Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2050 / 2009 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία, Δήμευση. Περίληψη: Σε περίπτωση λαθρεμπορίας τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται και αν εξ οιουδήποτε λόγου ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση, επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία CIF, προσαυξημένη με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δεν δημεύθηκαν. Η δήμευση επιβάλλεται υποχρεωτικά. Είτε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος (ή ο συνεργός του) είτε απαλλαγεί, επομένως και όταν το Δικαστήριο παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αρκεί δε μόνον, ότι υφίσταται λαθρεμπορία και ότι τα πράγματα που δημεύθηκαν αποτελούν το αντικείμενό της. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως με την οποία ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα. ΑΡΙΘΜΟΣ 2050/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 768/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1389/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 107 παρ. 1 και 2 εδ. β' του ν. 1165/1918, για τον "Τελωνειακό Κώδικα" όπως η παράγραφος 2 εδ. β' είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 32 εδ. α' του ν. 1731/1987, "κατά πάσα περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται και αν εξ οιουδήποτε λόγου ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση, επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία CIF, προσαυξημένη με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δεν δημεύθηκαν". Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 160 παρ. 1 και 2 του ν. 2960/2001, για τον "Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα", που ισχύει κατά το άρθρο 185 αυτού από τις 1-1-2002, "σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται ... Εάν για οποιονδήποτε λόγο, ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση, των (κατά το παρόν άρθρο) αντικειμένων της λαθρεμπορίας, επιβάλλεται στον ένοχο ποινή χρηματική, ίση με την αξία CIF αυτών, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλόμενης κατά τον παρόντα Κώδικα". Οι νεότερες αυτές διατάξεις του "Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα", με τις οποίες επιβάλλεται χρηματική ποινή, χωρίς προσαυξήσεις, είναι επιεικέστερες κατά τούτο για τον κατηγορούμενο, από εκείνες του προϊσχύσαντος "Τελωνειακού Κώδικα" και επομένως είναι εφαρμοστέες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα λαθρεμπορίας που τελέσθηκαν προ της ισχύος τους. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η δήμευση, η οποία έχει μικτό χαρακτήρα παρεπόμενης ποινής και αποζημιώσεως του Δημοσίου και η οποία ούτε κατά το άρθρο 76 του Ποινικού Κώδικα προϋποθέτει καταδίκη του κατηγορούμενου, επιβάλλεται υποχρεωτικά, είτε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος (ή ο συνεργός του) είτε απαλλαγεί, επομένως και όταν το Δικαστήριο παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αρκεί δε μόνον, ότι υφίσταται λαθρεμπορία και ότι τα πράγματα που δημεύθηκαν, αποτελούν το αντικείμενο της και ότι αν για οποιονδήποτε λόγο, δεν κατέστη δυνατή η δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, επιβάλλεται από το δικαστήριο χρηματική ποινή, ίση με την αξία CIF των αντικειμένων της λαθρεμπορίας. Και η χρηματική δε αυτή ποινή, η οποία αντικαθιστά τη δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, που δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί, ταυτίζεται με εκείνη και έχει τον ίδιο μικτό χαρακτήρα, δηλαδή ποινής και αποζημιώσεως και επιβάλλεται υποχρεωτικά στον "ένοχο". Ως ένοχος στην περίπτωση αυτή, της υπάρξεως δηλαδή λαθρεμπορίας και λαθρεμπορεύματος, νοείται κατά την έννοια των διατάξεων που αναφέρθηκαν και εκείνος για τον οποίο το Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, διότι εξαλείφθηκε το αξιόποινο της πράξεως λόγω παραγραφής. Ερευνάται δηλαδή κατ' εξαίρεση και παρά την παραγραφή της πράξεως (της λαθρεμπορίας), σε πρώτο στάδιο, η ύπαρξη λαθρεμπορίας και αντικειμένου αυτής και σε δεύτερο στάδιο, η αδυναμία της δημεύσεως και η αξία CIF του αντικειμένου της λαθρεμπορίας. Οι διατάξεις δε αυτές δεν είναι αντίθετες με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποία "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της", αφού δεν πρόκειται για παραβίαση της αρχής αυτής, ούτε με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., για τη "δίκαιη δίκη", αφού όπως αναφέρθηκε αρχικά, η χρηματική ποινή αντικαθιστά επί του προκειμένου τη δήμευση του αντικειμένου του εγκλήματος, η οποία δεν προϋποθέτει καταδίκη. Εξάλλου, στην περίπτωση αυτή, για την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με την ύπαρξη λαθρεμπορίας και λαθρεμπορεύματος, την αδυναμία της δημεύσεως αυτού για οποιαδήποτε αιτία και την αξία CIF του αντικειμένου της λαθρεμπορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγο αναιρέσεως υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 768/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη της λαθρεμπορίας, τελεσθείσα από αυτόν κατά το έτος 1999 σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, παρά την εξάλειψη του αξιοποίνου αυτής λόγω παραγραφής και την οριστική παύση της ποινικής διώξεως για την πράξη, χρηματική ποινή ποσού 56.811,15 ευρώ, ίση με την αξία CIF των αντικειμένων της λαθρεμπορίας. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής αναφέρονται τα ακόλουθα: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος που εξετάσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα πρακτικά συνεδριάσεως, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, από τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, που αναπτύχθηκαν διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου και από την όλη αποδεικτική διαδικασία, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ετέλεσε την αποδιδομένη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, καθόσον πλήρως απεδείχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό και συγκροτούν την πράξη αυτή κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση. Συγκεκριμένα απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος Χ, κάτοικος ..., έμπορος ηλεκτρικών ειδών, κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 1999, αποφάσισε με τεχνάσματα να εισαγάγει στην Ελλάδα και ακολούθως να προωθήσει σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως στην Αγγλία, μεγάλες ποσότητες καπνικών προϊόντων, χωρίς να καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς, με σκοπό τον πορισμό κέρδους, αφού η τιμή πωλήσεως των προϊόντων του καπνού εκεί ήταν πολύ υψηλή, ανερχόμενη σε εννέα
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.