφαση του Τμήματος αυτού (Ολ.ΑΠ 4/1996). 2.Με την ομόφωνη απόφαση 886/2001 του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου η από 7 Σεπτεμβρίου 2000 αίτηση της.... για αναίρεση της 9545/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να αποφανθεί επί των προβαλλόμενων δι' αυτής δύο λόγων αναιρέσεως, λόγω του γενικότερου ενδιαφέροντος που παρουσιάζει το ζήτημα που ανακύπτει, κατά την έρευνα των λόγων αυτών. 3.Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, κήρυξε την ήδη αναιρεσείουσα ένοχη του ότι το τελευταίο τρίμηνο του έτους 1994 στη θέση ...., με την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού σκοπού, με την επωνυμία «.....», έθεσε σε λειτουργία ευκτήριο οίκο της βουδιστικής θρησκείας, χωρίς άδεια του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ήτοι για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 1363/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 1672/1939, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 3 του Β.Δ/τος της 20 Μαϊου/2 Ιουνίου 1939, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του παραπάνω Α.Νόμου. Την καταδικαστική αυτή απόφαση η κατηγορουμένη πλήττει με τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Ε' και Δ' του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, δηλαδή : α) για εσφαλμένη εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, διότι τη θεωρεί ως καταργηθείσα με τα άρθρα 111 σε συνδ. με 13 παρ. 1 του Συντάγματος και ανίσχυρη κατά το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και β) για έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. 4.Στο άρθρο 13 του Συντάγματος ορίζεται : «
- Η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.
- Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται…». Ενώ κατά το άρθρο 111 παρ. 1 του Συντάγματος «Κάθε διάταξη νόμου ή διοικητικής πράξης με κανονιστικό χαρακτήρα, που είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, καταργείται από την έναρξη της ισχύος του…». Στο άρθρο 9 της εν Ρώμη την 4ην Νοεμ. 1950 υπογραφείσης Συμβάσεως «δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, ορίζεται : «
- Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας. Το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως ή συλλογικώς δημοσία ή κατ' ιδίαν, δια της λατρείας, της παιδείας, και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών.
- Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία, δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και της ηθικής ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων». Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 1 του Α.Ν. 1363/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 1672/1939 «Περί κατοχυρώσεως διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του εν ισχύι Συντάγματος: «Δια την ανέγερσιν ή λειτουργίαν Ναού οιουδήποτε δόγματος προαπαιτείται άδεια της οικείας ανεγνωρισμένης εκκλησιαστικής αρχής και του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, κατά τα δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, ειδικώτερον καθορισθησόμενα. Ναοί ή ευκτήριοι οίκοι από της δημοσιεύσεως του κατά την προηγουμένην παράγραφον Β.Δ/τος, ανεγειρόμενοι ή λειτουργούντες άνευ της τηρήσεως των εν αυτώ διατυπώσεων ή εγκαθιστάμενοι και λειτουργούντες εντός οικημάτων ή αποθηκών ή οιασδήποτε φύσεως κτισμάτων ή στεγάστρων κατά μετατροπήν πάντων τούτων, κλείονται και σφραγίζονται υπό της οικείας Αστυνομικής Αρχής, απαγορευομένης της λειτουργίας αυτών , οι δ' ανεγείροντες ή θέντες εις λειτουργίαν τιμωρούνται δια χρηματικής ποινής 50.000 δραχμών και φυλακίσεως 2 μέχρις 6 μηνών». Κατά δε το άρθρο 1 παρ. 3 του Β/Δτος της 20 Μαϊου/2 Ιουνίου 1939 «Περί εκτελέσεως διατάξεων του Α.