Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 202 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για σωματική βλάβη εξ αμελείας. Ποινική ευθύνη ιατρού. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. ΑΡΙΘΜΟΣ 202/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη, περί αναιρέσεως της 2763/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλυψώ Γούλα. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1018/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, στην περίπτωση που η αμέλεια δεν είναι συνειδητή, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός είχε τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Ενόψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και που η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2763/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων, ιατρός, κηρύχθηκε ένοχος σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα τεσσάρων
(14)μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα (για τον αναιρεσείοντα και τον αθωωθέντα συγκατηγορούμενό του ΑΑ): "από την ανωμοτί κατάθεση ου πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τη διεξαχθείσα κατά το στάδιο της προδικασίας πραγματογνωμοσύνη του καθηγητή νευροχειρουργικής ... και τις απολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ εμφάνιζε κατά τις αρχές του έτους 2003 προβλήματα στη σπονδυλική του στήλη, που του προκαλούσαν πόνο και γενικά ενοχλήσεις. Ύστερα από συμβουλές διαφόρων γιατρών για συντηρητική αντιμετώπιση του περιστατικού, που δεν επέφεραν αποτέλεσμα, ήλθε μέσω τρίτου γνωστού του σε επαφή αρχικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ, γιατρό νευροχειρουργό και στη συνέχεια με τον πρώτο κατηγορούμενο ΑΑ, επίσης νευροχειρουργό. Οι κατηγορούμενοι αφού τον υπέβαλαν σε εργαστηριακές εξετάσεις (ακτινογραφίες, μαγνητικές και αξονικές τομογραφίες) τον εξέτασαν και κλινικά. Από την κλινική και απεικονιστική εξέταση κατέληξαν στη διάγνωση ότι υπάρχει αστάθεια, της Ο.Μ.Σ.Σ στο επίπεδο κυρίως του 03 - 05 και λιγότερο του 04 - 05, και αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα χειρουργικά με σπονδυλοδεσία. Η ενέργεια αυτή των κατηγορουμένων ήταν ενδεδειγμένη σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής δεοντολογίας. Αποδίδεται σ' αυτούς με το κλητήριο θέσπισμα υπαιτιότητα ότι η διάγνωση αυτή. και η εν συνεχεία χειρουργική επέμβαση και σπονδυλοδεσία έγιναν κατά παράβαση των γενικώς παραδεκτών κανόνων, της ιατρικής επιστήμης και τέχνης, διότι η κατάσταση του εγκαλούντος μπορούσε να αντιμετωπιστεί συντηρητικά με φαρμακευτική αγωγή, χωρίς να είναι απαραίτητη η χειρουργική επέμβαση και η σπονδυλοδεσία. Τέτοια όμως αμέλεια των κατηγορουμένων δεν αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Όλοι οι ειδικοί γιατροί που εξετάσθηκαν ως μάρτυρες, αλλά και εκείνοι που συνέταξαν σχετικές γνωματεύσεις - πραγματογνωμοσύνες που αναγνώσθηκαν, συμφωνούν ότι για να αποφασιστεί ή όχι η χειρουργική αντιμετώπιση ενός προβλήματος στη σπονδυλική στήλη, όπως αυτό του εγκαλούντος, απαιτείται αφενός μεν απεικονιστική - εργαστηριακή εξέταση της περιοχής, αφετέρου δε κλινική εξέταση του ασθενούς. Συμφωνούν επίσης ότι αν υπάρχει αστάθεια της σπονδυλικής στήλης η διάγνωση της οποίας γίνεται με τους ανωτέρω τρόπους και κυρίως με την κλινική εξέταση, η ενδεδειγμένη αντιμετώπιση είναι η σπονδυλοδεσία. Από τις απεικονιστικές εξετάσεις αποδεικνύεται ότι υπήρχαν προβλήματα στον 03-05 