παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 577, 647, 648/2008 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα βιασμού κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως έντεκα
Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 336 ΠΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε μνεία του τι προέκυπτε από το καθένα χωριστά. Το γεγονός δε ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα και δη οι καταθέσεις των παθόντων και των μαρτύρων ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα (λοιποί μάρτυρες, έγγραφα), ούτε ανέκυπτε ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ενόψει, μάλιστα, του ότι στην απόφαση αναγράφεται ρητά ότι οι καταθέσεις των παθόντων "δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει και του ότι οι λοιποί μάρτυρες δεν έχουν, ούτε άλλωστε μπορούσαν να έχουν, ιδία αντίληψη των ανωτέρω πράξεων, οι οποίες τελούνταν κατ' ιδίαν". Επομένως, η μερικότερη αιτίαση ότι η απόφαση στερείται αιτιολογίας, γιατί δεν προκύπτει ότι το ΜΟΕ έλαβε υπόψη, για την έκδοση της καταδικαστικής του αποφάσεως, και τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ... και ..., ..., ..., Δημ. Μαυραγάνη, ..., ..., καθώς και τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, ήτοι α) το από 12-10-2005 Διορθικό Υπερηχογράφημα Ορθού του Χ από το Β Εργαστήριο Ακτινολογίας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου "ΑΤΤΙΚΟΝ", β) την από 26-10-2005 έκθεση εξέτασης του Χ από τον ειδικευμένο ιατροδικαστή ..., γ)την από 23-05-1999 επιστολή των ..., ... και ... προς τον Μητροπολίτη Ν. Σμύρνης κ. Αγαθάγγελο, δ) την από 10-06-1999 επιστολή των ... και ... προς τον Μητροπολίτη Ν. Σμύρνης κ. Αγαθάγγελο, ε) την από 07-06-1999 επιστολή του προσωπικού του ναού (εφημέριων, εκκλησιαστικών συμβούλων, ιεροψαλτών, νεωκόρων) του Ιερού Ναού ... προς τον Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης κ, Αγαθάγγελο, στ) δισέλιδη επιστολή χιλίων εκατόν πενήντα (1.150) ενοριτών του Ιερού Ναού ..., μαζί με τις συνημμένες καταστάσεις με τις υπογραφές τους, ζ) την από 28-09-1999 ένορκη εξέταση του μάρτυρα ... στον Πταισματοδίκη Αθηνών, η) την από 23-09-1999 ένορκη εξέταση του μάρτυρα ... στον Πταισματοδίκη Αθηνών, θ) την από 28-9-1999 ένορκη εξέταση του μάρτυρα ... στον Πταισματοδίκη Αθηνών και ι) την από 24-9-1999 ένορκη εξέταση του μάρτυρα ... στον Πταισματοδίκη Αθηνών, είναι αβάσιμη. Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την παραπάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι παραβίαση του δεδικασμένου, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠΔ, υφίσταται όταν ο αμετακλήτως καταδικασθείς ή αθωωθείς καταδικάζεται για την ίδια ακριβώς πράξη και όχι για άλλη συρρέουσα. Το ίδιο δεδικασμένο παράγεται αν επί της κατηγορίας έχει εκδοθεί βούλευμα, το οποίο έχει αποφανθεί γι' αυτήν αμετάκλητα. Εξάλλου, αν υπάρχει κατ' ιδέαν συρροή, κατά την οποία με την ιδίαν πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του δράστη, τελούνται περισσότερα εγκλήματα (άρθρ. 94 παρ. 2 του ΠΚ), όπως συμβαίνει όταν με την ίδια αξιόποινη πράξη προσβάλλονται τα ίδια (ομοειδής κατ' ιδέαν συρροή) ή διαφορετικά (ετεροειδής κατ' ιδέαν συρροή) έννομα αγαθά περισσοτέρων προσώπων (πλείονες παθόντες), το δεδικασμένο εξαντλείται σε κάθε συρρέουσα πράξη χωριστά και δεν καταλαμβάνει όλες τις συρρέουσες πράξεις για τις οποίες έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, έστω και αν ένα ή περισσότερα