← Ελλάδα

ΑΠ 2033/2009 — Αναβολή συζήτησης

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2033 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναβολή συζήτησης. Περίληψη: Αναβάλλεται η συζήτηση της αναιρέσεως για να υποβληθεί σχετική Εισαγγελική πρόταση περί του απαραδέκτου ή μη αυτής και ειδοποιηθεί σχετικά ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος κατ' άρθρο 476§1 εδ. 2 ΚΠΔ, σε εκτέλεση της προηγούμενης 991/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, του Αρείου Πάγου. Αριθμός 2.033/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του με αριθμό 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με συγκα-τηγορούμενο τον Ζ. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.185/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 241/8.7.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, κατ' άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., μετά την υπ' αριθ. 991/2009 απόφασιν, την υπ' αριθ. 11/18-6-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υπ' αριθ. 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου εις αναίρεσιν, σύμφωνα με τα άρθρα 473§1, 474 και 482§1α Κ.Π.Δ., με δήλωση του αναιρεσείοντος στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Κρήτης για την οποία συνετάχθη η προδιαληφθείσα έκθεσις, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επεδόθη εις τον αναιρεσείοντα την 6-6-2007και επομένως είναι τυπικά δεκτή. Με την υπό κρίσιν αίτησιν αναιρέσεως προβάλλονται ως λόγοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.II) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λασιθίου με το υπ'αριθμόν 112/2006 βούλευμα του παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (κακουργημάτων) για να δικασθεί για την πράξιν της Νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ησκήθη έφεσις υπό του κατηγορουμένου επί της οποίας εξεδόθη το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 127/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δια του οποίου απερρίφθη, κατ' ουσίαν, η παραπάνω έφεσίς του αφού παραδεκτώς, μετά από την αναθεώρησιν της εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορίας, εχαρακτηρίσθη ορθώς η πράξις του ως νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, με βασικό έγκλημα αυτό της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, από υπάλληλο Τράπεζας, αντικειμένου η αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 146.735,143 ευρώ, πραχθείσα υπό του μη εκκαλέσαντος συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος εις βάρος της Εθνικής Τραπέζης και παράλληλα επεκυρώθη, ως προς τις λοιπές διατάξεις του, το εκκαλούμενο υπ'αριθ. 112/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λασιθίου. Ill) Έλλειψις της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος η οποία ιδρύει τον από το αρθρ. 484§1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικώς με την αποδιδόμενη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και αι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις δια την παραπομπή του κατηγορουμένου εις το ακροατήριο (Α.Π. 572/2005 Ποιν.Λογ. 2005 σελ. 521, Α.Π. 385/2006 Ποιν.Χρον. ΝΣΤ' σελ. 902). Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπ'όψιν του και αξιολόγησε το Συμβούλιο (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγο-ρουμένου), χωρίς να απαιτείται αναλυτικά παράθεση τους και να μνημονεύεται τι προέκυψε από το κάθε ένα, πρέπει όμως να συνάγεται από το βούλευμα ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπ' όψιν και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμησις των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου (Α.Π. 1002/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ' σελ. 124, Α.Π. 333/2000 Ποιν.Χρ. Ν' σελ. 893). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, στην διάταξη που εφηρμόσθη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρ. 484§1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί 'δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν, κατά την κρίσιν του Συμβουλίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού του βουλεύματος ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. IV) Κατά την διάταξη του αρθρ. 2 §§1, 4 ν. 2331/1995, όπως η παρ. 3 αντικ. με το αρθρ. 5 ν. 2655/1998, "Με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία, ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα...". Η έννοια της "εγκληματικής δραστηριότητας", που προβλέπεται και τιμωρείται κατά την πιο πάνω διάταξη του αρθρ. 2 §§1, 4 ν. 2331/95, όπως η παρ. 4 αυτού αντικατεστάθη με το αρθρ. 5 ν. 2655/1998, προσδιορίζεται, στην τέλεση συγκεκριμένων εγκλημάτων που απαριθμούνται περιοριστικά στο στοιχ. α' του αρθρ. 1 ν. 2331/95, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτό της υπεξαίρεσης, αν το αντικείμενο της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (375§1β Π.Κ.) ή αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαιτέρας εμπιστοσύνης ή συντρέχουν οι λοιπές περιστάσεις του αρθρ. 375§2 Π.Κ. Με την τροποποίηση του ν. 2331/1995 δια του ν. 3424/2005, απαλείφθηκε, από τα παραπάνω περιοριστικά αριθμούμενα "βασικά" αδικήματα του αρθρ. 1 στοιχ. α', η υποπερίπτωση που αφορά την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης. Προσετέθη όμως, με την παρ. 1 του αρθρ. 1 ν. 3424/2005 η υποπερίπτωση ιι σύμφωνα με την οποία εντάσσεται στα βασικά εγκλήματα "κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των εξ μηνών και από την τέλεση της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ". Από την διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που είναι υπαλλακτικώς μικτό και ιδιώνυμο έγκλημα, αντικειμενικά μεν απαιτείται αγορά, απόκρυψη, λήψη με την μορφή της εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή στην κατοχή, μετατροπή ή μεταβίβαση οποιασδήποτε περιουσίας, που προέρχεται από την τέλεση των εμπεριεχομένων εις το αρθρ. 1 του ως άνω νόμου αξιόποινων πράξεων, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, έστω και ενδεχόμενος, για την συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων και επί πλέον ο δράστης της νομιμοποιήσεως - που ετελέσθη μέχρι την 31-12-2005, εν όψει του αρθρ. 2 §1 Π.Κ. - πρέπει να ενεργεί από κερδοσκοπία ή με σκοπό της συγκάλυψης της αληθινής προέλευσης της από το αρθρ. 1 στοιχ. γ' του ιδίου νόμου καθοριζομένης "περιουσίας", η οποία περιλαμβάνει τα "περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άϋλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων" ή την αρωγή συνδρομής σε πρόσωπο που εμπλέκεται στην εγκληματική δραστηριότητα. Δεν απαιτείται αθροιστικά κερδοσκοπία και σκοπός συγκάλυψης η συνδρομής αλλά διαζευκτικά κερδοσκοπία ή σκοπός συγκάλυψης ή συνδρομής. Η διατύπωση είναι σαφής, αρκεί οποιοδήποτε από τα τρία αυτά στοιχεία. Δεν απαιτείται η κερδοσκοπία να συντρέχει με έναν από τους άνω σκοπούς (Α.Π. 372/2002, Α.Π. 478/2000). Ο σκοπός του δράστη της νομιμοποίησης είναι υπαλλακτικά, είτε η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης του υλικού αντικειμένου της εγκληματικής δραστηριότητος είτε την παροχή συνδρομής εις όποιον εμπλέκεται είτε ως αυτουργός είτε ως συμμέτοχος στην εγκληματική δραστηριότητα, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του (Πρβλ. και το άρθρο 3 §1 ν. 1990/91 και 6 §1 ν. 2655/98, το αρθρ. 2 §1 ν. 2331/95, όπως είχε προ της αντικ. με το αρθρ. 3 §1 ν. 3424/2005, ανέγραφε μόνο τον σκοπό της συνδρομής γενικά, χωρίς δηλαδή αναφορά του αντικειμένου της συνδρομής). Προκειμένου δε να ενταχθούν μεταξύ των "βασικών" εγκλημάτων και τα αναφερόμενα στην παραπάνω υποπερίπτωση ϋ, που προσετέθη με το αρθρ. 1 §1 ν. 3424/2005, μεταξύ των οποίων και η υπεξαίρεση, πρέπει, από την τέλεση τους, να προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ. Όμως το ποσό αυτό δεν απαιτείται να προβλέπεται στην οικεία διάταξη ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αλλ' αρκεί ότι "από την τέλεση της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ". Απαιτείται δηλ. ό,τι in concreto προέκυψε. Τυχόν αντίθετη άποψη δεν στηρίζεται ούτε στην γραμματική διατύπωση, αντίκειται δε στον σκοπό του νόμου, ήτοι της εισαγωγής της ii του αρθρ. 2 (διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της εγκληματικής δραστηριότητος) και αφετέρου εγκλήματα που έχουν στην αντικειμενική τους υπόσταση διαβαθμίσεις με βάση το ύψος της περιουσίας, ελάχιστα υπάρχουν. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνεται αναμφισβήτητα τουλάχιστον το άμεσο προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητος, δηλ. του βασικού εγκλήματος, ήτοι ο,τιδήποτε έχει αποκτηθεί ευθέως από το έγκλημα, όπως το όφελος επί υπεξαίρεσης (Βλ. για το θέμα αυτό Διονυσόπουλου Ποιν.Χρ. 2006 σελ. 364) (Α.Π. 570/2006 Ποιν.Χρ. ΝΖ σελ. 317, Α.Π. 1611/2007 Ποιν.Χρ. ΝΗ' σελ. 527, Α.Π. 1025/2008 Ποιν.Χρ. ΝΗ' σελ. 607, Α.Π. 1432/2008 αδημ. Α.Π. 1646/2008 αδημ.). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, που το εξέδωσε, εδέχθη ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος αναφέρονται, προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ύστερα από έλεγχο, που διενεργήθηκε στο κατάστημα ... της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, από επιθεωρητές αυτής, προέκυψε ότι ο υπάλληλος της Τράπεζας Ζ, μέρος των χρημάτων που ιδιοποιήθηκε, διοχέτευσε σε έξι λογαριασμούς του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος), με τον οποίο συνδέεται με στενή φιλική σχέση από το έτος 1989, όταν και οι δύο σπούδαζαν στην ... και συγκεκριμένα, 1) στις 5-4-2005 διοχέτευσε σε λογαριασμούς του ανωτέρω, τα ποσά των 37.300 ευρώ και 33.500 ευρώ αντίστοιχα, 2) στις 28-4-2005 τα ποσά των 8.150 και 2.000 ευρώ, 3) στις 5-5-2005 το ποσό των 2.505 ευρώ, 4) στις 9-5-2005 το ποσό των 2.505 ευρώ, 5) στις 12-5-2005 το ποσό των 1.200 ευρώ, 6) στις 17-5-2005 το ποσό των 3.800 ευρώ, 7) στις 24-5-2005 το ποσό των 16.500 ευρώ, 8) στις 2-6-2005 το ποσό των '8.010 ευρώ, 9) στις 6-6-2005 το ποσό των 13.800 ευρώ, 10) την 1-7-2005 το ποσό των 4.500 ευρώ και 11)από 5-4-2005 έως 25-7-2005 και σε ημερομηνίες που 'δεν εξακριβώθηκαν τα ποσά των 5.100, 1.270, 10.000, 2.000 και 4.000 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά ο Ζ διοχέτευσε σε λογαριασμούς του εκκαλούντος Χ (αναιρεσείοντος), το ποσό των 167.240 ευρώ. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε ότι τα ανωτέρω ποσά προέρχονταν από παράνομη δραστηριότητα του συγκατηγορουμένου του Ζ και ότι οι σχετικές καταθέσεις στους λογαριασμούς του γίνονταν προς απόδοση δανείων που κατά καιρούς είχε χορηγήσει προς αυτόν (Ζ). Από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού. Περαιτέρω αι πράξεις του Ζ (ιδιοποίηση χρηματικών ποσών τα οποία ανελάμβανε από καταθετικούς λογαριασμούς πελατών της Τράπεζας και πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το όφελος και βλάβη τρίτου, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ) στρέφονται κατά της Εθνικής Τράπεζας (και όχι κατά των καταθετών, όπως απαγγέλθηκε η κατηγορία και δέχθηκε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λασιθίου), η οποία ήταν κυρία των χρηματικών ποσών που αυτός υπεξαίρεσε και έχει υποχρέωση να τα αποδώσει στους πελάτες της (καταθέτες), αυτός δε (Ζ) είχε, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, την ιδιότητα του υπαλλήλου (αρθρ. 263 Αβ Π.Κ.), καθόσον υπηρετούσε σε τράπεζα που, κατά τον νόμο και το καταστατικό της εδρεύει στην ημεδαπή. Ενόψει αυτού και του ότι η ζημία που προξενήθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος υπερβαίνει το ποσό των 146.735,143 ευρώ (50.000.000 δρχ.), συντρέχει εν προκειμένω η επιβαρυντική περίσταση του αρθρ. 1 §1 ν. 1608/1950, όπως αντικ. με το άρθρο 4§5 ν. 1738/1987 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 ν. 1877/1990 και το άρθρο 36 ν. 2172/1993 και όπως το ποσό αυτό αυξήθηκε με το αρθρ. 4 §3 ν. 2408/1996 σε 50.000.000 δρχ. και πρέπει, αφού, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, χαρακτηρισθεί η πρώτη πράξη για την οποία κατηγορείται ο πρώτος κατηγορούμενος, ως υπεξαίρεση στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (αρθρ. 258β Π.