← Ελλάδα

ΑΠ 2021/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2021 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για απλή (όχι κατ' εξακολούθηση) απάτη πλημμεληματική. Απόρριψη των λόγων αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία και έλλειψη νομίμου βάσεως και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου σε σχέση με το ύψος της ζημίας του παθόντος οικοδομικού συνεταιρισμού και σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της απάτης καθώς και ως προς την πέραν των άνω λόγων και καθ' υπέρβαση αρνητικής της εξουσίας του Δικαστηρίου, απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για παραγραφή της πράξεως λόγω παρόδου πενταετίας συνυπολογιζομένου και του χρόνου αναστολής από την τέλεση της πράξεως μέχρι την έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεως του δικάζοντος κατ' έφεση την υπόθεση για την απάτη. Απόρριψη του λόγου αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως του κατηγορουμένου και ειδικότερα διότι εδόθη ο λόγος στον Εισαγγελέα για την επιβολή επί γενομένης συνολικής ποινής δεν δόθηκε για το ζήτημα αυτό ο λόγος στη συνέχεια στον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του, που ήταν παρόντες. Αριθμός 2021/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 2678/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1021/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει, στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε, κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι και οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ήδη αποφασίσει να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 17 Π.Κ. χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα είναι αδιάφορος, εκτός αν ορίζεται άλλως. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 112 Π.Κ. η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη εκτός αν ορίζεται άλλως. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι επί εγκλημάτων, για την αντικειμενική υπόσταση των οποίων, ως τετελεσμένων, απαιτείται κατά νόμον ως στοιχείο η επέλευση ορισμένου αποτελέσματος, ως χρόνος τελέσεως της πράξεως και επομένως ως χρόνος ενάρξεως της κατά το άρθρο 111 του Π.Κ. προθεσμίας της παραγραφής αυτής, θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, είναι δε αδιάφορος ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα, εκτός αν εξαιρετικώς ορίζεται άλλως στον νόμο, ότι δηλαδή η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα επελεύσεως του αποτελέσματος. Επομένως, χρόνος τελέσεως της απάτης κατά το άρθρο 386 του Π.Κ. θεωρείται εκείνος, κατά τον οποίο ο δράστης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξ αιτίας των οποίων παραπλανήθηκε (πείσθηκε) ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με τον οποίο ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος, δεδομένου ότι δεν ορίζεται άλλως στον νόμο. Εν όψει αυτών μια πράξη απάτης τελείται και όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατωμένο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους επιζήμιες πράξεις. Περαιτέρω από τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ. όπως το τελευταίο ισχύει, προκύπτει ότι το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου περί πλημμελημάτων είναι πέντε έτη και αν έχει αρχίσει με την επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσεως η κυρία διαδικασία αναστέλλεται, χωρίς η αναστολή αυτής να μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία χρόνια μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1 εδαφ. β', 370 εδαφ. β' και 511 του Κ.Ποιν.Δικ. προκύπτει ότι η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη και εξετάζεται από το Δικαστήριο όταν προβάλλεται με αυτοτελή ισχυρισμό από τον κατηγορούμενο σε κάθε στάση της δίκης, αλλά και αυτεπαγγέλτως, ως θεσμός δημοσίας τάξεως. Η καταδικαστική ποινική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 ν. 2408/1996), ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθενται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Για να μην υπάρχει η άνω έλλειψη στην καταδικαστική απόφαση, όταν τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξεως, πρέπει η αιτιολογία της να εκτείνεται και στα περιστατικά που αφορούν την έναρξη και τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής. Επίσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. αποτελεί λόγο αναιρέσεως και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του εφαρμοσθέντος νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. υπάρχει και όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος τούτο δε