Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2046 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Φοροδιαφυγή. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, Απορρίπτει την αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 2046/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Καραθανάση, περί αναιρέσεως της 63230/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 85/
- Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν.1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν.1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.2523/
- Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/
- Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο
(2)τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Εξάλλου, με την παράγραφο 2 περ. β του άρθρου 25 του Ν.1882/1990 όπως ισχύει, ορίζεται ότι στις παρακάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου για εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, στους διαχειριστές αυτών. Επίσης, κατά την παράγραφο 3 της αυτής ως άνω διατάξεως, ορίζονται τα ακόλουθα: για τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιοδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, ότι "αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι όντας διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" και έδρα την ..., κατά τα έτη 1993 έως 1996, που γεννήθηκαν τα επίδικα χρέη και για τα οποία είναι υπεύθυνος κατά νόμο αυτός, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσης τους και λύσης του άνω νομικού προσώπου με πτώχευση, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2524/1996 απόφασης του Πολ. Πρ. Αθηνών κατ' άρθρο 44 παρ. 1, περ. δ ν.3190/55 και που περατώθηκε με πτωχευτικό συμβιβασμό το έτος 1997, τον οποίο όμως δεν ψήφισε το Ελληνικό Δημόσιο (κατ' ομολογία του κατηγορουμένου) και συνεπώς δεν δεσμεύεται ως έχων γενικό προνόμιο κατ' άρθρα 601 και 610 ΕμπρΝ (βλ. σχετ. Ολ, ΑΠ 2/2000 ΔΕΕ 2000,414 και άρθρ 25 παρ.3 εδ. 1 ν. 1882/1990) όπως αποδεικνύεται από τον συνημμένο πίνακα χρεών, ενώ βεβαιώθηκαν σε βάρος του από τη Δ.Ο.Υ. Βύρωνος κατά το διάστημα από 23.1.2004 -26.1.2004 διάφορα χρέη (πρόστιμο Φ.Π.Α, Φ.Π.Α οριστική βεβαίωση, εισόδημα οριστική βεβαίωση, πρόστιμο Κ.Β.Σ οριστική βεβαίωση ποσών 1) 20.274,76 Ευρώ 2) 20477,19 Ευρώ , 3) 4.025,57 Ευρώ, 4) 60.824,28 Ευρώ 5) 61.431,55 ευρώ, και 6) 12.076,71 ευρώ, καταβλητέων σε 2 μηνιαίες δόσεις με ημερομηνία λήξης της τελευταίας δόσης την 31.3,2004, 11) 918.110,56 Ευρώ, 12) 552.582,24 ευρώ" 13) 3.475,33 ευρώ 15) 224.060,17 Ευρώ, 16) 408.669,56 Ευρώ και 17) 53.254,90 Ευρώ, καταβλητέων σε έξι μηνιαίες δόσεις, με ημερομηνία λήξης της τελευταίας δόσης 30.7.2004, 18) 1.824.620,07 Ευρώ, 19) 1.668.197,39 Ευρώ, 20) 24.669,06 Ευρώ, και 21) 22.999,18 Ευρώ καταβλητέων σε 2 μηνιαίες δόσεις με ημερομηνία λήξης της τελευταίας δόσης την 31.3.2004, απορριπτόμενων ως αβασίμων των ισχυρισμών του περί παραγραφής και απαράδεκτοι ως εκπρόθεσμου της αίτησης ποινικής δίωξης (υποβληθείσας την 3.11.2004), σύμφωνα με τα προαναφερόμενα (βλ. σχετικώς ΑΠ 812/2005, Δίκαιο Επιχειρήσεων και εταιρειών 2006,116), καθυστέρησε από πρόθεση τη καταβολή τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών. Ωστόσο, πρέπει να του αναγνωριστούν και τα πρωτοδίκως αναγνωρισθέντα σ' αυτόν ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ (αρ. 470 ΚΠΔ)". Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της παραβάσεως του άρθρου 25 παρ.1γ, 2, 3 του Ν. 1882/1990 όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ.1 Ν.2523/1997, 19 παρ. 2 Ν. 2948/2001 και άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ
(8)μηνών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς πέντε