Κ., στις διατάξεις του οποίου εξακολουθούν να υπάγονται οι υπάλληλοι τραπεζών που εδρεύουν στην ημεδαπή) να προστεθεί στην κατηγορία τόσον αυτής όσον και της πράξης της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση με σκοπό το όφελος με βλάβη τρίτου, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, η ως άνω επιβαρυντική περίσταση του αρθρ. 1§1 ν. 1608/1950 (η πράξη της απάτης με υπολογιστή δεν εμπίπτει στο αρθρ. 1 §1 του ν. 1608/1950). Ακολούθως, λόγω της αναθεώρησης της κατηγορίας θα πρέπει να χαρακτηρισθεί ανάλογα και η πράξη του εκκαλούντος (και ήδη αναιρεσείοντος) κατηγορουμένου, ως νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα με βασικό έγκλημα αυτό της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία από υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από την οποία το όφελος που επεδίωξε και η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας υπερβαίνει το ποσό των 146.735,143 ευρώ (αρθρ. 258β Π.Κ., 1§1 ν. 1608/50), αντί του αρθρ. 375§1β Π.Κ. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να απορριφθεί αυτή κατ'ουσίαν, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τα κεφάλαια τα οποία προσβλήθηκαν με έφεση, να χαρακτηρισθεί ορθά η πράξη του εκκαλούντος ως νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, με βασικό έγκλημα αυτό της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, από υπάλληλο τράπεζας, αντικειμένου η αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 146.735,143 ευρώ, αντί αυτού του άρθρου 375§ 1 β Π.Κ., να αναθεωρηθεί η κατηγορία ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο (Ζ), ήτοι να διορθωθεί το διατακτικό του με αριθ. 112/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λασιθίου με την αναγραφή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ως παθούσας από τις πράξεις από τις πράξεις του μη ασκήσαντος έφεση Ζ, αντί της αναγραφής, ως παθόντων, από τις ως άνω πράξεις, των δικαιούχων των λογαριασμών και να συμπληρωθεί το διατακτικό του ως άνω βουλεύματος, όσον αφορά τις πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αντικειμένου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολουθηση με σκοπό το όφελος με βλάβη τρίτου, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα, με την προσθήκη της επιβαρυντικής περίστασης του αρθρ. 1§1 ν. 1608/
  2. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών εις το εκκαλούμενο βούλευμα δεν διέλαβε εις το προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη κατά τα αρθρ. 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερον, αιτιολογείται μεν στο προσβαλλόμενο βούλευμα σαφώς και πλήρως η συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων της νομιμοποίησης εσόδων από την παράνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου υπαλλήλου της τραπέζης, ως προς το βασικό έγκλημα της υπεξαίρεσης, χωρίς όμως να παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει το πρόσθετο υποκειμενικό 'στοιχείο και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων ενήργησε από κερδοσκοπία ή με σκοπό της συγκάλυψης της αληθινής προέλευσης των φερομένων, ως άνω, υπεξαιρεθέντων χρηματικών ποσών, ή της παροχής συνδρομής, δηλαδή της από το αρθρ. 1 στοιχ. γ' ν. 2331/95, ως αντικ. δια του ν. 3424/2005, καθοριζομένης "περιουσίας", πέραν της αορίστου και άνευ αιτιολογίας απορρίψεως, ως αβασίμου, του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι οι σχετικές καταθέσεις στους λογαριασμούς του γίνονταν προς απόδοσιν δανείων που κατά καιρούς είχε χορηγήσει προς τον κατηγορούμενον του βασικού εγκλήματος της υπεξαίρεσης. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα, και μόνον ως προς την παραπεμπτική διάταξη του ως προς τον αναιρεσείοντα, καθόσον ως προς τον έτερον των κατηγορουμένων και για τις πράξεις που κατηγορείται ούτος, το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αμετάκλητο, κατ'αποδοχή ως βάσιμων των από το αρθρ. 484§1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ., σχετικών λόγων της αίτησης αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το αρθρ. 519 Κ.Π.Δ., στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστάς, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να γίνει δεκτή, ως κατ'ουσίαν βάσιμη η υπ'αριθμ. 11/18-6-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υπ'αριθμ. 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. 2) Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο ως άνω βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεσις για νέα κρίσης εις το αυτό Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές. Αθήνα 29 Ιουνίου
