← Ελλάδα

ΑΠ 2027/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2027 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υπόχρεου. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των οικείων ποινικών διατάξεων. Αιτιολογείται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του και ο επιτακτικός κανόνας από τον οποίον απορρέει η υποχρέωση του. Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 2027/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 19η Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Η. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 269/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ι. Ρ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημακόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 767/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον και δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη (άρθρ. 15 ΠΚ), πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται η συνδρομή της ανωτέρω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου ή η ειδική σχέση, απ' όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 269/19-1-2010 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των νομίμως προσκομιζομένων και επικαλουμένων εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ήταν κατά τον Ιανουάριο 2003, κατόπιν σχετικής συμβάσεως με τους συνιδιοκτήτες, αρμόδιος συντηρητής του, επί της οδού ... πολυόροφης οικοδομής, λειτουργούντος ανελκυστήρος. Από έλλειψη όμως της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, καθώς λόγω πλημμελούς συντήρησής του ως άνω ανελκυστήρα κατά το μήνα Ιανουάριο 2003, δεν αντιλήφθηκε το γεγονός ότι το συρματόσχοινο του οροφοδιαλογέα δεν ήταν τοποθετημένο σε ορθή θέση με αποτέλεσμα αυτό, κάθε φορά που λειτουργούσε ο ανελκυστήρας, να έρχεται σε επαφή με μεταλλικά εξαρτήματα του τελευταίου και να φθείρεται, εξαιτίας δε της συνεχούς φθοράς την 5-2-2003 το εν λόγω συρματόσχοινο αποκόπηκε κατά τη στιγμή που ο ανελκυστήρας κινούνταν ανοδικά έχοντας ως επιβάτη την Ι. σύζ. Δ. Ρ. και ο ανελκυστήρας κινήθηκε ανεξέλεγκτα και απότομα πρώτα ανοδικά και μετά καθοδικά, με αποτέλεσμα, λόγω του επελθόντος βιαίου τραντάγματος η παραπάνω να υποστεί κάταγμα πλευρών αριστερού ημιθωρακίου και πρόσθια ολίσθηση 1ου βαθμού του Ο4 επί του Ο5 σπονδύλου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης 10 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, και 314 του Π.Κ., που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά και προσδιορίζει σαφώς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός ενήργησε, ενώ περαιτέρω αναφέρει και αιτιολογεί την ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του, να παρεμποδίσει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και τον επιτακτικό κανόνα από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωση αυτή, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, ήτοι τη σύμβαση που είχε υπογράψει αυτός (αναιρεσείων) με τους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων της πολυόροφης οικοδομής. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος, με την παραδοχή ότι το επελθόν αποτέλεσμα του τραυματισμού της παθούσας, οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πλημμελή συντήρηση του ανελκυστήρα. Τούτο, γιατί ο αναιρεσείων αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, να επιμελείται για τη συντήρηση και την καλή λειτουργία του ανελκυστήρα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία του και η ασφαλής μεταφορά των ενοίκων της πολυκατοικίας και των τρίτων προσώπων, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν έλαβε τα προσήκοντα εκείνα μέτρα τα οποία θα εξασφάλιζαν την ομαλή λειτουργία του. Συγκεκριμένα, γιατί, όχι μόνο δεν έλεγξε τη σταθερότητα της τροχαλίας, αλλά ούτε και την λειτουργικότητα και πραγματική κατάσταση του συρματόσχοινου του οροφοδιαλογέα, το οποίο δεν ήταν τοποθετημένο στην ορθή του θέση, με αποτέλεσμα το συρματόσχοινο ερχόταν σε επαφή με μεταλλικά εξαρτήματα του ανελκυστήρα και εξ' αυτής της επαφής να φθείρεται αυτό (συρματόσχοινο) προοδευτικά, και σε δεδομένη χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, αυτό να αποκοπεί και να προκαλέσει την πτώση του θαλάμου, στον οποίο επέβαινε η παθούσα και εξ' αυτής της πτώσεως αυτή να τραυματισθεί. Σημειώνεται, επίσης, σύμφωνα με τις οικείες παραδοχές, ότι η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, αναμφισβήτητα πήγαζε από τη σχετική σύμβαση, που αυτός είχε υπογράψει με την ιδιότητα που προαναφέρθηκε, αυτή του συντηρητή, με τους ενοίκους της πολυόροφης οικοδομής. Επίσης, από την αντιπαραβολή του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, γίνεται φανερό ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προέκυψαν, σε αμέλεια του αναιρεσείοντος, και συγκεκριμένα σε εκείνη υπό τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, με την έννοια ότι αυτός δεν προέβλεψε το εξ' αυτής επελθόν αποτέλεσμα. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν εκτίμησε και δεν αξιολόγησε ως ίδιο αποδεικτό μέσο κατά τη διάταξη του άρθρου 183 του Κ.Π.Δ, την από 26-3-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Κ. Π., είναι απαράδεκτη, αφού αυτή δεν διενεργήθηκε στα πλαίσια ανακρίσεως, ούτε κατόπιν εντολής του δικαστηρίου ή του Συμβουλίου, αλλά εκτιμάται ως απλό έγγραφο σύμφωνα με τα άρθρο 178 του ιδίου Κώδικα και συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο με τα λοιπά έγγραφα. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη τρεις αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό πρωτ. 1010/6-5-2010 αίτηση του Κ. Η. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 269/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.