συντρέχει πέραν των περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, η απαρρίθμηση των οποίων είναι ενδεικτική, και όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε με παραγραφή δεν παύει οριστικώς την ασκηθείσα ποινική δίωξη αλλά κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και του επιβάλλει ποινή για την παραγραφείσα πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης για πλημμελήματα δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκ νέου την υπόθεση μετά την αναίρεση εν μέρει ως προς την πράξη της απάτης και ως προς τη διάταξη που καθόρισε κατά του αναιρεσείοντος συνολική ποινή φυλάκισης 7 μηνών μετά προσμέτρηση στην ποινή βάσης της συντρέχουσας ισοβαρούς ποινής των πέντε μηνών που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για την μη αναιρούμενη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, με την 930/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, της 4025/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί επί εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της 17436/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως 2678/2009 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για απάτη και στη συνέχεια προέβη στον καθορισμό της συνολικής ποινής φυλάκισης που έπρεπε να εκτίσει ο κατηγορούμενος σε έξι

(6)μήνες, συγχωνεύοντας την ποινή φυλάκισης 4 μηνών για την απάτη στην ποινή φυλάκισης των πέντε
(5)μηνών που είχε επιβληθεί με την άνω 4025/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στον κατηγορούμενο για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα οποία, ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Ποντίων Επιστημόνων Βορείου Ελλάδος ΣΥΝ.ΠΕ "ΟΙ ΥΨΗΛΑΝΤΗΔΕΣ". Ο συνεταιρισμός αυτός διατηρούσε σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... τον υπ' αριθμό ... λογαριασμό καταθέσεων. Ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... έχοντας στην κατοχή του το με αριθμό ... νοθευμένο πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου του άνω Οικοδομικού Συνεταιρισμού και την με αριθμ. πρωτ. ... Γνωμάτευση Νομιμοποιήσεως Εκπροσώπων Εταιρίας του Ειδικού Γραφείου Δικαστικού ... της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό της αποφάσεως χρόνους από 28/6/2001 έως 8/5/2002 και αφού παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της ανωτέρω Τράπεζας ότι ως Πρόεδρος του Δ.Σ. του άνω Συνεταιρισμού δυνάμει των ανωτέρω εγγράφων νομιμοποιείτο να διενεργεί μόνος του αναλήψεις από τον ... τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε ο προαναφερόμενος συνεταιρισμός κατόρθωσε και έπεισε τους υπαλλήλους της παραπάνω Τράπεζας να του καταβάλουν από τον ως άνω λογαριασμό καταθέσεων στις 28/6/2001 το ποσό των 500.000 δρχ., στις 11/7/2001 το ποσό των 400.000 δρχ., στις 30/7/2001 το ποσό των 251.800 δρχ., στις 20/8/2001 το ποσό των 250.000 δρχ., στις 4/9/2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ., στις 5/10/2001 το ποσό των 100.000 δρχ., στις 6/11/2001 το ποσό των 100.000 δρχ., στις 30/11/2001 το ποσό των 100.000 δρχ., στις 12/12/2001 το ποσό των 300.000 δρχ., στις 18/1/2002 το ποσό των 440,00 ευρώ, στις 14/2/2002 το ποσό των 580,00 ευρώ, στις 20/3/2002 το ποσό των 250,00 ευρώ, στις 29/3/2002 το ποσό των 200,00 ευρώ, στις 25/4/2002 το ποσό των 160,00 ευρώ και στις 8/5/2002 το ποσό των 200,00 ευρώ και συνολικά το ποσό των 13.574,00 ευρώ (4.001.800 δρχ. και 1.830 ευρώ). Ο κατηγορούμενος με αυτήν την ενέργεια είχε σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, προσπορίζοντας στον εαυτό του το ποσό των 13.574 ευρώ με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του προαναφερόμενου εγκαλούντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού καθόσον δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα τα ψευδή γεγονότα που παρέστησαν ως αληθινά στους αρμόδιους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... ότι δηλαδή του είχε δοθεί η δυνατότητα να διενεργεί μόνος του ο κατηγορούμενος αναλήψεις από τον υπ'αριθμό ... Τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε ο οικοδομικός Συνεταιρισμός στην ανωτέρω Τράπεζα. Κατά τα όσα αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι προέκυπταν έγινε δεκτό ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της απάτης στις 28/6/2001, δηλαδή την πρώτη φορά που εμφανίσθηκε στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... για ανάληψη χρημάτων οπότε συνεπεία της άπαξ επελθούσας πλάνης που προκάλεσε αυτός στους αρμόδιους υπαλλήλους της τράπεζας, οι τελευταίοι προέβησαν σε διαδοχικές απλώς επιζήμιες ενέργειες για τον εγκαλούντα οικοδομικό συνεταιρισμό με το να παραδώσουν στον μη δικαιούχο αναλήψεων κατηγορούμενο με τις διαδοχικές αναλήψεις από το λογαριασμό του υποστάντος τη ζημία συνεταιρισμού το παραπάνω αναφερόμενο συνολικό ποσό. Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο απλής και όχι κατ' εξακολούθηση απάτης ενώ απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό που προβλήθηκε από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ότι είχε αποσβεσθεί το αξιόποινο για την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη της απάτης λόγω παραγραφής με την παρέλευση οκταετίας από το χρόνο εκδόσεως της με αριθμό ... Γνωμάτευσης Νομιμοποίησης Εκπροσώπων Εταιρείας μέχρι την 21.5.2009 (ημερομηνία συνεδριάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για Πλημμελήματα, κατά την οποία εκδικάσθηκε η ποινική υπόθεση που αφορούσε τον κατηγορούμενο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση). Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και τις σκέψεις με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην προαναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Από όσα αναφέρονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για το ότι στις 19/6/2002 ο κατηγορούμενος ψευδώς παρέστησε στο εποπτικό και στο διοικητικό συμβούλιο του άνω οικοδομικού συνεταιρισμού ότι κατέβαλε μέρος των αναληφθέντων από τον τραπεζικό λογαριασμό του συνεταιρισμού άνω ποσών προκειμένου να καλυφθούν δαπάνες που τότε δεν έγιναν όπως 250.000 δρχ. (ευρώ 734) σε φοροτεχνικό και ποσό 133.874 δρχ. (ευρώ 393) για μετάβαση του κατηγορουμένου στην ... και για δαπάνες που ήταν στην πραγματικότητα μικρότερες από εκείνες που ισχυρίσθηκε ο ίδιος ότι έκανε, όπως για αγορά επίπλων γραφείου η αξία των οποίων ανερχόταν σε 300.000 δρχ. και όχι σε 1.097.640 δρχ., που ισχυρίσθηκε ότι στις 30/7/2001 είχε διαθέσει στην Ο.Ε. "ΑΑ" και για αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή και εκτυπωτή, η αξία των οποίων ανερχόταν σε 200.000 δρχ. και όχι σε 826.000 δρχ. που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος ότι είχε διαθέσει στις 1/5/2002 για αγορά των από το κατάστημα του ΒΒ δεν εδημιουργείτο ασάφεια ή αντίφαση ως προς τα περιστατικά και την ταυτότητα της απάτης που τέλεσε ο κατηγορούμενος και το ύψος της ζημίας του παθόντος συνεταιρισμού από την πράξη αυτή. Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης αφορούν σε περιστατικά άσχετα με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την τέλεση της απάτης σε βάρος του άνω οικοδομικού συνεταιρισμού και αναφέρονται σε μεταγενέστερη συμπεριφορά του κατηγορουμένου ενδεικτική της περαιτέρω διατήρησης στην περιουσία του και διάθεσης από αυτόν των χρημάτων που είχαν αναληφθεί μετά την άπαξ επιτευχθείσα εκ μέρος του παραπλάνηση των αρμόδιων υπαλλήλων του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... ότι εδικαιούτο μόνος του να προβαίνει σε αναλήψεις από τον τηρούμενο σ'εκείνο το υποκατάστημα τραπεζικό λογαριασμό του οικοδομικού συνεταιρισμού. Αυτές οι μετά την εξαπάτηση αναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου για τη διατήρηση του οφέλους που πέτυχε από την αρχική εξαπάτηση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συρρέουν αληθώς με την πρώτη εξαπάτηση, εφόσον με αυτές δεν προκαλείται νέα διαφορετική βλάβη στην περιουσία του παθόντος συνεταιρισμού. Δεν μεταβάλλεται η σαφώς προσδιοριζόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ως ίση με το άθροισμα των επί μέρους αναληφθέντων ποσών από τον άνω τραπεζικό λογαριασμό του ζημία του οικοδομικού συνεταιρισμού από την σε βάρος του απλή και όχι κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα από τον κατηγορούμενο απάτη από το εάν ο τελευταίος διέθεσε ορισμένα από τα χρήματα που επέτυχε να αναληφθούν από τον λογαριασμό του συνεταιρισμού και να του παραδοθούν, για την αγορά επίπλων γραφείου και για αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή με εκτυπωτή. Επισημαίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δεν υπήρχε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του παθόντος οικοδομικού συνεταιρισμού, που να παρέχει άδεια για αγορά αυτών των ειδών από τον κατηγορούμενο ούτε απόφαση των οργάνων του συνεταιρισμού που να εγκρίνει μεταγενεστέρως τις δαπάνες για αυτές τις αγορές ως γενόμενες για τις ανάγκες του συνεταιρισμού. Αιτιολογημένα περαιτέρω το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί παραγραφής της πλημμεληματικού χαρακτήρα τελεσθείσης από αυτόν στις 28/6/2001 απάτης, αφού από τότε μέχρι την ημέρα προβολής του εν λόγω ισχυρισμού κατά την εκδίκαση στις 21/5/2009 από το άνω δικαστήριο της υποθέσεως μετ' αναίρεση, όσον αφορά την πράξη της απάτης, και εκδόσεως την ίδια ημέρα της αποφάσεως, δεν είχε παρέλθει η προθεσμία της παραγραφής των πέντε ετών, προκειμένου περί πλημμελήματος, η οποία αναστέλλεται για χρονικό διάστημα όχι πλέον ετών, όσο διαρκεί η κυρία διαδικασία και δεν είχε καταστεί έως τότε αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, σύμφωνα με τα άρθρα 111, 112, 113 Π.