Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2024 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Επίδομα πληροφορικής. Περίληψη: Επίδομα χρήσεως ηλεκτρονικού υπολογιστή. ΟΓΑ, διεξαγωγή νομικής υπηρεσίας από ΝΣΚ. Παρέλκει η εκάστοτε χορήγηση ειδικής πληρεξουσιότητας. Προϋποθέσεις καταβολής επιδόματος πληροφορικής. Το δικαιούνται μόνο οι ειδικευμένοι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες θέσεις πληροφορικής. Το δεδικασμένο δεν περιλαμβάνει τη γνώμη του δικαστηρίου ως προς την έννοια ή την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν. Ανακαλεί εν μέρει παρεμπίπτουσα απόφαση για κήρυξη απαραδέκτου και αναιρεί για κατά παράβαση του νόμου παραδοχή δεδικασμένου. Αριθμός 2024/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Ασπασία Καρέλλου και Απόστολο Παπαγεωργίου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 23η Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ(ΟΓΑ)", όπως εκπροσωπείται νομίμως από το Διοικητή αυτού, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Παρέδρου ΝΣΚ Αικατερίνης Κανελλοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Β. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής, κατόπιν παραπομπής αυτής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκδόθηκε η 1188/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2307/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2010 αίτησή του. Παρεμπιπτόντως, εκδόθηκε η 1679/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με την από 19-2-2014 κλήση του αναιρεσείοντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 4-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 8613β/9-4-2014 έκθεση επιδόσεως του Κ. Δ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, ακριβές αντίγραφο της από 19-2-2014 κλήσεως του αναιρεσείοντος, με την οποία επισπεύδεται η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτόν (ΚΠολΔ 568 παρ.4). Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία αυτού.
- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ.5 του ν. 4169/1961 "περί Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων" η νομική υπηρεσία του ΟΓΑ έχει ανατεθεί στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΝΣΚ) και διεξάγεται από το κύριο προσωπικό αυτού. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.1 του ν. 3086/2002, τα μέλη του κυρίου προσωπικού του ΝΣΚ έχουν, από τη θέση τους και χωρίς άλλο αποδεικτικό στοιχείο, την πληρεξουσιότητα που απαιτείται από το νόμο για την παράσταση και υπεράσπιση, ενώπιον όλων των δικαστηρίων και αρχών, του Δημοσίου και των οργάνων, που κατά περίπτωση το εκπροσωπούν, καθώς και των νομικών προσώπων και ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, των οποίων η νομική υπηρεσία, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις, διεξάγεται από το ΝΣΚ ή από μέλος αυτού. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της από 25-9-2012 συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου, κατά την τότε συζήτηση της υποθέσεως το αναιρεσείον ΝΠΔΔ είχε εκπροσωπηθεί μεν από την πάρεδρο του ΝΣΚ Α. Κ., η οποία, όμως, υπελήφθη ως έχουσα την ιδιότητα του δικηγόρου. Κατά την ίδια συζήτηση, φαινόταν μεν ότι ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση, λόγω, όμως, του ότι αυτός δεν είχε εμφανισθεί, ανέκυψε ζήτημα πληρεξουσιότητας της δικηγόρου, που είχε υπογράψει την κλήση προς συζήτηση, η οποία δεν αποδεικνυόταν. Κατόπιν αυτού, το δικαστήριο, με την παρεμπίπτουσα 1679/2012 απόφασή του, κήρυξε απαράδεκτη την τότε διεξαχθείσα συζήτηση, αφ' ενός για έλλειψη πληρεξουσιότητας της δικηγόρου του επισπεύδοντος τη συζήτηση, που απολειπόταν και αφ' ετέρου για έλλειψη παροχής πληρεξουσιότητας εκ μέρους του ΟΓΑ προς την Α. Κ., περί της οποίας, επίσης, δεν προσκομιζόταν κάποια γραπτή πιστοποίηση. Κατά το εν λόγω δεύτερο σκέλος της, όμως, η κρίση του δικαστηρίου υπήρξε εσφαλμένη, αφού η Α. Κ. ανήκε, πράγματι, στο κύριο προσωπικό του ΝΣΚ και είχε εκ του νόμου πληρεξουσιότητα να παριστά τον ΟΓΑ ενώπιον των δικαστηρίων, χωρίς περί αυτού να απαιτείται γραπτή πιστοποίηση. Επομένως, ως προς το μέρος αυτό, η 1679/2012 παρεμπίπτουσα απόφαση πρέπει να ανακληθεί (ΚΠολΔ 309).