Νόμου υπ' αριθ. 1672/1939 περί τροποποιήσεως του Α.Νόμου υπ' αριθ. 1363/1938 περί κατοχυρώσεως των άρθρ. 1 και 2 του εν ισχύι Συν/τος» : Δια την χορήγησιν αδείας ανεγέρσεως ή λειτουργίας ευκτηρίου οίκου ή θρησκευτικού εντευκτηρίου δεν έχουσιν εφαρμογήν αι διατάξεις της παρ. 1 εδάφ. α' και β' του παρόντος, επαφιεμένης εις το Υπουργείον Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας της κρίσεως, εάν συντρέχουσιν ουσιαστικοί λόγοι προς χορήγησιν της σχετικής αδείας. Προς τούτο οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουσι δια του ποιμένος αυτών αίτησιν εις το Υπουργείον Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας ενυπόγραφον, κεκυρωμένην, ως προς το γνήσιον της υπογραφής υπό του Δημάρχου ή Προέδρου της Κοινότητος. Εν τη αιτήσει αναγράφονται και αι διευθύνσεις των κατοικιών των αιτούντων. Κατά τα λοιπά ισχύουσιν αι διατάξεις του εδαφ. γ' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου». Κατά το τελευταίο δε αυτό εδάφιο γ' της παρ. 1 του πιο πάνω Β.Δ/τος ο Υπουργός Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας δύναται να αποδεχθεί την αίτηση ή και να την απορρίψει, αν κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι πραγματικοί λόγοι που επιβάλλουν την ανέγερση ή λειτουργία ευκτήριου οίκου ή θρησκευτικού εντευκτηρίου ή δεν έχουν τηρηθεί οι παραπάνω διατάξεις». Κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α., προκύπτει ότι η ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων , ειδικότερη μορφή της οποίας αποτελεί η άσκηση της λατρείας, υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλονται από τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη (Ολ. ΣτΕ 2281/2001), καθώς και από την απαγόρευση του προσηλυτισμού (που δεν κρίθηκε ασύμβατη προς την Ε.Σ.Δ.Α. με την απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. της 25.5.1993 στην υπόθεση..... κατά Ελλάδος). Εξάλλου από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 1 του Α.Ν. 1363/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 1672/1939, και του από 20 Μαϊου / 2 Ιουνίου 1939 εκτελεστικού διατάγματος, προκύπτει ότι για την ανέγερση ή θέση σε λειτουργία ναού οποιουδήποτε δόγματος ή ευκτήριου οίκου, απαιτείται άδεια του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, το οποίο, όμως, έχει την ευχέρεια να μη χορηγήσει την άδεια όταν κρίνει ότι η ανέγερση ή θέση σε λειτουργία του ναού ή του ευκτήριου οίκου δεν εξυπηρετεί στη συγκεκριμένη περίπτωση πραγματική ανάγκη της θρησκευτικής κοινότητας, την οποία συγκροτούν οι υποβαλόντες την αίτηση. Περαιτέρω, ως «ευκτήριος οίκος» νοείται, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, ναός μικρού σχετικά μεγέθους, διαμορφωμένος σε ιδιωτικό ακίνητο και προορισμένος να λειτουργήσει ως τόπος λατρείας του Θεού από περιορισμένο κύκλο ανθρώπων, σε αντίθεση με τον «ναό», που είναι αφιερωμένος στη δημόσια λατρεία του Θεού από οποιαδήποτε πρόσωπα, χωρίς διάκριση. Ναός δε, κατά την κοινώς γνωστή έννοια του όρου, υπό την οποία προδήλως χρησιμοποιείται ο όρος αυτός και στην προαναφερθείσα διάταξη, είναι οικοδόμημα αφιερωμένο στη λατρεία Θεών. Κατά τη γνώμη που πλειοψήφησε το σύστημα αδείας για την ίδρυση ευκτήριου οίκου, που καθιερώνεται με τον Α.