(5)ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ.1α, 98 του Π.Κ, και των άρθρων 25 παρ.1γ, 2,3, του Ν.1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, 19 παρ.2 του Ν. 2948/2001 και άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές σύμφωνα με τις οποίες: α) κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα επίδικα χρέη, ήτοι την περίοδο των ετών 1993 έως 1996, ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας με την επωνυμία " ... ΕΠΕ", καθώς και ο χρόνος που αυτά βεβαιώθηκαν, β) το ύψος της οφειλής και το ληξιπρόθεσμο των χρεών, σύμφωνα με το συνημμένο πίνακα χρεών, γ) ότι ο αναιρεσείων από πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των ληξιπρόθεσμων χρεών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, και δ) η ευθύνη του ήδη αναιρεσείοντος, η οποία υφίσταται ανεξάρτητα του χρόνου που αυτά βεβαιώθηκαν, ή από τη μεταγενέστερη με οποιοδήποτε τρόπο λύση του νομικού προσώπου της εταιρείας, στην οποία αυτός είχε την ιδιότητα του διαχειριστή, αφού κρίσιμο για την προκειμένη περίπτωση γεγονός, είναι αυτό του χρόνου που γεννήθηκαν τα επίδικα χρέη και εκείνου του χρόνου που είχε την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και ειδικότερα α) ότι τυγχάνει απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του και β) ότι παραγράφηκε η σε βάρος του νομικού προσώπου απαίτηση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τούτο, γιατί, όσον αφορά τον υπό στοιχείο (α) ισχυρισμό του, περί του απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, και ειδικότερα για το ότι αυτός (αναιρεσείων), δεν ευθύνεται για τα εταιρικά χρέη, από μόνο το γεγονός ότι είχε την εταιρική ιδιότητα, είναι αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές, κρίσιμο γεγονός για την ύπαρξη της ποινικής του ευθύνης, είναι η ιδιότητά του ως διαχειριστή της ΕΠΕ, κατά το χρόνο που αυτά γεννήθηκαν, ανεξάρτητα όπως προαναφέρθηκε του χρόνου που αυτά βεβαιώθηκαν. Επίσης, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του ιδίου, κατά τον οποίο η ποινική δίωξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ.6 του Ν. 2238/1994, ασκήθηκε εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα μετά πάροδο ενός
(1)μηνός, αφού στην προκειμένη περίπτωση η προθεσμία του ενός μηνός, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, δεν τάσσεται επί ποινή απαραδέκτου, αλλά καθιδρύεται μόνο η υποχρέωση του διευθυντή της αρμόδιας Οικονομικής Αρχής, να υποβάλει τη σχετική μηνυτήρια αναφορά στον οικείο εισαγγελέα, μέσα σε ένα μήνα από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 του ίδιου πιο πάνω νόμου, (ν.2523/1997), ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ.10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 εδ.3 του ν.2528/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ.2 εδ.1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 εδ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδ.α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.8 του ν.2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ.10 του άρθρου 21 του ν.2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος, την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 63230/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την πράξη της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1γ, 2, 3 του ν.1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997, που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 28-6-2004 μέχρι 1-12-2004, σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών
(8)μηνών. Από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, ότι η συνήγορος του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση της 15-11-2007, πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής του αδικήματος, που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 28-6-2004 έως 1-12-2004, τον οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Πράγματι, ο σχετικός αυτός ισχυρισμός περί παραγραφής της αξιώσεως, είναι αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά και από το διατακτικό αυτής τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι από της θεωρήσεως του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Οικονομικής Αρχής, την 24-10-2003, που είναι και η αφετηρία ενάρξεως του χρόνου της παραγραφής, μέχρι την επίδοση προς τον κατηγορούμενο του κλητήριου θεσπίσματος, που έλαβε χώρα την 01 Μαρτίου 2006, σύμφωνα με το από 1-3-2006 αποδεικτικό επίδοσης του ..., επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, έχει ανασταλεί ο χρόνος της παραγραφής του συγκεκριμένου αδικήματος. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης δεν είχε παρέλθει πενταετία, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.ΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-1-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 63230/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