μεσοσπονδύλιο δίσκο που εμφάνιζε ελάττωση του μαγνητικού σήματος λόγω ελάττωσης της υδατοβρίθιας αυτού και ήπια οστεοφυτική γεφύρωση στο ύψος αυτό, αλλά και στο 04 - 05 διάστημα όπου παρατηρείτο ήπια αμφιπλαγία δισκοκήλη του μεσοσπονδυλίου δίσκου. Σε κλινική εξέταση προεγχειριτικά υπέβαλαν τον εγκαλούντα μόνο οι κατηγορούμενοι και κανένας από τους εξετασθέντες ως μάρτυρες και τους συντάξαντες τις αναγνωσθείσες γνωματεύσεις. Με αυτά τα δεδομένα οι μόνοι που έχουν πλήρη εικόνα της καταστάσεως του εγκαλούντος προεγχειριτικά είναι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι, ενόψει του ότι η συντηρητική αντιμετώπιση του προβλήματος μέχρι τότε δεν απέδωσε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενήργησαν, με το να συστήσουν και να διενεργήσουν ακολούθως χειρουργική και σπονδυλοδετική αντιμετώπιση του προβλήματος, κατά παράβαση των γενικώς παραδεκτών κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης . Μετά την άνω διάγνωση και την απόφαση για χειρουργική επέμβαση και σπονδυλοδεσία προγραμματίσθηκε η χειρουργική επέμβαση και πραγματοποιήθηκε στις 2-3-2003, στη "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ" Θεσσαλονίκης από τον δεύτερο κατηγορούμενο (εννοείται ο αναιρεσείων) με βοηθό τον πρώτο. Η πρωτοβουλία της επεμβάσεως ήταν στον κυρίως χειρουργό δηλαδή στον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος έπαιρνε και εκτελούσε τις αποφάσεις κατά τη διάρκεια της επεμβάσεως, ενώ ο ρόλος του πρώτου κατηγορουμένου, ως βοηθού χειρουργού ήταν εντελώς επικουρικός και βοηθητικός - συμβουλευτικός. Δηλαδή εκτελούσε τις εντολές του κυρίου χειρουργού, δευτέρου κατηγορουμένου, με το να κρατά καθαρό το χειρουργικό πεδίο, να παραδίδει όταν ζητούσε ο δεύτερος τα σπονδυλοδετικά υλικά, να βοηθά στη συρραφή του εξωτερικού τραύματος μετά την ολοκλήρωση της επέμβασης. Περί αυτού σαφείς και πειστικοί στις απολογίες τους είναι και οι δύο κατηγορούμενοι που περιγράφουν την κατάσταση που επικρατούσε κατά τη διάρκεια της εγχειρίσεως, αλλά και ο μάρτυρας ... αναισθησιολόγος που ήταν παρών καθ' όλη τη διάρκεια της επεμβάσεως και έχει προσωπική και άμεση γνώση της διεγχειριτικής διαδικασίας. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, κατά την επέμβαση που πραγματοποίησε ο ίδιος στην προαναφερόμενη ιδιωτική κλινική, καίτοι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση εκ του επαγγέλματός του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την άσκηση των προαναφερομένων καθηκόντων του, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και συγκεκριμένα τοποθέτησε βίδες ενδοκαναλικά και όχι στο σώμα των σπονδύλων προκαλώντας τραυματισμό και βλάβη των ριζών 03, 04, 05 (δεξιά). Ειδικά η δεξιά βίδα 04 του αυχένα του σπονδυλικού τόξου τοποθετήθηκε εντός του σωλήνα, εγκλωβίζοντας μια νευρική ρίζα, προκαλώντας σε αυτή φλεγμονή και βλάβη του ριζικού περιβλήματος, ενώ η αριστερή βίδα.04 βρίσκονταν στο μεσοσπονδύλιο τμήμα 03 - 04 και κινούνταν προκαλώντας κάταγμα στον αυχένα του σπόνδυλου. Εξαιτίας της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του ανωτέρω ιατρού και της αποτυχίας της επέμβασης που αυτός πραγματοποίησε, προκλήθηκαν στον ανωτέρω ασθενή που κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67%, οσφυαλγία, χωλότητα κατά τη βάδιση του δεξιού σκέλους, αδυναμία τετρακέφαλου, προσθίου κνημιαίου και περονιαίων μυών δεξιά. Ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι οι ανωτέρω βλάβες του εγκαλούντος δεν οφείλονται σε αμελή δική του συμπεριφορά, αλλά στη συμπεριφορά του εγκαλούντος, που δεν ακολούθησε τις συστάσεις του για αποφυγή έντονων και επιβαρυντικών για τη σπονδυλική στήλη κινήσεων το αμέσως μετεγχειριτικό στάδιο, αλλά και στη δεύτερη επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο εγκαλών μεταγενέστερα στη Γαλλία για αναθεώρηση της σπονδυλοδεσίας και έτσι διεκόπη ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς αυτού (κατηγορουμένου) και του αποτελέσματός της βλάβης του εγκαλούντος αποδεικνύεται αβάσιμος. Η προαναφερόμενη βλάβη στον εγκαλούντα εμφανίστηκε αμέσως μετά τη χειρουργική επέμβαση που πραγματοποίησε ο δεύτερος κατηγορούμενος και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο, υποδείχθηκε δε σ' αυτόν, από τον πρώτο κατηγορούμενο η αναθεώρηση της σπονδυλοδεσίας με την υπόδειξη δε αυτή συμφώνησε αρχικά ο εγκαλών, ο οποίος ανέθεσε την αναθεώρηση στον πρώτο κατηγορούμενο, μετέγνωσε όμως λίγο πριν πραγματοποιηθεί αυτή και καθ' υπόδειξη και των δύο κατηγορουμένων απευθύνθηκε ο εγκαλών σε Γάλλο ειδικό, που έκανε την αναθεώρηση της σπονδυλοδεσίας στη Γαλλία. Αν δεν υπήρχε πρόβλημα από την αμέλεια του δευτέρου κατηγορουμένου κατά την επέμβαση δεν θα υποδείκνυαν οι κατηγορούμενοι αναθεώρηση της σπονδυλοδεσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού απορριφθεί ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου, πρέπει να κηρυχθεί αυτός (ο δεύτερος) ένοχος". Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 314 του ΠΚ που εφήρμοσε. Ειδικότερα το δικάσαν Εφετείο : α) εξέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή (μη συνειδητή) συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνιστούν παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, εντοπιζόμενης στο ότι αυτός τοποθέτησε βίδες ενδοκαναλικά και όχι στο σώμα των σπονδύλων, προκαλώντας τραυματισμό και βλάβη των ριζών 03, 04, 05 (δεξιά) και ότι ειδικά η δεξιά βίδα 04 του αυχένα του σπονδυλικού τόξου τοποθετήθηκε εντός του σωλήνα, εγκλωβίζοντας μία νευρική ρίζα, προκαλώντας σε αυτή φλεγμονή και βλάβη του ριζικού προβλήματος, ενώ η αριστερή βίδα 04 βρισκόταν στο μεσοσπονδύλιο τμήμα 03 - 04 και κινούνταν, προκαλώντας κάταγμα στον αυχένα του σπονδύλου ορθώς δε δεν εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη το άρθρου 15 του ΠΚ όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ως εκ του ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου συνίσταται σε ενέργεια και όχι σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, β) προσδιόρισε λεπτομερώς την προκληθείσα στον παθόντα σωματική βλάβη, γ) αιτιολόγησε με πειστικές σκέψεις τον, μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, αιτιώδη σύνδεσμο, αφού δέχεται ότι αμέσως μετά τη χειρουργική επέμβαση εμφανίσθηκε η προκληθείσα στον παθόντα βλάβη, τον δε συλλογισμό "αν δεν υπήρχε πρόβλημα από την αμέλεια του δευτέρου κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) κατά την επέμβαση δεν θα υπεδείκνυαν οι κατηγορούμενοι αναθεώρηση της σπονδυλοδεσίας" συμπληρωματικώς υπήγαγε στις προηγηθείσες ορθές σκέψεις, γιαυτό η αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος (β' λόγος αναιρέσεως) ότι το άνω επιχείρημα (συλλογισμός) δεν συνιστά απόδειξη αποτυχίας της σπονδυλοδεσίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στο σκεπτικό εμφιλοχωρεί αντίφαση διότι, ενώ κατ' αρχήν δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε αμέλεια