  3. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την ένδικη από 18-6-2007 αίτηση αναιρέσεως, πλήττεται το 127/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο, όπως από αυτό προκύπτει, απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος Χ κατά του 112/2006 παρα-πεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λασιθίου, δυνάμει του οποίου παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο για να δικασθεί για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, με βασικό έγκλημα εκείνο της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, για το οποίο συμπαραπέμπεται με το ίδιο βούλευμα ο Ζ, υπάλληλος της άνω τράπεζας. Με την 991/2009 απόφασή του, το Δικαστήριο τούτο, στο οποίο είχεν εισαχθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με σχετική Εισαγγελική πρόταση να κηρυχθεί απαράδεκτη η αίτηση, για το λόγο ότι η παραπομπή είναι αμετάκλητη, κατά το άρθρο 308 παρ.1 εδ. 3 και 4 του ΚΠοινΔ, καθόσον ο αναιρεσείων αυτός παραπέμπεται να δικασθεί για το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, απείχε να αποφανθεί επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον έκρινε, α) ότι η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως δεν είναι απαράδεκτη για τον παραπάνω λόγο, διότι από το ίδιο το παραπεμπτικό, όσο και το προσβαλλόμενο βούλευμα, προκύπτει ότι η άνω επιβαρυντική περίσταση, αφορά μόνο στο βασικό έγκλημα του υπαλλήλου Ζ και δεν αφορά και στην άνω πράξη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που παραπέμπεται ο αναιρεσείων, η οποία άλλωστε δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εγκλημάτων του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, αλλά είναι απαράδεκτη για το λόγο ότι το άνω αδίκημα που παραπέμπεται ο αναιρεσείων είναι συναφές, κατά την έννοια του άρθρου 129 εδ. γ του ΚΠοινΔ, με εκείνο που συνιστά το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, με όφελος που επιδιώχθηκε και αντίστοιχη απειληθείσα ζημία σε βάρος της Τράπεζας, ποσού υπερβαίνοντος τα 50.000.000 δραχμές ή αντίστοιχα 146.735.143 ευρώ, για το οποίο βασικό έγκλημα παραπέμπεται αμετακλήτως, με το ίδιο βούλευμα, ο μη ασκήσας αναίρεση συγκατηγορούμενός του Ζ και β) ότι πρέπει να υποβληθεί σχετικά νέα Εισαγγελική πρόταση και κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως, να κληθεί ο αναιρεσείων, κατά το άρθρο 476 παρ.1 εδ. 2 του ΚΠοινΔ, για να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το νέο αυτό λόγο απαραδέκτου της αιτήσεώς του. Όμως, όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, ο αναιρεσείων, ο οποίος δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση, δεν ειδοποιήθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 εδ.2 του ΚΠοινΔ, κατά την άνω νέα δικάσιμο της 16-9-2009, για να λάβει γνώση της παραπάνω 991/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου και για να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το νέο λόγο απαραδέκτου που έκρινε το Δικαστήριο τούτο, γιαυτό και συντρέχει λόγος να διαταχθεί αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 349 παρ.1 ΚΠοινΔ, η αναβολή της υποθέσεως, για να τηρηθούν αυτά που αναφέρονται παραπάνω, σύμφωνα και με το διατακτικό της 991/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει την εκδίκαση της από 18-6-2007 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ, περί αναιρέσεως του 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, για να τηρηθούν τα οριζόμενα στο σκεπτικό της παρούσας και στο διατακτικό της 991/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου
  4. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2009 Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.