← Ελλάδα

ΑΠ 2042/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2042 / 2008 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη. Περίληψη: Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για πλημμεληματική απάτη, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας. Υπάρχει ειδική αιτιολογία και δεν επέρχεται ακυρότητα από την ανάγνωση των εγγράφων, για τα οποία ο αναιρεσείων, δεν πρόβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση, χωρίς να είναι αναγκαίος και ο προσδιορισμός ειδικότερων στοιχείων αυτών (συντάκτης, τόπος και χρόνος σύνταξης). Απορρίπτει την αναίρεση. ΑΡΙΘΜΟΣ 2042/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σιδέρη, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μαλεβίτη, περί αναιρέσεως της 4516/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1359/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση της εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξ' άλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς, και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ότι η εγκαλούσα Ψ, ήλθε από τη ..... το έτος 1994 και ήθελε να φτιάξει ένα κατάστημα με το σύστημα της δικαιόχρησης. Το κατάστημα θα γινόταν στο ..... και στην οδό ..... αρ. ... . Ο κατηγορούμενος στην ..... στις 22-11-2000 ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία " ΝΟΣΤΙΜΟ ΑΕΒΕ", με σκοπό να αποκομίσει η εν λόγω εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την εγκαλούσα , με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, σε πράξεις που αποτελούν επιζήμια διάθεση περιουσίας. Ειδικότερα, έπεισε την εγκαλούσα ότι το κόστος των επίπλων για τον εξοπλισμό του καταστήματός της, ανερχόταν στο ποσό των 25.323.980 δραχμών. Μάλιστα εξέδωσε το με αριθμό ..... τιμολόγιο της εταιρείας το, το οποίο και εξόφλησε η εγκαλούσα. Όμως, η πραγματική αξία του εξοπλισμού ανερχόταν σε 7.923.792 δραχ, και τα οποία κατέβαλε ο κατηγορούμενος στην εταιρεία με την επωνυμία "..... ΟΕ",. Η εγκαλούσα δεν θα κατέβαλε το ποσόν αυτό των 25.323.980 δραχμών, στην εταιρεία του κατηγορούμενου, αν γνώριζε την πραγματική αξία του εξοπλισμού, αλλά πείσθηκε στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου. Έτσι η εγκαλούσα ζημιώθηκε το ποσό των 17.330.188 δραχμών, που είναι ιδιαίτερα μεγάλο, με αντίστοιχο παράνομο όφελος της ανώνυμης εταιρείας του κατηγορούμενου. Μετά την αποκάλυψη της αλήθειας ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε και δεν της επέστρεψε το ποσό αυτό, η δε εγκαλούσα αναγκάσθηκε να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα και να κλείσει το κατάστημά της. Επομένως συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης, από την οποία η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για την πράξη της απάτης, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών

(3)ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με αυτά, που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1 και 386 παρ.1β-α του Π.Κ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, εκτίθεται η απατηλή συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ο οποίος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διευθύνοντα συμβούλου της εταιρείας "ΝΟΣΤΙΜΟ ΑΕΒΕ", παρέστησε ψευδώς στην εγκαλούσα ότι η πραγματική αξία του εξοπλισμού των επίπλων του καταστήματός της στο ....., που αυτή αγόρασε από τον αναιρεσείοντα, ανερχόταν στο ποσό των 25.323.980 δραχμών, για την οποία ο ίδιος εξέδωσε και το σχετικό τιμολόγιο, αξίας 25.323.980 δρχ., ενώ η πραγματική αξία αυτών, ήταν 7.993.792 δραχμές, ποσό, που αυτός κατέβαλε στην πωλήτρια εταιρεία, και το οποίο (ποσό), αυτή δεν θα του κατέβαλε, εάν δεν πειθόταν στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος, ως προς το ακριβές ύψος της αξίας τους, με αποτέλεσμα αυτή να ζημιωθεί τη διαφορά των 17.330.188 δρχ. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος γνώριζε την έλλειψη της σχετικής εμπειρίας της εγκαλούσας, η οποία προτιθέμενη να λειτουργήσει ίδια επιχείρηση, μετά την εγκατάστασή της στην ..... από την ....., και επειδή αγνοούσε τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, απευθύνθηκε στον αναιρεσείοντα, ο οποίος εκμεταλλεύθηκε την άγνοιά της και τελικά να ζημιωθεί το παραπάνω χρηματικό ποσό, το οποίο τυγχάνει ιδιαιτέρως μεγάλο, για της οικονομικές συνθήκες της περιόδου εκείνης. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ του ίδιου Κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Περαιτέρω στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναφέρονται τα στοιχεία που εξατομικεύουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Διαφορετικά παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. 'Ετσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του και καταδίκη του αναιρεσείοντος και στα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέροντα στα πρακτικά της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα με αριθμούς 1 έως και 16 και το υπ' αριθμό 19 του καταλόγου των εγγράφων. Με την καταχώριση των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, για την ανάγνωση των οποίων άλλωστε ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση, δε δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, και το περιεχόμενό τους, όπως και δεν ήταν αναγκαία οποιαδήποτε άλλη αναφορά σχετική με τα πρόσθετα στοιχεία αυτών, όπως ο συντάκτης τους, ή ο τόπος και ο χρόνος εκδόσεώς τους, αφού με την ανάγνωσή τους περ. ε λόγος , κατά τη σαφή βεβαίωσή της προσβαλλόμενης, προσδιορίστηκε η ταυτότητά τους και το περιεχόμενό τους, οπότε ο αναιρεσείων είχε την δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος λόγος, περί απολύτου ακυρότητας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 4516/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι
(220)) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.