στοιχεία της μιας πράξεως αποτελούν και στοιχεία της άλλης που κρίθηκε (Ολ. ΑΠ 1110/1982). Στην περίπτωση της φαινομένης κατ' ιδέαν συρροής, η ποινική αξίωση της Πολιτείας ικανοποιείται με την εφαρμογή της μιας μόνον από τις περισσότερες ποινικές διατάξεις, στις οποίες εκ πρώτης όψεως υπόκειται η αυτή πράξη του ίδιου δράστη. Το δε δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται και δεν εξετάζει κατ' ουσίαν την πράξη που συρρέει φαινομενικώς και δεν μπορεί να εκδώσει γι' αυτήν απαλλακτικό βούλευμα ή αθωωτική απόφαση. Εξάλλου, το δεδικασμένο εξαντλείται στην πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και η οποία εξετάσθηκε και κρίθηκε κατ' ουσίαν από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο. Επομένως, αν το συμβούλιο παραπέμψει τον κατηγορούμενο για την απορροφώσα πράξη, ενώ για την απορροφημένη αποφανθεί ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, λόγω της απορροφήσεώς της, ακολούθως δε το δικαστήριο διαπιστώσει έλλειψη των στοιχείων της απορροφώσης και κηρύξει γι' αυτήν αθώο τον κατηγορούμενο, δεν κωλύεται, στη συνέχεια, να εξετάσει και να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο για την απορροφηθείσα πράξη, αφού η τελευταία δεν είχε ερευνηθεί και κριθεί κατ' ουσίαν. Ακόμη, στην περίπτωση αυτή της φαινομένης κατ' ιδέαν συρροής, αν το δικαστικό συμβούλιο έκρινε για την απορροφημένη πράξη και κατέληξε σε απαλλακτικό αμετάκλητο βούλευμα, χωρίς, όμως, να ερευνήσει αν συντρέχουν τα απαιτούμενα στοιχεία της απορροφώσας πράξεως, όταν μάλιστα απειλείται αυτή με βαρύτερη ποινική κύρωση, δεν κωλύεται, στη συνέχεια, λόγω δεδικασμένου να ερευνήσει αυτή την πράξη, στην οποία η πρώτη θα αποτελεί συστατικό στοιχείο αυτής, αφού, στην περίπτωση αυτή, τα στοιχεία του εγκλήματος που έκρινε το αμετάκλητο βούλευμα δεν θα συμπίπτουν με αυτά του εγκλήματος που περιέχει η κατηγορία ή το παραπεμπτικό βούλευμα για την απορροφώσα πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθ. 3144/2000 βούλευμά του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, βλασφημία κατ' εξακολούθηση και ασέλγεια παρά φύση κατ' εξακολούθηση, που φέρονταν ότι τελέσθηκαν από αυτόν στην Αττική, το ... και την ..., κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος Αυγούστου 1995 μέχρι και την 8ην Αυγούστου 1998, σε βάρος των Ψ1, ΓΓ, ΕΕ, ΔΔ, ΣΤ και Ψ2. Στην κατηγορία δε της παρά φύση ασελγείας υπήγαγε το Συμβούλιο, όπως προκύπτει από το βούλευμα, δύο περιπτώσεις πεοθηλασμού, που φέρεται ότι ενήργησε ο κατηγορούμενος από μία φορά στους Ψ2 και Ψ1 στο ... και την ... κατά τα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, καθώς και άλλες περιπτώσεις πεοθηλασμού που ενήργησε επ' αυτών στο ... εντός του χρονικού διαστήματος από τον Αύγουστο 1995 μέχρι τον Αύγουστο 1998. Ομοίως, στην κατηγορία αυτή υπήγαγε και παρά φύση ασέλγεια που διενήργησε ο Ψ2 με την εισαγωγή του πέους του στον πρωκτό του κατηγορουμένου, κατόπιν επιλογής του τελευταίου, κατά τον Ιούλιο 1997. Με το βούλευμα αυτό δεν ερευνήθηκε αν οι ανωτέρω πράξεις έγιναν με εξαναγκασμό επί των ανηλίκων εκ μέρους του κατηγορουμένου. Στην συνέχεια, όταν ασκήθηκε εκ νέου ποινική δίωξη, εκτός των άλλων, και για μέρος από τις πράξεις αυτές, το πρωτόδικο υπ' αριθ. 75/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με το υπ' αριθ. 1192/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη για παρά φύση ασέλγεια και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα στο ακροατήριο