Ν. 1363/1938 (όπως ισχύει) και το εκτελεστικό διάταγμα της 20-5/2-6-1939, στοχεύει στην προστασία της δημόσιας τάξης και είναι κατ' αρχήν συμβατό τόσο προς το άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος όσο και προς το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 της Ε.Σ.Δ.Α., μόνο όμως κατά το μέρος που το σύστημα αυτό περιορίζεται στον έλεγχο των προϋποθέσεων που τίθενται από τα άρθρα 13 παρ. 2 του Συντάγματος και 9 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. (γνωστή θρησκεία, μη προσβολή της δημόσιας τάξης ή των χρηστών ηθών, μη άσκηση αθέμιτου προσηλυτισμού), καθώς και των τυπικών προϋποθέσεων που απαιτούνται από τις διατάξεις του Α.Ν. 1363/1938 και του εκτελεστικού του διατάγματος για την παροχή της αδείας (βλ. την απόφαση της 29.9.1996 του Ε.Δ.Δ.Α. στην υπόθεση.... κατά Ελλάδος). Η απαίτηση από το νόμο προηγούμενης άδειας της διοικήσεως για την ανέγερση ή θέση σε λειτουργία ναού ή ευκτήριου οίκου δεν προσκρούει ειδικότερα στις κατοχυρώνουσες την ελευθερία της θρησκευτικής λατρείας διατάξεις : α) του άρθρου 13 παρ. 2 του Συντάγματος, εφόσον η άδεια έχει διαπιστωτικό απλώς χαρακτήρα και χορηγείται πάντοτε, εκτός αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από τη διάταξη αυτή εξαιρέσεις, δηλαδή η θρησκευτική δοξασία είναι κρύφια και όχι γνωστή, ή η λατρεία προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη, ή σκοπείται προσηλυτισμός και β) του άρθρου 9 της Ε.Σ.Δ.Α., εφόσον η άδεια αυτή προβλέπεται από τους πιο πάνω ειδικούς νόμους και αποτελεί το αναγκαίο μέτρο σε μία δημοκρατική κοινωνία που επιδιώκει ένα νόμιμο σκοπό, δηλαδή την προάσπιση της δημοσίας τάξεως, αφού είναι μέτρο ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο αυτό σκοπό. Μειοψηφούν ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Στέφανος Ματθίας και ο Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Βαλμαντώνης, οι οποίοι έχουν την ακόλουθη γνώμη : Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 εδάφ. α' του Συντάγματος «κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων». Καθιερώνει επομένως το Σύνταγμά μας την ελεύθερη και ανεμπόδιστη άσκηση της λατρείας κάθε γνωστής θρησκείας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. προστατεύεται η ελευθερία «εκδηλώσεως της θρησκείας μεμονωμένως ή συλλογικώς, δημοσία ή κατ' ιδίαν, δια της λατρείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών». Και οι δύο αυτές διατάξεις καλύπτουν και την ίδρυση και θέση σε λειτουργία ναού ή ευκτήριου οίκου, δεδομένου ότι οι πράξεις αυτές είναι πράξεις λατρείας, οι δε χώροι αυτοί είναι κατ' εξοχήν χώροι λατρείας, ώστε χωρίς αυτούς θρησκευτική λατρεία δεν μπορεί να ασκηθεί. Η απαίτηση επομένως προηγούμενης διοικητικής άδειας για την ίδρυση ή τη θέση σε λειτουργία των χώρων αυτών (εκτός από την απλή πολεοδομική ή οικοδομική) εξαρτά τη λατρεία από προηγούμενη άδεια. Εμποδίζει έτσι, προληπτικώς, την «ελευθερία» της λατρείας. Και ναι μεν η συνταγματική διάταξη αλλά και η Ε.Σ.Δ.Α. προβλέπουν στις επόμενες διατάξεις των ως άνω άρθρων τους ως επιτρεπτούς περιορισμούς εκείνους που επιβάλλονται χάριν της «δημόσιας τάξης» και των «χρηστών ηθών», η δε Ε.Σ.Δ.Α., επιπλέον, και χάριν της «δημόσιας υγείας» και «των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων». 'Όμως τόσο το Σύνταγμα, χρησιμοποιώντας την έκφραση : «δεν επιτρέπεται να προσβάλλει», όσο και η Ε.Σ.Δ.