Κ. χωρίς να σφάλει ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Σε προγενέστερες παραπλανητικές παραστάσεις που είχαν ως συνέπεια να εκδοθεί από το Ειδικό Γραφείο Δικαστικού της Εθνικής Τράπεζας στη ... η υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ... γνωμάτευση νομιμοποίησης εκπροσώπων του συνεταιρισμού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αφορούσαν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για παράσταση ψευδών και παραπλανητικών γεγονότων που έγιναν στις 9/5/2001 και δεν δημιουργείται από αυτές ασάφεια ή αντίφαση ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξεως της απάτης από τον κατηγορούμενο. Κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν επετεύχθη από τις άνω προγενέστερες ψευδείς παραστάσεις η επιδιωκόμενη παραπλάνηση των υπαλλήλων του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... αυτό δε έγινε στις 28/6/2001 από τον κατηγορούμενο όταν τότε μετέβη στο υποκατάστημα της άνω Τράπεζας και έπεισε τους αρμοδίους υπαλλήλους με τις ψευδείς παραστάσεις στις οποίες προέβη, ότι εδικαιούτο μόνος του να διενεργεί αναλήψεις από τον τραπεζικό λογαριασμό του παθόντος οικοδομικού συνεταιρισμού δυνάμει των άνω εγγράφων και έτσι προέβησαν συνεπεία της άπαξ επελθούσης πλάνης οι εξαπατηθέντες υπάλληλοι σε περισσότερες διαδοχικές επιζήμιες για τον συνεταιρισμό αναλήψεις των επί μέρους χρηματικών ποσών που παρέδωσαν στον κατηγορούμενο. Είναι αβάσιμες επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι υπέπεσε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις παραβάσεις για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νομίμου βάσεως όσον αφορά το ύψος της ζημίας του παθόντος οικοδομικού συνεταιρισμού και για έλλειψη αιτιολογίας εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς τον χρόνο τέλεσης της απάτης από τον κατηγορούμενο καθώς και για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί παραγραφής της αξιόποινης αυτής πράξης καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε, Η' του Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναίρεσης. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προτείνεται από τον αναιρεσείοντα ακυρότητα της διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως όσον αφορά την επιβολή σ'αυτόν με την προσβαλλόμενη απόφαση συνολικής ποινής ισχυριζόμενος ότι δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα που πρότεινε να του επιβληθεί συνολική ποινή φυλακίσεως και το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του ως προς τη συνολική ποινή χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος γι'αυτό στον ίδιο ή στον συνήγορό του, αν και ήταν παρόντες. Οι σχετικές περί συρροής εγκλημάτων και καθορισμού συνολικής ποινής διατάξεις των άρθρων 94-97 Π.Κ. εφαρμόζονται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και σε περίπτωση εκδικάσεως σε διαφορετικούς χρόνους των συρρεόντων εγκλημάτων και εκδόσεως περισσοτέρων αποφάσεων από το ίδιο δικαστήριο ανεξάρτητα από το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων και πριν να γίνουν ακόμη αμετάκλητες όλες οι καταδικαστικές αποφάσεις αρκεί να μην έχουν εκτιθεί ολοκληρωτικά ούτε να έχουν παραγραφεί οι υπό κρίση ποινές. Από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι μετά την περί ενοχής του αναιρεσείοντος για την πράξη της απάτης απόφαση έλαβε το λόγο ο Εισαγγελέας που πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 μηνών και στη συνέχεια έλαβε το λόγο ο συνήγορος του κατηγορουμένου που ζήτησε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο το ελάχιστο όριο της ποινής, το Δικαστήριο δε στη συνέχεια αφού διασκέφθηκε μυστικά δημοσίευσε την απόφασή του με την οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος σε φυλάκιση 4 μηνών. Επίσης προκύπτει από τα αυτά ως άνω πρακτικά συνεδριάσεως του ιδίου Δικαστηρίου ότι μετά την απαγγελία της παραπάνω αποφάσεως περί καταδίκης του κατηγορουμένου ο Εισαγγελέας πήρε το λόγο από τον Πρόεδρο για να συγχωνευθεί η ανωτέρω επιβληθείσα ποινή φυλάκισης στην ποινή φυλάκισης των πέντε