για βιασμό κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Από την συγκριτική επισκόπηση των δύο παραπάνω βουλευμάτων (3144/2000 και 75/2003 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) προκύπτει ότι: 1) Ενώ ο αναιρεσείων έχει απαλλαγεί με το πρώτο βούλευμα για δύο περιπτώσεις πεοθηλασμού που έλαβαν χώρα κατά τα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου 1995 στο ... και ... (από μία φορά) σε βάρος του Ψ1 και Ψ2, με το δεύτερο βούλευμα, με το οποίο τώρα διώκεται, παραπέμφθηκε για τρεις περιπτώσεις βιασμού σε βάρος του Ψ2 και δύο σε βάρος του Ψ1, που τελέσθηκαν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και στους ίδιους τόπους και 2) λόγω του ότι και στα δύο βουλεύματα δεν προσδιορίζεται επακριβώς ο χρόνος, αλλά απλώς αναφέρεται το χρονικό διάστημα εντός του οποίου έλαβαν χώρα οι παραπάνω πράξεις, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ταυτότητα χρόνου μεταξύ των πράξεων αυτών. Το ίδιο συμβαίνει και με την περίπτωση βιασμού σε βάρος του Ψ2 στο ... τον Ιούλιο του έτους 1997. Πέραν, όμως, από τις παραπάνω διαφορές στα ανωτέρω βουλεύματα, με βάση τις οποίες δεν προκύπτει δεδικασμένο στην προκειμένη περίπτωση, σχετικά με την απαλλαγή του αναιρεσείοντος για πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις, η πράξη αυτή συρρέει αληθινά κατ' ιδέαν με εκείνη του βιασμού και, επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν παράγεται σε κάθε περίπτωση από την απαλλαγή αυτή δεδικασμένο για τους βιασμούς στην υπό κρίση περίπτωση. Εξάλλου, μεταξύ της παρά φύση ασελγείας και του βιασμού υφίσταται φαινόμενη κατ' ιδέαν συρροή, γιατί η πρώτη πράξη αποτελεί συστατικό στοιχείο της δεύτερης, όταν βέβαια γίνεται με εξαναγκασμό, όπως απαιτείται για την θεμελίωση του βιασμού, και, επομένως, η συμπεριφορά αυτή (της παρά φύση ασέλγειας) απορροφάται από το βιασμό. Η αξιόποινη, όμως, πράξη του βιασμού, η οποία τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος και αποδίδεται τώρα στον αναιρεσείοντα, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει ερευνηθεί και κριθεί κατ' ουσίαν με το παραπάνω αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (3144/2000) και, επομένως, τα στοιχεία του δευτέρου δεν συμπίπτουν με εκείνα του πρώτου και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει παραβίαση δεδικασμένου στην προκειμένη περίπτωση. Κατά συνέπειαν, ορθά το ΜΟΕ έκρινε ομοίως και απέρριψε, με την ως άνω αιτιολογία, τον σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και ο τρίτος,
ΣΤ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του δεδικασμένου, που απορρέει από το υπ' αριθ. 3144/2000 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητο, το οποίο αφορά, μεταξύ άλλων, την πράξη της ασέλγειας παρά φύση κατ' εξακολούθηση σε βάρος των ίδιων προσώπων που φέρονται ότι τελέστηκαν από αυτόν στην ..., το ...και την ... κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος Αυγούστου 1995 μέχρι τις 8 Αυγούστου 1998, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και αυτός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την έκδοση της αποφάσεως επί της ενοχής, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος προέβαλαν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του εντολέα τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2 εδ. α και ε ΠΚ, τους ισχυρισμούς δε αυτούς, αφού ανέπτυξαν προφορικά, κατέθεσαν και εγγράφως για καταχώρηση στα πρακτικά. Το ΜΟΕ απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς, με την αιτιολογία, κατά λέξη, ότι: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ανωμοτί και ενόρκως στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης που αναγνώσθηκαν, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά τη διαδικασία, δεν αποδείχτηκε, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο τελέσεως των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α Π.