← Ελλάδα

ΑΠ 2025/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2025 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη. Περίληψη: Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και γ) απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα (έλλειψη ακροάσεως) από το γεγονός ότι απέρριψε το αίτημα αναβολής. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 2025/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Π. Ε. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Αναστασάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7027/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 141/2010 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, αποτελεί η και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α Π.Κ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ.2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση, να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δε, δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μίας ή της άλλης περίπτωσης, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθοριστεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 79 Π.Κ. Αν υπάρχει ασάφεια, αναφορικά με το είδος της διακινδύνευσης, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβίασης της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 309 του Π.Κ και ιδρύεται ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 7027/2009 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και από την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη για την οποία κατηγορείται και συγκεκριμένα αποδείχθηκε, ότι "ο κατηγορούμενος στο ..., στις 2-7-2004, έκαψε την οπίσθια επιφάνεια του αριστερού ημιθωρακίου της ανήλικης Ζ. Κ. με αναμμένο τσιγάρο προκαλώντας της έτσι κυκλικό έγκαυμα διαμέτρου 0,80 εκ. τελώντας το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Τα παραπάνω αποδεικνύονται ιδίως από τις καταθέσεις των τριών πρώτων μαρτύρων κατηγορίας, στους οποίους η ανήλικη διηγήθηκε τον τρόπο με τον οποίο προκλήθηκε το έγκαυμα από τον κατηγορούμενο, που συμπίπτει με όσα κατέθεσε κατά την ανωμοτί κατάθεση της η ανήλικη προανακριτικά στις 6-1-2004, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμό 1290/2004 ιατροδικαστική έκθεση και το από 9-7-2004 ενημερωτικό σημείωμα του Νοσοκομείου Παίδων Αγλαΐα Κυριακού, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τον οποίο κάηκε στο δρόμο από την καύτρα ενός αγνώστου άνδρα, δεν κρίνεται πειστικός, αφενός μεν από το είδος του καψίματος, αφετέρου δε γιατί κάτι τέτοιο υποστηρίζει μόνο η μάρτυρας, που προτάθηκε απ' αυτόν και η οποία δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας και δεν έχει ιδία γνώση, γεγονός που ενισχύεται και από το ότι ενώ, η μάρτυρας αυτή καταθέτει ότι το παιδί το πήγαν η μητέρα του και ο κατηγορούμενος στο φαρμακείο, όπου και του έβαλαν αλοιφή, ο ίδιος ο κατηγορούμενος τη διαψεύδει καταθέτοντας ότι το παιδί δεν το πήγαν στο φαρμακείο. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν συντρέχει περίπτωση να αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης προκειμένου να προσέλθει στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου η ανήλικη, για να καταθέσει σχετικά και επομένως το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο. Κατόπιν τούτων πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας, να του αναγνωρισθεί όμως, το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ., καθόσον μέχρι την τέλεση της πράξης αυτής, διήγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό βίο". Στη συνέχεια, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ

(8)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές, το δικαστήριο διέλαβε στην απόφαση του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1 και 308-309 παρ.1σ του Π.Κ., που εφαρμόστηκε, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Έτσι, δε που έκρινε το Εφετείο, ως προς το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, λόγω της αναφοράς, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, των εννόμων αγαθών της παθούσας των οποίων επήλθε η διακινδύνευση, η οποία αφορούσε την πρόκληση σ' αυτήν βαριάς σωματικής βλάβης, δεν δημιούργησε ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης που δέχτηκε, ότι συνέτρεξε και δεν παραβίασε έτσι εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, ούτε στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση. Μετά ταύτα είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η πράξη για τη οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος, φέρει το χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτό ότι φέρει το χαρακτήρα της ελαφριάς σωματικής βλάβης και λόγω ελλείψεως της οικείας εγκλήσεως, να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να προσκομιστούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεως του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφαση του. Διαφορετικά, αν δηλαδή, απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, ενώ η μη απάντηση στο αίτημα αυτό (σιγή απόρριψης συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' λόγο αναίρεσης. Η υποβολή της αίτησης για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωση τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει με το σχετικό λόγο της ένδικης αίτησης, όπως εκτιμάται, έλλειψη ακρόασης, με την ειδικότερη αιτίαση ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, υπέβαλε αίτημα στο δίκασαν Εφετείο να αναβληθεί η εκδίκαση της υποθέσεως προκειμένου να κληθεί η ανήλικη παθούσα". Από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό αίτημα του, για αναβολή της συζητήσεως για κρείσσονες αποδείξεις, αφού δέχθηκε τα εξής: "το γεγονός της πρόκλησης στην παθούσα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, όπως προεκτέθηκε κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, αποδεικνύεται ιδίως από τις καταθέσεις των τριών πρώτων μαρτύρων κατηγορίας, στους οποίους η ανήλικη διηγήθηκε τον τρόπο με τον οποίο προκλήθηκε το έγκαυμα από τον κατηγορούμενο, που συμπίπτει με όσα κατέθεσε κατά την ανωμοτί κατάθεση της η ανήλικη προανακριτικά στις 6-1-2004, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμό 1290/2004 ιατροδικαστική έκθεση και το από 9-7-2004 ενημερωτικό σημείωμα του Νοσοκομείου Παίδων Αγλαΐα Κυριακού, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τον οποίο κάηκε στο δρόμο από την καύτρα ενός αγνώστου άνδρα, δεν κρίνεται πειστικός, αφενός μεν από το είδος του καψίματος, αφετέρου δε γιατί κάτι τέτοιο υποστηρίζει μόνο η μάρτυρας που προτάθηκε απ' αυτόν και η οποία δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας και δεν έχει ιδία γνώση, γεγονός που ενισχύεται και από το ότι ενώ η μάρτυρας αυτή καταθέτει ότι το παιδί το πήγαν η μητέρα του και ο κατηγορούμενος στο φαρμακείο, όπου και του έβαλαν αλοιφή, ο ίδιος ο κατηγορούμενος τη διαψεύδει καταθέτοντας ότι το παιδί δεν το πήγαν στο φαρμακείο. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν συντρέχει περίπτωση να αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης προκειμένου να προσέλθει στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου η ανήλικη για να καταθέσει σχετικά". Η αιτιολογία δε με την οποία απέρριψε το σχετικό αίτημα για αναβολή της υποθέσεως, για κρείσσονες αποδείξεις, είναι η επιβαλλόμενη από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ. Μετά από αυτά, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε' και Β' του Κ.Π.Δ., σχετικοί λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, το μεν για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, το δε για απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, καθώς και η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27 Ιανουαρίου 2010 αίτηση του Π. Ε. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 7027/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 01 Δεκεμβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.