(5)μηνών που είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο με την υπ' αριθμ. 4025/2008 απόφαση του ίδιου Τριμελούς Εφετείου για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση και ότι μετά, το δικαστήριο αφού διασκέφθηκε μυστικά δημοσίευσε την απόφασή του με την οποία καθόρισε σε βάρος του καταδικασθέντος μία συνολική ποινή φυλακίσεως έξι
(6)μηνών η οποία αποτελείται από τη βαρυτέρα ποινή φυλακίσεως των πέντε μηνών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο για την εσφαλμένως αναφερομένη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση αντί για χρήση πλαστού εγγράφου που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο με την υπ' αριθμ. 4025/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και η οποία επαυξανόταν κατά ένα
(1)μήνα από την ποινή φυλακίσεως των τεσσάρων
(4)μηνών που του επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για την πράξη της απάτης. Επίσης από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης η 4025/2008 απόφαση με την οποία κατά το μέρος που δεν αναιρέθηκε κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για την πράξη της χρήσεως πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε
(5)μηνών γι'αυτήν, προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως και πριν από την απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου περί επιβολής της ποινής, ο εισαγγελέας έλαβε τον λόγο και πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 5 μηνών για την άνω πράξη και ο συνήγορος του κατηγορουμένου που έλαβε τον λόγο τελευταίος ζήτησε να επιβληθεί το ελάχιστο όριο της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση επιγενομένης συρροής ποινών κατά το άρθρο 97 Π.Κ. το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση μπορούσε αυτεπαγγέλτως να προέλθει στον σχηματισμό της συνολικής ποινής μετά την καταδίκη του αναιρεσείοντος για την πράξη της απάτης με τη συγχώνευση αυτής στην ποινή που είχε επιβληθεί στον ίδιο με την προηγούμενη απόφασή του για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου (σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 94 Π.Κ. για την αρχική συρροή στερητικών της ελευθερία ποινών) και δεν ήταν απαραίτητο να προηγηθεί πρόταση του Εισαγγελέα για να προβεί το Δικαστήριο σε συγχώνευση των ποινών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ. 1 και 3 και 371 παρ. 3 εδαφ. β του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει, ότι, αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται αμέσως κατόπιν συζήτηση για την ποινή που πρέπει να επιβληθεί οπότε με ποινή απόλυτης ακυρότητος, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ιδίου Κώδικα, δίδεται υποχρεωτικώς ο λόγος στον Εισαγγελέα και τους λοιπούς διαδίκους και τελευταία στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, χωρίς να προσαπαιτείται να δοθεί εκ νέου ο λόγος για τυχόν επιβολή συνολικής ποινής αφού μία μόνο απόφαση για την ποινή εκδίδεται. Στην άνω περίπτωση σχηματισμού συνολικής ποινής στη μορφή συρροής από το άρθρο 97 Π.Κ. την οποία αντιμετώπισε το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση αφού έλαβαν τον λόγο και πρότειναν ο Εισαγγελέας αρχικά και ο συνήγορος του κατηγορουμένου στη συνέχεια για την ποινή που έπρεπε να επιβληθεί στον αναιρεσείοντα πριν από την έκδοση κάθε μίας από τις καταδικαστικές γι'αυτόν αποφάσεις σε στερητική της ελευθερίας ποινή για κάθε αξιόποινη πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, δεν χρειαζόταν να δοθεί εκ νέου ο λόγος στον Εισαγγελέα καθώς και στον κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του για την επιβολή (καθορισμό) της συνολικής ποινής με την προσβαλλόμενη 2678/2009 απόφαση. Εξ άλλου δεν προέκυψε με ότι ζήτησαν τον λόγο ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του τον λόγο επ' αυτού και ότι παρέλειψε το δικαστήριο να απαντήσει σχετικώς. Δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη άνω απόφαση ότι πρότεινε ο Εισαγγελέας για τον καθορισμό του ύψους της επιβλητέας συνολικής ποινής. Ακόμη, σημειώνεται ότι δεν επρόκειτο για κατάγνωση συνολικής ποινής κατά το άρθρο 551 Κ.Ποιν.Δ. οπότε επί ποινή ακυρότητος επιβάλλεται να δοθεί αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο ο λόγος επί της συνολικής ποινής στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Είναι κατ' ακολουθίαν απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου περί απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του για να κάνουν πρόταση για την επιβολή συνολικής ποινής μετά την πρόταση του Εισαγγελέα να του επιβληθεί συνολική ποινή φυλακίσεως. Μετά τα ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9.6.2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της 2678/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.