Α., θέτοντας ως προϋπόθεση, για να είναι ο περιορισμός θεμιτός, το να είναι «αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία», αποκλείουν κάθε προληπτικό έλεγχο. Διότι οποιοσδήποτε τέτοιος έλεγχος κατά μεν το άρθρο 13 παρ. 2 του Συντάγματος θα ήταν ασυμβίβαστος προς την απαίτηση «προσβολής», η οποία δεν νοείται κατά πρόληψη, κατά δε το άρθρο 9 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. δεν πρόκειται για μέτρο «αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία». Τούτο δέχθηκε ήδη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση «.....κ.λπ κατά Ελλάδας «της 26ης Σεπτεμβρίου 1996 (αριθ.59/1995/565/651). Κάθε προληπτικός έλεγχος για το αν συντρέχει περίπτωση θεμιτού περιορισμού είναι αδύνατος ενόσω δεν έχει εκδηλωθεί η «προσβολή». Επιπλέον ο προληπτικός έλεγχος ευχερώς καταλήγει σε παρελκύσεις παροχής της άδειας,όπως ακριβώς στην υπόθεση ..... Μπορεί επίσης να καταλήγει σε καταχρηστική άρνηση παροχής της άδειας με αόριστα προσχήματα, αφού μάλιστα συγκεκριμένα στοιχεία (εκδηλώσεις) δεν θα υπάρχουν. Η δυνατότητα δικαστικής ακύρωσης της άρνησης δεν αποτελεί θεραπεία. Διότι συνδέεται με χρονοβόρες και δαπανηρές διαδικασίες, οι οποίες και αποθαρρύνουν τους ενδιαφερομένους, συνεπάγεται δε στέρηση της ελευθερίας της λατρείας επί μακρό χρονικό διάστημα. Για τους λόγους αυτούς το μέτρο της προληπτικής άδειας είναι μη ανεκτό σε μια «δημοκρατική κοινωνία». Κατά τη γνώμη επομένως της μειοψηφίας οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 1 του αν.ν. 1363/38, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του αν.ν. 1627/39, και του άρθρου 1 παρ. 3 του β.δ. της 20ης Μαϊου/2 Ιουνίου 1939, είναι αφενός αντισυνταγματικές και αφετέρου αντίθετες προς το άρθρο 9 της Ε.Σ.Δ.Α. και για το λόγο αυτό ανίσχυρες και ανεφάρμοστες (άρθρο 111 παρ. 1, 93 παρ. 4 και 28 παρ. 1 του Συντάγματος). 'Επρεπε άρα να γίνει δεκτός ο οικείος λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ομόφωνη γνώμη του Δικαστηρίου, κατά το μέρος που σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 1 του Β.Δ. της 20-5/2.6.1939 επαφίεται στο Υπουργείο Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας «η κρίσις εάν συντρέχωσιν ουσιαστικοί λόγοι προς χορήγησιν της σχετικής αδείας» και σύμφωνα με το εδάφ. γ' της παρ. 1 του αυτού άρθρου (στο οποίο παραπέμπει η παρ. 3) το Υπουργείο Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας «δύναται να αποδεχθεί ή να απορρίψη την αίτησιν εάν κρίνη ότι δεν συντρέχουσιν οι την ανέγερσιν ή λειτουργίαν του ευκτηρίου οίκου επιβάλλοντες, πραγματικοί λόγοι», η ρύθμιση αυτή συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό της ελευθερίας της θρησκευτικής λατρείας που δεν συμβιβάζεται ούτε με το άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ούτε με το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 της Ε.Σ.Δ.Α. Διότι με τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις παρέχεται στη διοίκηση διακριτική ευχέρεια, κατά την οποία η άδεια μπορεί να μη χορηγηθεί όταν η διοίκηση κρίνει ότι η ανέγερση ή η θέση σε λειτουργία του ναού ή του ευκτήριου οίκου δεν εξυπηρετεί στη συγκεκριμένη περίπτωση πραγματική ανάγκη των υποβαλόντων την αίτηση. 'Ετσι, όμως, εισάγεται για την άσκηση της ελευθερίας της λατρείας νέος περιορισμός, μη περιεχόμενος στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α. και επομένως η προβλέπουσα την απόλυτη διακριτική ευχέρεια της διοικήσεως διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ. γ' και παρ. 3 του εκτελεστικού Β.