← Ελλάδα

ΑΠ 2030/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναβολής αίτημα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Goo

παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα χρήσεως πλαστού εγγράφου κατ` εξακολούθηση και τον καταδίκασε ποινή φυλακίσεως επτά

(7)μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος είναι γιατρός, έχει την ειδικότητα του ακτινολόγου και διατηρεί ακτινολογικό ιατρείο στην οδό ... το οποίο είναι οργανωμένο ως τμήμα του Ιατρικού Κέντρου Δυτικής Αττικής που στεγάζεται στην ως άνω διεύθυνση και έχει διάφορα ιατρικά τμήματα, όπως...Τον Απρίλιο του έτους 2003 το τμήμα Ελέγχου και Επιθεώρησης του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠΟΤΕ), με το οποίο ήταν συμβεβλημένος ο ως άνω κατηγορούμενος γιατρός για την εκτέλεση εντολών υγειονομικής περίθαλψης ασφαλισμένων του εν λόγω Ταμείου, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων που ορίζονται από το Π. Δ. 411/30-8-1998 "Οργανισμός ΤΑΠ-ΟΤΕ", προχώρησε σε περικοπή ύψους 1250,16 ευρώ κατά τον έλεγχο του λογαριασμού από ιατρικές πράξεις του που είχε υποβάλλει ο ως άνω κατηγορούμενος (...) εφαρμόζοντας τις ισχύουσες νομοθετικές και καταστατικές διατάξεις και εγκυκλίους του ταμείου. Ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε το γεγονός της περικοπής και το λόγο αυτής που ήταν ότι οι εξετάσεις Triplex αγγείων ασφαλισμένων τις οποίες είχε υποβάλει προς πληρωμή δεν είχαν αναγραφεί από τον προβλεπόμενο, από την υπ` αρ. 6971/1-8-2001 εγκύκλιο της Δ/νσης Υγειονομικού, ιατρό ειδικότητας Νευρολόγου - Ω.Ρ.Λ. - Καρδιολόγου, και προσκόμισε τροποποιημένη την προαναφερόμενη εγκύκλιο, με τον ίδιο αριθμό πρωτοκόλλου και ημερομηνία έκδοσης ... η οποία στην παράγραφο 2 ανέφερε για τα τρίπλεξ ότι θα μπορούν να αναγράφονται εκτός από τους ως άνω ιατρούς και από Οφθαλμίατρο και από Παθολόγο χωρίς όμως αυτή η εγκύκλιος να φέρει τις υπογραφές του Συντονιστή της Διοίκησης και του Διευθυντή του Υγειονομικού. Τα περιστατικό αυτό προβλημάτισε τους υπαλλήλους του τμήματος Ελέγχου και έτσι προέβησαν σε δειγματοληπτικό έλεγχο των εντολών υγειονομικής περίθαλψης των ασφαλισμένων και ειδικότερα των εξετάσεων ΤΡΙΠΛΕΞ που είχαν εκτελεσθεί από τον πιο πάνω κατηγορούμενο υπό την εποπτεία της Διευθύντριας Διοικητικού του ΤΑΠ-ΟΤΕ .... Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι σε τριάντα έξι
(36)περιπτώσεις ασφαλισμένων, το πρωτότυπο - παραπεμπτικό δελτίο από το βιβλιάριο του ασφαλισμένου, θεωρημένο από τους ελεγκτές γιατρούς του ταμείου του ΤΑΠ-ΟΤΕ (Σ1 και Σ2), που συνόδευε το λογαριασμό που υπέβαλε ο κατηγορούμενος για να πληρωθεί (το δελτίο παροχής υπηρεσιών) δεν ανταποκρινόταν στο ταυτάριθμο αντίστοιχο στέλεχος του βιβλιαρίου του ασφαλισμένου (αντίγραφο) στο οποίο είτε αναγραφόταν επίσκεψη στο ιατρείο είτε ήταν σκισμένο ενώ στο θεωρημένο πρωτότυπο παραπεμπτικό δελτίο του βιβλιαρίου αναγραφόταν από το θεράποντα ιατρό τρίπλεξ αρτηριών κ.