- Επειδή, με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 προσδιορίσθηκαν εκ νέου τα όρια του δημόσιου τομέα και καθορίσθηκε ότι αυτός περιλαμβάνει, πλην άλλων, "β. Τα κάθε είδους ΝΠΔΔ (πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται ενταύθα), είτε αυτά αποτελούν οργανισμούς κατά τόπο είτε καθ' ύλη αυτοδιοίκησης" και "γ. Τις κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμούς, καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα, που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς" (όπως η περ. γ' συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.6 του ν. 1943/1991). Σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2 και 12 του ν. 4169/1961 (όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 2 του α. ν. 29/1967) προβλέφθηκε η εκ μέρους ενός αυτονόμου ασφαλιστικού οργανισμού κοινωφελούς χαρακτήρα παροχή ασφάλισης γήρατος, ασθενείας και αποζημίωσης σε όλα τα πρόσωπα, τα οποία απασχολούνται στην Ελλάδα με την αγροτική οικονομία και αντλούν το βιοπορισμό τους από αυτήν, ως κύριο επάγγελμα. Για το σκοπό αυτό δημιουργήθηκε ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που εδρεύει στην Αθήνα και τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους, ασκούμενη από τον Υπουργό Γεωργίας. Με τέτοια μορφή και σκοπό, ο ΟΓΑ υπάγεται στο δημόσιο τομέα. Εξ άλλου, στο άρθρο 2 του ν. 799/1978 (όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 7 του ν. 826/1978 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 9 του ν. 2297/1995), ορίσθηκε ότι οι εν γένει διατάξεις της νομοθεσίας για τον ΟΓΑ, ως ειδικές, κατισχύουν πάσης άλλης διατάξεως, με επιφύλαξη αυτών για τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα, του ν. 2190/1994, όπως ισχύει. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.3 της 177647/1961 κοινής υπουργικής απόφασης (ΚΥΑ) των υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 320) "περί του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΟΓΑ", το προσωπικό του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων συνδέεται με αυτόν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Με τις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού, μεταξύ άλλων, ρυθμίζονται τα ζητήματα της κατάταξης του προσωπικού σε κατηγορίες και κλάδους και της αμοιβής αυτού για την παρεχόμενη εργασία. Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ.6 εδ. δ' του Κανονισμού, όπως το εδάφιο αυτό είχε προστεθεί με την παρ. Γ' της 178040/7429/1966 ΚΥΑ των ίδιων υπουργών (ΦΕΚ Β' 620), ορίσθηκε ότι "Εις τους υπαλλήλους του Κλάδου Αναλυτών και Προγραμματιστών χορηγείται ειδικόν επίδομα ίσον προς 25%, εις τους χειριστάς ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ) και εις τους χειριστάς λοιπών εν γένει μηχανημάτων ίσον προς 20% και εις τας χειριστρίας διατρητικών ή επαληθευτικών μηχανών ίσον προς 15% του βασικού μηνιαίου μισθού των".
- Επειδή, με το άρθρο 8 παρ.8 του Μέρους Α' του ν. 3205/2003, ο οποίος αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ" και με τον οποίο καταργήθηκαν οι προϊσχύσασες, ομοίου περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 8 παρ.11 του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης", ορίσθηκαν τα εξής: "Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής επιδόματα κατά μήνα: [...] πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 (ΦΕΚ 39 Α), [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής (όπως τα σχετικά ποσά αναπροσαρμόστηκαν από 1-8-2007 με το άρθρο 88 παρ.1 του ν. 3606/2007): α. αναλυτές προγραμματιστές, ηλεκτρονικοί μηχανικοί σε εκατόν είκοσι
(120)ευρώ, β. χειριστές - χειρίστριες ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ), διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε εκατόν τέσσερα
(104)ευρώ, [...]. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερομένων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ' όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη σωρευτική συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Πλην των ανωτέρω, περιοριστικά αναφερόμενων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε δακτυλογράφους, χρήστες Η/Υ ή προσωπικών υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα προβλεπόμενα από την παράγραφο 11 του παρόντος άρθρου επιδόματα ειδικών συνθηκών εργασίας". Τέλος, κατά το άρθρο 28 παρ.9 του ν. 3205/2003, "Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται: [...] Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του Μέρους Α' του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτό".
- Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και, συνεπώς, δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, ώστε να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξ αυτών έπεται ότι, αν γίνει με νόμο ειδική, ευνοϊκή ρύθμιση για μια κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχείρισης, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Και ότι, προς αποκατάσταση της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία προσώπων υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική, ευνοϊκή ρύθμιση πρέπει να εφαρμοσθεί και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος της οποίας έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.
- Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003 (1-4-2004), το επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα που εμπίπτει στην εφαρμογή του, όπως οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ, υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, σε σχέση με εκείνες που ίσχυαν προηγουμένως. Ειδικότερα, δικαιούχοι του επιδόματος είναι μόνο ειδικευμένοι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001, ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ (ΑΠ 594/2011, 554/2010, 557/2007). Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας με διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων, διότι, αντιθέτως, διακρίνει αφ' ενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ' ετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν Η/Υ κατά την παροχή της εργασίας τους σε θέση άσκησης διοικητικών ή οικονομικών καθηκόντων, όπως παλαιότερα χρησιμοποιούσαν τη γραφομηχανή ή την αριθμομηχανή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του επιδόματος. Η διάκριση αυτή, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά όρια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ.8 του ν. 3205/2003 και τη με βάση αυτές ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 14 παρ.6 εδ. δ' του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού του ΟΓΑ, ως προς τις προϋποθέσεις καθορισμού των δικαιούχων του επιδόματος πληροφορικής μεταξύ των υπαλλήλων της υπηρεσίας του.
- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.16 περ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν προτάσεως κάποιου από τους διαδίκους, δέχτηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον αναιρετικό έλεγχο υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου με την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλομένη απόφαση, όσο και ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου σε συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, από τελεσίδικη δικαστική απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι μεν διαφορετικό από εκείνο της προηγούμενης, έχει, όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Αυτό κατ' αρχήν συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτά που κρίθηκαν στην προηγούμενη δίκη. Παρά ταύτα, το δεδικασμένο δεν αφορά ούτε περιλαμβάνει τη γνώμη του δικαστηρίου ως προς την έννοια ή την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν. Πολύ περισσότερο, δεδικασμένο δεν υφίσταται όταν το δικαστήριο, κατά τον προσδιορισμό της νομικής αιτίας, η οποία αποτέλεσε τη βάση της αιτιολογίας της απόφασης που προβάλλεται ως παραγωγική δεδικασμένου, αγνόησε τις διατάξεις ουσιαστικού νόμου, οι οποίες είναι μεταγενέστερες εκείνων που εφάρμοσε και σύμφωνα με τις οποίες προσήκει διαφορετική κρίση ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του δικαιώματος που είχε αποτελέσει τότε και αποτελεί εκ νέου αντικείμενο της δικαστικής διάγνωσης.
- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), με την ένδικη, από 28-12-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή, επικαλέσθηκε την ιδιότητά του ως υπαλλήλου του εναγομένου Οργανισμού (ήδη αναιρεσείοντος), την απασχόλησή του στον κλάδο διεθνών ασφαλιστικών σχέσεων της Β' κατηγορίας διοικητικών υπαλλήλων και την παροχή εργασίας συνισταμένης στην εισαγωγή στοιχείων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε να επιδικασθεί σ' αυτόν, για το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 23-10-2004 μέχρι 28-2-2007, το ειδικό επίδομα 20% επί του βασικού του μισθού (επίδομα πληροφορικής), το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 14 παρ.6 εδ. δ' του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΟΓΑ και καταβάλλεται προς τους χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών, επικαλούμενος, κυρίως, την ευθεία εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως του Κανονισμού και, επικουρικώς, την εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Για την ευόδωση της αγωγής, ο ενάγων επικαλέσθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την 1064/2004 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε επιδικασθεί στον ίδιο (όπως, τότε, και σε άλλους υπαλλήλους) το αυτό επίδομα, κατ' εφαρμογή της αυτής διατάξεως του Κανονισμού, για το προηγούμενο χρονικό διάστημα από 17-9-2002 μέχρι 22-10-