Δ/τος της 20 Μαϊου/2 Ιουνίου 1939 κρίνεται ομοφώνως αντίθετη προς τις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α. Η αντίθεση, όμως, αυτή της ευχέρειας της διοίκησης να μη χορηγήσει την άδεια, προς το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. κατά την πλειοψηφούσα γνώμη δεν θίγει κατά τα λοιπά την ισχύ του προαναφερθέντος συστήματος αδείας για την ίδρυση ευκτήριου οίκου, που αποτελεί θεμιτό περιορισμό της άσκησης της θρησκευτικής λατρείας, τιθέμενο για την προστασία της δημόσιας τάξης και συμβατό με το άρθρο 13 του Συντάγματος (παρ. 2) και με το άρθρο 9 της Ε.Σ.Δ.Α. (παρ. 2) ούτε καθιστά και τις υπόλοιπες διατάξεις του Α.Ν. 1363/1938 (ως ισχύει) και του εκτελεστικού του διατάγματος αντίθετες προς το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. και συγκεκριμένα : α) τη διάταξη εκείνη που προβλέπει την προηγούμενη άδεια της διοικήσεως για την ανέγερση ή τη θέση σε λειτουργία ναού ή ευκτήριου οίκου, όπως προαναφέρθηκε, αφού η έρευνα της συνδρομής των προϋποθέσεων χορηγήσεως της αδείας -εκτός εκείνης της υπάρξεως πραγματικής ανάγκης- έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα, που επιδιώκει νόμιμο σκοπό, και β) τη διάταξη που προβλέπει ποινική κύρωση για εκείνους οι οποίοι ανεγείρουν ή θέτουν σε λειτουργία ναό ή ευκτήριο οίκο χωρίς άδεια της διοικήσεως, διότι η κύρωση αυτή έχει δικαιολογητικό λόγο και αιτία τη μη συμμόρφωσή τους στο νόμο και την παραγνώριση της νόμιμης διοικητικής διαδικασίας και δεν στοχεύει την εκδήλωση της θρησκείας τους με λατρεία ούτε προσβάλλει, έστω και έμμεσα, τη θρησκευτική ελευθερία τους. Μειοψηφούν ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Στέφανος Ματθίας και ο Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Βαλμαντώνης, οι οποίοι έχουν την ακόλουθη γνώμη : Μερική αντισυνταγματικότητα και μερική αντίθεση στο άρθρο 9 της Ε.Σ.Δ.Α. της ως άνω ρύθμισης δεν νοείται. Διότι η απαιτούμενη «άδεια» είναι ενιαία και επομένως, αν μία από τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις για την παροχή της είναι μη ανεκτή, ως αντισυνταγματική και αντίθετη προς την Ε.Σ.Δ.Α., η όλη απαίτηση να έχει ληφθεί η άδεια καθίσταται ανεφάρμοστη. Η παράλειψη λήψης άδειας δεν μπορεί να είναι αξιόποινη εφόσον μία από τις τασσόμενες προϋποθέσεις για τη χορήγησή της είναι ανεφάρμοστη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη του ότι το τελευταίο τρίμηνο του έτους 1994 στη θέση ....., με την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της αναφερόμενης αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, έθεσε σε λειτουργία ευκτήριο οίκο της βουδιστικής θρησκείας, χωρίς άδεια του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ήτοι για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 1363/
- όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 1672/1939 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 3 του Β.Δ/τος της 20ης Μαϊου/2 Ιουνίου 1939, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του πιο πάνω Α. Νόμου. Συνεπώς, εφόσον στην προκείμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα -κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο της ουσίας- δεν υπέβαλε καν αίτηση για τη χορήγηση σ' αυτήν αδείας ίδρυσης και λειτουργίας ευκτήριου οίκου, το δικαστήριο εκείνο ορθώς εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 1 του Α.Ν. 1363/1938 που δεν έχει καταργηθεί και είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ., Ε' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του. Κατά τη γνώμη όμως της ως άνω μειοψηφίας, εφόσον μεταξύ των όρων για την παροχή της άδειας περιλαμβάνεται και ο όρος της κατά διακριτική ευχέρεια κρίσης της διοίκησης περί του αν συνέτρεχε πραγματική ανάγκη, ο οποίος κρίθηκε ομοφώνως ανίσχυρος, η παράλειψη της αναιρεσείουσας να ζητήσει τέτοια άδεια (προϋπόθεση της οποίας ήταν και η κατά διακριτική ευχέρεια κρίση της διοίκησης), δεν είναι αξιόποινη διότι η όλη ρύθμιση αποβαίνει ανεφάρμοστη. 