λπ. Οι ασφαλισμένοι στις παραπάνω 36 περιπτώσεις με υπεύθυνες δηλώσεις τους δήλωσαν ότι είχαν επισκεφθεί το διαγνωστικού κέντρου του κατηγορουμένου για εξετάσεις τους και είχαν αφήσει στη γραμματεία του το βιβλιάριό τους προς διευκόλυνσή τους, αλλά ουδέποτε είχαν επισκεφθεί τους γιατρούς που φέρονται ότι ανέγραψαν τις εντολές για τρίπλεξ, που είναι γιατροί κυρίως του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου Αθηνών, αλλά και οι γιατροί, που φέρονται ότι έχουν αναγράψει τις σχετικές εξετάσεις TRIPLEX στα βιβλιάρια και έχουν υπογράψει τα σχετικά δελτία εντολών εξετάσεων δεν είχαν συντάξει και υπογράψει αυτά, οι υπογραφές αυτών που αναφέρονται στο διατακτικό είχαν τεθεί κατ` απομίμηση των γνησίων υπογραφών τους και οι σφραγίδες τους που είχαν τεθεί στα ως άνω δελτία εντολών εξετάσεων ήταν πλαστές. Επακολούθησε έρευνα από τους Επιθεωρητές του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων οι οποίοι εξετάστηκαν και ως μάρτυρες και οι οποίοι συνέταξαν την αναγνωσθείσα από 28-11-2003 έκθεση έρευνας. Οι ανωτέρω Επιθεωρητές διαπίστωσαν ότι παραβιάστηκε η διαδικασία που προβλέπεται για τη συνταγογράφηση, τη θεώρηση και εκτέλεση των εντολών υγειονομικής περίθαλψης σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις από τους ίδιους τους ασφαλισμένους, από τους θεράποντες γιατρούς, από τους ελεγκτές γιατρούς του ΤΑΠ-ΟΤΕ (Σ1, Σ2 και Σ3), που ήταν συγκατηγορούμενοι με τον κατηγορούμενο γιατρό Χ πρωτοδίκως και αθωώθηκαν, και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ιατρό ο οποίος φρόντιζε τόσο τη συνταγογράφηση των εντολών περίθαλψης, όσο και τη θεώρηση και την εκτέλεση αυτών αφού ο ίδιος φρόντιζε να προσκομίζει τα πρωτότυπα των αποκομμάτων των βιβλιαρίων στους ελεγκτές γιατρούς του ταμείου για θεώρηση και στη συνέχεια για την υποβολή αυτών στις υπηρεσίες του ταμείου προς πληρωμή του για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του στους ασφαλισμένους. Σημειώνεται ότι οι επιθεωρητές συντάκτες της ως άνω αναγνωσθείσης έκθεσης έρευνας με ημερομηνία 28-11-2003 ζήτησαν από τον κατηγορούμενο να τους προσκομίσει ή επιδείξει τα TRIPLEX, που αφορούσαν τις 36 πλαστές συνταγές, αυτός αρνήθηκε, επικαλούμενος τεχνικά προβλήματα, προσωπικά δεδομένα και ιατρικό απόρρητο. Σημειώνεται ακόμη ότι η ελεγκτής γιατρός του Σ2 είχε μισθώσει ιατρείο στο κτίριο που στεγαζόταν το Ιατρικό Κέντρο Δυτικής Αττικής από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να δώσει πειστικές εξηγήσεις για τα σε βάρος του στοιχεία σχετικά με την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου κατ` εξακολούθηση για την οποία κατηγορείται. Ο υπερασπιστικός του ισχυρισμός ότι τον παραπλάνησε μητέρα ασθενούς του, που προσφέρθηκε να τον εξυπηρετεί για να μεταφέρει τα βιβλιάρια πελατών του σε γιατρούς του νοσοκομείου Ιπποκρατείου για να γράφουν τις εξετάσεις TRIPLEX πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον στους Επιθεωρητές του Υπουργείου που έκαναν τη σχετική έρευνα δεν την κατονόμασε, η δε αναφορά της αργότερα κατά την πορεία της ποινικής διαδικασίας δεν ενισχύει τον ως άνω ισχυρισμό του, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν έχει στραφεί εναντίον της για την επικαλούμενη από αυτήν εξαπάτησή του, η οποία άλλωστε δεν μπορούσε να γίνει δεδομένου ότι η εντολή ιατρικής εξέτασης στο βιβλιάριο ασθενείας του ασφαλισμένου που είχε αναγραφεί δήθεν από τους ως άνω ιατρούς και που ήταν TRIPLEX διαφόρων αγγείων δεν συμφωνούσε με το ταυτάριθμο αντίγραφο που βγαίνει κατά πάγια τακτική με καρμπόν στο απομένον στέλεχος του βιβλιαρίου του ασφαλισμένου στο οποίο αναγραφόταν η ένδειξη ιατρική επίσκεψη και αυτό ήταν σε γνώση του κατηγορουμένου. Άλλωστε ο κατηγορούμενος είναι ο μόνος που είχε συμφέρον από τις πλαστές εντολές περίθαλψης αφού θα πληρωνόταν με την προσκόμισή τους στο ταμείο του ΤΑΠ-ΟΤΕ, είτε πραγματοποιώντας αυτές τις εξετάσεις ο ίδιος όπως αυτός ισχυρίζεται ότι τις πραγματοποίησε είτε μη πραγματοποιώντας αυτές όπως το σύνολο σχεδόν των αναφερομένων στο κατηγορητήριο ασφαλισμένων δήλωσαν στους παραπάνω επιθεωρητές με υπεύθυνες δηλώσεις τους ότι δεν τις πραγματοποίησαν και ότι δεν έχουν υπογράψει οι ίδιοι τις σχετικές εντολές περίθαλψης του βιβλιαρίου τους. Σημειώνεται ότι αποδείχθηκε ότι δεν ήταν γνήσιες οι υπογραφές των θεραπόντων ιατρών που φέρονται ότι ανέγραψαν τις εντολές περίθαλψης (εξέτασης) TRIPLEX στις αναφερόμενες στο κατηγορητήριο 36 περιπτώσεις ασφαλισμένων, γεγονός που επιβεβαιώνεται τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Επιθεωρητών του Υπουργείου Εργασίας όσο και από τους ασφαλισμένους οι οποίοι με τις δηλώσεις τους προς το ΤΑΠ-ΟΤΕ και τους Επιθεωρητές δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν τους γιατρούς αυτούς. Με δεδομένα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα, που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, εν γνώσει της πλαστότητας αυτών και κατόπιν τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ` εξακολούθηση...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της χρήσεως πλαστών εγγράφων κατ` εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αιτιολογούνται πλήρως και χωρίς ασάφειες ή λογικά κενά όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, δηλαδή η ύπαρξη των πλαστών εγγράφων (εντολών περιθάλψεως), η, εν γνώσει της πλαστότητάς τους, χρησιμοποίηση αυτών από τον αναιρεσείοντα, με την προσκόμισή τους στο ΤΑΠ-ΟΤΕ, και ο σκοπός παραπλανήσεως άλλων (των αρμοδίων υπαλλήλων του νομικού αυτού προσώπου) για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες (ότι, δηλαδή, οι αναφερόμενες στις εντολές εξετάσεις είχαν πραγματοποιηθεί και, κατά συνέπειαν, εδικαιούτο αυτός να εισπράξει τα χρηματικά ποσά που, επίσης, αναφέρονταν σ` αυτές). Επομένως, ο,