κατά την διάγνωση και την εν συνεχεία χειρουργική επέμβαση, περαιτέρω δέχεται ότι αυτός επέδειξε αμελή συμπεριφορά κατά την χειρουργική επέμβαση, είναι αβάσιμη, διότι το δικάσαν Εφετείο, αναφερόμενο στο κλητήριο θέσπισμα που παρέπεμπε τον κατηγορούμενο για αμελή συμπεριφορά κατά τη διάγνωση και εν συνεχεία κατά την χειρουργική επέμβαση, δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε αμελής συμπεριφορά κατά τη διάγνωση, περαιτέρω δε με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες δέχεται, κατά τα παραπάνω την αμελή του συμπεριφορά κατά την σπονδυλοδεσία. Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις είναι αβάσιμη διότι, δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, από δε την αναφορά, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως ότι το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων οι μάρτυρες και τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα επισημαινόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, περιλαμβανόμενα μεταξύ των αναγνωσθέντων, τα οποία δεν μπορεί να καταληφθεί αμφιβολία ότι δεν τα συνεκτίμησε το Δικαστήριο, όπως και τις μαρτυρικές καταθέσεις, από μόνο το λόγο ότι παρέλειψε να σχολιάσει αυτές και τα έγγραφα, ενώ ο περαιτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί αντιθέσεως των επισημαινομένων εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων των ..., ..., ..., ... και ..., προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Τέλος αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι οι εξετασθέντες μάρτυρες αναφέρονται συλλήβδην από το Εφετείο ως μάρτυρες κατηγορίας, ενώ οι εξ αυτών ..., ..., ..., ... είχαν προταθεί ως μάρτυρες υπερασπίσεως. Τούτο δίνει υπό τον χαρακτηρισμό "μάρτυρες κατηγορίας" στην έκκλητη δίκη νοούνται οι εκ των πρωτοδίκως εξετασθέντων επιλεγόμενοι από τον Εισαγγελέα και κλητευόμενοι μάρτυρες ενώ μάρτυρες υπερασπίσεως είναι οι υπό του εκκαλούντος κατηγορουμένου το πρώτον προτεινόμενοι και εξεταζόμενοι στην έκκλητη δίκη, ή οι υπό του δικαστηρίου μεν αλλά κατ' αίτηση του κατηγορουμένου καλούμενοι και εξεταζόμενοι κατ' άρθρο 355 ΚΠΔ, οι συγκεκριμένοι δε μάρτυρες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης υπ' αριθ. 12840/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης οι μεν ... και ... είναι εκ των πρωτοδίκως εξετασθέντων και από τον Εισαγγελέα κλητευθέντες ως μάρτυρες και επομένως ως μάρτυρες κατηγορίας, οι δε ... και ... ως μάρτυρες υπερασπίσεως, οι οποίοι στην κατ' έφεση δίκη κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα. 'Ετσι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, είναι αδιάφορο αν οι μάρτυρες υπερασπίσεως στην πρωτόδικη δίκη χαρακτηρίσθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας στην κατ' έφεση δίκη, των οποίων οι καταθέσεις λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 σοτιχ. Δ' και Ε', με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την έννοια της ασάφειας και αντιφατικότητας που ανωτέρω εκτέθηκε και διότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις αλλά μόνον ορισμένες όπως και όλα τα έγγραφα αλλά μόνο ορισμένα και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν και συνακολούθως να απορριφθεί και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 38/24-6-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2763/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου
- H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