- Το Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας κατόπιν εφέσεως του εναγομένου κατά της 1188/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ενδίκου αγωγής, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι με την επικαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου είχε κριθεί τελεσίδικα "ότι δικαιολογητικός λόγος της χορήγησης του επιδόματος υπήρξε η πραγματική ενασχόληση των υπαλλήλων με το χειρισμό ηλεκτρονικών υπολογιστών, χωρίς ιδιαίτερα κριτήρια ή προϋποθέσεις, όπως κάποιο τυπικό προσόν, ότι κριτήριο δεν αποτελούσε η ειδικότητα των υπαλλήλων, αλλά το αντικείμενο της πραγματικά παρεχόμενης εργασίας τους, ότι ο ενάγων είχε παρακολουθήσει σεμινάριο, που διοργανώθηκε από τον εναγόμενο και με τον τρόπο αυτό είχε αποκτήσει ιδιαίτερες γνώσεις και εμπειρία ως προς την εισαγωγή στοιχείων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και ότι η χορήγηση του επιδόματος μόνο στους υπαλλήλους του κλάδου αναλυτών και προγραμματιστών και όχι στον ενάγοντα, παρά το γεγονός ότι αυτός είχε τα ίδια προσόντα και πρόσφερε την ίδια εργασία με εκείνους, αποτελούσε αδικαιολόγητη, διαφορετική μεταχείριση και δυσμενή διάκριση, για την άρση της οποίας έπρεπε να καταβληθεί το επίδομα πληροφορικής και στον ενάγοντα, για το τότε ένδικο χρονικό διάστημα". Κατόπιν αυτού, το Εφετείο δέχθηκε την απόρροια δεδικασμένου από την 1064/2004 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών "δεδομένου του ότι υφίσταται ταυτότητα διαδίκων, της ιδιότητας αυτών, του κρινόμενου δικαιώματος και της ιστορικής και νομικής αιτίας" και απέρριψε την έφεση κατά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως, με την οποία είχε επιδικασθεί το αιτούμενο επίδομα και για το ήδη κρίσιμο χρονικό διάστημα από 23-10-2004 μέχρι 28-2-
- Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, διότι η άποψη του Ειρηνοδικείου ως προς τις κατά νόμο προϋποθέσεις καταβολής του επιδόματος πληροφορικής, συναγόμενες από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.6 εδ. δ' του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΟΓΑ, χωρίς, μάλιστα, να έχει ληφθεί υπ' όψη η μεταγενέστερη, αρχικώς δια του άρθρου 8 παρ.11 του ν. 2470/1997 και στη συνέχεια δια του άρθρου 8 παρ.8 του ν. 3205/2003, αποσαφήνιση των προϋποθέσεων αυτών, που περιόριζε τη χορήγησή του στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, δεν ενέπιπτε στην έννοια του δεδικασμένου. Ως εκ τούτου, το Εφετείο είχε την υποχρέωση να αποφανθεί αυτοτελώς ως προς την αληθινή έννοια της διατάξεως του άρθρου 14 παρ.6 εδ. δ' του Κανονισμού περί των προϋποθέσεων καταβολής του επιδόματος πληροφορικής, υπό το φως των νεότερων νομοθετικών εξελίξεων, οι οποίες είχαν αγνοηθεί κατά την προηγούμενη δίκη και να μη δεχθεί δεδικασμένο ως προς το ζήτημα αυτό. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται παραδεκτώς η παράβαση αυτή, διότι τα στοιχεία που τη συνιστούν είχαν προβληθεί ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
- Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα του δευτέρου από τους λόγους της αιτήσεως, για κακή εφαρμογή των διατάξεων ως προς την έναρξη της τοκογονίας των, κατά την αγωγή, οφειλόμενων διαφορών αποδοχών και ως προς το επιτόκιο υπερημερίας σε βάρος του ΟΓΑ, αποβαίνει περιττή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20-3-2013), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του λόγου που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή. Τέλος, τα εν γένει δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω των ιδιαιτέρων ερμηνευτικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων, η οποία, μάλιστα, είχε οδηγήσει στην έκδοση διαφορετικού περιεχομένου τελεσιδίκων αποφάσεων (ΚΠολΔ 179). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΚΑΛΕΙ την 1679/2012 παρεμπίπτουσα απόφαση αυτού του δικαστηρίου κατά το μέρος, που προσδιορίζεται στη σκέψη αρ.2 των αιτιολογιών της παρούσας. ΑΝΑΙΡΕΙ την 2307/20102 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την υπόθεση. ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της εφέσεως και ΔΕΧΟΜΕΝΟ αυτήν. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 1188/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ένδικη, από 28-12-2006 αγωγή.- Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 14η Οκτωβρίου
- -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Νοεμβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