'Αρα ο ως άνω λόγος αναίρεσης έπρεπε να γίνει δεκτός. 5.'Ελλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη την οποία εφάρμοσε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε, ως εφετείο, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη για το ότι κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους 1994 και εφεξής, μέχρι τις 13.3.1995, ως νόμιμη εκπρόσωπος της μνημονευόμενης αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, έθεσε σε λειτουργία στη θέση .....ευκτήριο οίκο της βουδιστικής θρησκείας, χωρίς άδεια του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ήτοι για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 1363/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 1672/1939, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 3 του Β.Δ/τος της 20 Μαϊου/2 Ιουνίου 1939, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ανωτέρω Α.Νόμου. Στην προσβαλλόμενη απόφαση αφοριστικώς αναφέρεται, ότι αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη έθεσε σε λειτουργία «ευκτήριο οίκο». Από τα εκτιθέμενα, όμως, ως αποδειχθέντα περιστατικά δεν προκύπτει για ποιο λόγο τα ανεγερθέντα κτίσματα -που κατά την παροχή της πολεοδομικής άδειας ήταν παραθεριστικές κατοικίες- αποτελούν ευκτήριο οίκο, είδος ναού δηλαδή, και όχι απλά κτίσματα ή χώρους διαμονής προσώπων που θέλουν να μυηθούν στις βουδιστικές δοξασίες και πρακτικές. Με τα δεδομένα αυτά υπάρχει έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα ειδικής αιτιολογίας, υπό την έννοια ότι στην απόφαση δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ). Δύο μέλη, οι Αρεοπαγίτες Θεόδωρος Λαφαζάνος και Γεράσιμος Σιμόπουλος έχουν τη γνώμη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ως αποδειχθέντα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης συγκροτούν πλήρως την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα. Πιο συγκεκριμένα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης : α) αυτή έθεσε σε λειτουργία, χωρίς την άδεια του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, όχι αυτοτελείς παραθεριστικές κατοικίες, αλλά ευκτήριο οίκο και ειδικότερα κτίσματα (κοιτώνες με κοινούς χώρους) , στα οποία τα μέλη της πιο πάνω εταιρείας, που είναι όλοι βουδιστές, είχαν συναντήσεις με την παρακολούθηση τρίχρονων παραδοσιακών σπουδών φιλοσοφίας του θιβετιανού κλάδου και προέβαιναν σε λατρευτικές πράξεις της βουδιστικής θρησκείας και συγκεκριμένα σε διαλογισμό, που είναι η αντιπροσωπευτικότερη μορφή της θρησκείας αυτής, κατ' ιδίαν και ομαδικά. β) Στο καταστατικό της εταιρείας δηλώνεται ότι αυτή χρησιμοποιεί μεθόδους αντλούμενες από τα βουδιστικά πολιτιστικά και φιλοσοφικά ρεύματα και ότι στο χώρο του ακινήτου της εταιρείας αυτής θα ιδρυθεί ειδικό παράρτημα τρίχρονων σπουδών, για τις οποίες η αναιρεσείουσα δήλωσε στην απολογία της ότι πρόκειται για την, κατά τη θιβετιανή παράδοση, τρίχρονη απομόνωση για αυτοσυγκέντρωση. Επομένως με αυτές τις παραδοχές της προσβαλλομένης αιτιολογείται με πληρότητα και σαφήνεια η ίδρυση ευκτηρίου οίκου γνωστής θρησκείας, χωρίς την προαναφερόμενη άδεια και για το λόγο αυτό ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά την παραδοχή της αναιρέσεως για τον πιο πάνω λόγο παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 9545/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει την υπόθεση. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.