Κ. ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Το γεγονός ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο δεν συνεπάγεται, χωρίς άλλο, ότι έζησε έντιμη ζωή, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη το ότι προσκομίσθηκε και αναγνώσθηκε μόνο ποινικό μητρώο του που έχει εκδοθεί από τις ελληνικές αρχές. όχι δε και από τις κυπριακές, ενώ είναι Κύπριος υπήκοος και έζησε στην Κύπρο μέχρι την ηλικία των 32 ετών. Εξάλλου τα λοιπά περιστατικά τα οποία επικαλείται για τη θεμελίωση του αιτήματός του αυτού (ήτοι ότι υπήρξε ιερέας στην Κύπρο και την Ελλάδα, έγγαμος, πατέρας τεσσάρων παιδιών, τα οποία με δαπάνες του σπούδασαν και έγιναν επιστήμονες, ότι επί 25 έτη ιερουργούσε στον ιερό ναό ..., ότι έχει σημαντική προσφορά στην ενορία του, ότι είναι αγαπητός σε πλήθος ενοριτών, ότι έχει συγγράψει 28 βιβλία θρησκευτικού περιεχομένου, ότι ίδρυσε το νεανικό κέντρο "..." και ότι ίδρυσε αθλητικές ομάδες για τα παιδιά της ενορίας) δεν είναι επαρκή για την αναγνώριση σ' αυτόν του ανωτέρω ελαφρυντικού, ενόψει του ότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, πριν από τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις των οποίων κηρύχθηκε ένοχος (βιασμούς σε βάρος των παθόντων κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Αυγούστου 1995 μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 1997) και συγκεκριμένα από τότε που γνώρισε τους παθόντες Ψ2 και Ψ1, ήτοι από το έτος 1988 περίπου, οπότε οι τελευταίοι είχαν ηλικία 8 και 7 ετών αντίστοιχα, προέβαινε σε ανοίκειες πράξεις σε βάρος τους (σεξουαλικά υπονοούμενα, ερωτικούς ασπασμούς και θωπείες των γεννητικών οργάνων), παράλληλα με την επικαλούμενη, εξωτερικά αγαθοεργό, δραστηριότητά του...Περαιτέρω από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πιο πάνω πράξεις του και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί το αίτημά του για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 εδ. ε' Π.Κ. ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι και μετά τον Ιούλιο του έτους 1997, οπότε τελέσθηκε η τελευταία από τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις των οποίων κηρύχθηκε ένοχος, και συγκεκριμένα από το Δεκέμβριο του έτους 1997 μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 1998, οπότε αποκαλύφθηκαν αυτές, συνέχισε να ενεργεί εντός του προαναφερθέντος Ιερού Ναού υβριστικά ανάρμοστες πράξεις (θωπείες των γεννητικών οργάνων) σε βάρος των ΒΒ, πρωτεξαδέλφου των παθόντων, ηλικίας τότε 13 ετών (βλ. την κατάθεση αυτού, εξετασθέντος ως μάρτυρα κατηγορίας) και ΖΖ, αδελφού των παθόντων, ηλικίας τότε 8 ετών (βλ. την κατάθεση του Ψ2), αξιόποινες πράξεις για τις οποίες, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα τους, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατ' αυτού λόγω παραγραφής με το βούλευμα του Αρείου Πάγου με τον αριθμό 2056/2004. Επί πλέον, ενώ αρχικά παραδέχθηκε τις αξιόποινες πράξεις του σε βάρος των παθόντων και δήλωσε στους γονείς τους ότι προτίθεται να ζητήσει συγνώμη από αυτούς (βλ. τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ΑΑ, πατέρα των παθόντων και ΗΗ, μάμμης αυτών), στη συνέχεια υπαναχώρησε και άρχισε να επιδεικνύει αδιάλλακτη και υπερφίαλη συμπεριφορά έναντι αυτών και των οικείων τους (βλ. την κατάθεση της ανωτέρω μάμμης των παθόντων, που καταθέτει ότι σε συνάντησή τους της απηύθυνε τη λέξη "κατάρα"). Αλλά και στο παρόν δικαστήριο ο κατηγορούμενος απέφυγε να εμφανισθεί αυτοπροσώπως, εισήχθη δε στην ιδιωτική κλινική "Ιασώ" την πρώτη ημέρα συνεδριάσεώς του επικαλούμενος, εκτός άλλων χρόνιων προβλημάτων, "οξύ προκάρδιο άλγος". Παρά δε το γεγονός ότι εξήλθε αυθημερόν (βλ. το αναγνωσθέν από 7-11-2008 εξιτήριο της πιο πάνω κλινικής) δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως και κατά τις επόμενες συνεδριάσεις αλλά μόνο προκειμένου να απολογηθεί και αποχώρησε και πάλι, επιδεικνύοντας έλλειψη σεβασμού προς το δικαστήριο και προσπάθεια αποφυγής των συνεπειών των πράξεών του. Τέλος με την απολογία του επέδειξε ανεπίτρεπτη συμπεριφορά έναντι των θυμάτων του, αφού δεν δίστασε να αποδώσει "σεξουαλική απόκλιση" στο Ψ2, για την οποία, και αν ήταν αληθής, δεν θα ήταν άμοιρος ευθυνών ο ίδιος, ο οποίος από την παιδική ηλικία επιδίωξε να τον μυήσει στην ομοφυλοφιλία". Με τις παραδοχές αυτές, το ΜΟΕ διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος για τη συνδρομή στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α και ε ΠΚ, ότι αυτός, δηλαδή, μέχρι την τέλεση των πράξεών του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των ως άνω πράξεων, αφού εκθέτει ότι 1. αυτός ενεργούσε σε βάρος των παθόντων ανοίκειες πράξεις και πριν από τους χρόνους τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε, δεδομένου ότι το λευκό ποινικό μητρώο δεν αποτελεί από μόνο του στοιχείο για να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός περί της συνδρομής του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, αν από το σύνολο των στοιχείων που αφορούν την προσωπική ζωή του δράστη προκύπτει ότι αυτός είχε δημιουργήσει επεισόδια είτε με τους παθόντες είτε με άλλους ανθρώπους και 2. η συμπεριφορά του, και μετά τις πράξεις του, δεν ήταν η προσήκουσα ούτε έναντι των παθόντων και των γονέων τους ούτε έναντι άλλων προσώπων (των ΒΒ και ΖΖ), στους οποίους συνέχισε να ενεργεί υβριστικά ανάρμοστες πράξεις, ανεξαρτήτως του ότι γι' αυτές, που ήταν πλημμεληματικού χαρακτήρα, δεν έχει καταδικασθεί λόγω παραγραφής τους. Επομένως, ο τέταρτος (τελευταίος),
Δ' ΚΠΔ, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι μερικότερες αιτιάσεις ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας του αναιρεσείοντος με το να δεχθεί ότι αυτός έχει τελέσει αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες είτε δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη (ανοίκειες πράξεις σε βάρος των παθόντων) είτε έχει παύσει οριστικά αμετακλήτως η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (πράξεις σε βάρος των ΒΒ και ΖΖ), είναι αβάσιμες, γιατί το ΜΟΕ δέχθηκε μόνο πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και δη από μαρτυρικές καταθέσεις, χωρίς να ασκεί επιρροή αν γι' αυτά, τα οποία συνιστούν αξιόποινες πράξεις, έχει ασκηθεί ποινική δίωξη ή αν έχουν παραγραφεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14 Μαΐου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 4071/2009) αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 577, 647, 648/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.