§1στοιχ.

Δ ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Αιτιολογείται πλήρως η γνώση αυτού για την πλαστότητα των εντολών περιθάλψεως με την παραδοχή ότι είχε προσκομίσει αυτός τροποποιημένη την υπ` αριθ. 6971/1.8.2001 εγκύκλιο, η οποία ανέφερε ότι τα triplex μπορούσαν να αναγράφονται και από οφθαλμίατρο και από παθολόγο, δεν έφερε, όμως, τις υπογραφές των αρμοδίων προσώπων. Δέχεται, δηλαδή, το Δικαστήριο της ουσίας, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να γνωρίζει ή τουλάχιστον, λαμβανομένης υπόψη και της πείρας του ως ιατρού, να ελέγξει αν η εγκύκλιος αυτή ήταν έγκυρη, γεγονός από το οποίο εξάγεται από λογική αναγκαιότητα η γνώση και δεν χρειαζόταν περαιτέρω ανάλυση. β) Αιτιολογείται, ακόμη, και ο σκοπός παραπλανήσεως των αρμοδίων υπαλλήλων, με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος, με την προσκόμιση των πλαστών εντολών περιθάλψεως στο ταμείο του ΤΑΠ-ΟΤΕ, θα πληρωνόταν είτε πραγματοποιώντας τις εξετάσεις αυτές ο ίδιος είτε όχι. Και γ) λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να αξιολογούνται αυτά και να αναφέρεται από ποια από αυτά συνάγεται η γνώση της πλαστότητας. Τέλος, η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων ..., ...., ιατρικές εξετάσεις των 36 ασθενών του κατηγορητηρίου, που αναγνώσθηκαν, κ.λπ.) είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Β§§8,9,10 του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών": "Απαγορεύεται να προσδιοριστεί ή ν' αναβληθεί υπόθεση σε δικάσιμο για την οποία έχει γίνει κλήρωση της σύνθεσης του δικαστηρίου. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται: α) ο προσδιορισμός 1) αν συμπληρώνεται ο χρόνος της παραγραφής του εγκλήματος, οπότε ο αρμόδιος εισαγγελέας εκδίδει αιτιολογημένη πράξη, που παραμένει στη δικογραφία, ...(παρ. 8). Ο προσδιορισμός των ποινικών υποθέσεων γίνεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα με σημείωση της δικασίμου, χρονολογία και υπογραφή του στους φακέλους των δικογραφιών (παρ. 9). Η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10)". Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει, ότι η υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε προσδιορισθεί αρχικά για τη δικάσιμο της 26.3.2010, η οποία διακόπηκε για τις 30.3.2010. Κατά την ημέρα εκείνη, με την υπ` αριθ. 3359/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η δίκη αναβλήθηκε, κατόπιν αιτήσεως των πληρεξουσίων δικηγόρων του κατηγορουμένου, λόγω της αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, για τη δικάσιμο της 19.4.2010, για την οποία, όμως, είχε ήδη γίνει η κλήρωση της συνθέσεως του Δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι: "Επειδή περαιτέρω επίκειται κίνδυνος παραγραφής της υποθέσεως, δεδομένου ότι οι αμέσως επόμενες πράξεις της χρήσεως πλαστών εγγράφων, για τις οποίες κατηγορείται ο κατηγορούμενος, έχουν χρόνο τελέσεως την (1.4.2002), 14.5.2002 και 20.5.2002, πρέπει να αναβληθεί η εκδίκαση της υποθέσεως σε σύντομο χρονικό διάστημα, έστω και αν έχει γίνει κλήρωση της συνθέσεως του Δικαστηρίου...". Επομένως, ο,

§1στοιχ.

Α ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, γιατί η εκδίκαση της υποθέσεως αναβλήθηκε σε δικάσιμο, για την οποία είχε γίνει ήδη η κλήρωση της συνθέσεως του Δικαστηρίου, χωρίς να αιτιολογείται περαιτέρω η επιλογή της δικασίμου αυτής, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, η ισχυριζόμενη ακυρότητα δεν είχε προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως και, επομένως, έχει καλυφθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί αιτιολογείται ο προσδιορισμός στην ως άνω δικάσιμο, λόγω της επικειμένης παραγραφής μερικοτέρων πράξεων του κατ` εξακολούθηση εγκλήματος που τέλεσε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον,

§1περ.

Α' ΚΠοινΔ, μοναδικό λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 19.11.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Τριμελές Εφετείο στήριξε την καταδικαστική του κρίση, μεταξύ άλλων, και στις υπεύθυνες δηλώσεις των ασφαλισμένων..., οι οποίες δεν αναγνώσθηκαν, με αποτέλεσμα να έχει προκληθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, οι ανωτέρω ασφαλισμένοι δεν είχαν υποβάλει υπεύθυνες δηλώσεις, οι οποίες, βεβαίως, δεν αναγνώσθηκαν, πλην η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε, όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις που αφορούν τη χρήση των πλαστών εντολών περιθάλψεως αυτών, σε άλλα στοιχεία (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση με τον πρόσθετο αυτής λόγο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31 Μαΐου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 4274/2010) αίτηση του Χ μετά του από 18/19.11.2010 προσθέτου λόγου, για αναίρεση της υπ` αριθ. 3891/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου
  2. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.