παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κλπ. (Ολ ΑΠ 19/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον,
Δ ΚΠοινΔ, πρώτο λόγο της αιτήσεως, πλήττεται η υπ" αριθ. 1937-1938/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος ηθικής αυτουργίας κατ" εξακολούθηση σε ψευδή βεβαίωση κατ" εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο
Α ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι το πολιτικώς ενάγον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ παρέστη παράνομα στη διαδικασία, γιατί δεν ήταν αμέσως παθόν από την ένδικη πράξη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον
παρ. 1 στοιχ. ΣΤ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 του ΠΚ και ιδία από τη διάταξη του άρθρου 48 αυτού, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιόποινου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξεως για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει εκ δόλου ή αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος που να αποκλείει τον καταλογισμό. Από αυτά παρέπεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας για το λόγο ότι απαλλάχθηκε ο φυσικός αυτουργός για έλλειψη δόλου ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή για το ότι βρισκόταν σε πραγματική ή συγγνωστή νομική πλάνη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση της πρωτόδικης υπ' αριθ. 747/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, προκύπτει ότι οι φυσικοί αυτουργοί της πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση Α. Ξ., Δ. Σ., Α. Λ., Χ. Κ. και Ε. Π. αθωώθηκαν οι δύο πρώτοι ελλείψει δόλου, οι δε λοιποί λόγω πραγματικής πλάνης. Από την ως άνω απόφαση, η οποία, ως προς το απαλλακτικό μέρος της, έχει γίνει αμετάκλητη, δεν παράγεται δεδικασμένο για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, αφού λείπουν οι βασικές προϋποθέσεις της ταυτότητας προσώπου και της ταυτότητας πράξεως (δεδομένου ότι η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, απαρτίζεται από άλλα, κατά τον τόπο, το χρόνο και τις λοιπές περιστάσεις, πραγματικά περιστατικά έναντι εκείνων που συγκροτούν τη φυσική αυτουργία στο αυτό έγκλημα). Περαιτέρω, το γεγονός ότι οι φυσικοί αυτουργοί αθωώθηκαν δεν ασκεί επιρροή, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αποκλείεται η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας για το λόγο ότι απαλλάχθηκε ο φυσικός αυτουργός για έλλειψη δόλου ή γιατί βρισκόταν σε πραγματική πλάνη και καμιά αντίφαση δεν γεννάται μεταξύ της πρωτόδικης και της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, ο,
§ στοιχ. ΣΤ και Δ ΚΠοινΔ, τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη, ως προς το άνω ζήτημα, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, άλλως για αντιφατική αιτιολογία και γιατί παραβιάζει το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ αριθ. 747/2007 απόφαση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αυτός λόγος, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζεται ότι "ο τρίτος κατηγορούμενος αστυνομικός του Α.Τ. Χαλανδρίτσας (Δ. Μ.) απηλλάγη σχετικά με τον Θ. Π. με το σκεπτικό ότι εμφανίστηκε ενώπιον του η κόρη του Θ. Π....", είναι απαράδεκτος, γιατί η περίπτωση του κατηγορουμένου αυτού αφορά τον, επίσης καταδικασθέντα, Α. Π. και όχι τον αναιρεσείοντα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση καινά καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ι.Κ.Α. - ΕΤ.Α.Μ.(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει, σε συνδυασμό προς την παρ.2 της υπ' αριθ. 134423 ΟΙΚ. της 8-12-1992/20-1-1993 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. τ. Β" 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ" εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12τουν. 1738/1987, και προς τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953. Β) Επί της αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6§2 του ΕΣΔΑ, έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε, για την αυτήν ως άνω πράξη της ηθικής αυτουργίας κατ" εξακολούθηση σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, αθώο τον κατηγορούμενο Δ. Μ. του Γ.. Στο σκεπτικό της αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, όσον αφορά τον αθωωθέντα κατηγορούμενο, κατά λέξη, τα εξής: "Όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο Δ. Μ., έμπορο ορθοπεδικών ειδών, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αυτός έπεισε τον αστυνομικό υπάλληλο Α. Ξ. να προβεί στη θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής της ασφαλισμένης του ΙΚΑ Π. Σ. επί της από 2-6-2003 υπεύθυνης δήλωσης και εξουσιοδότησης της ανωτέρω ασφαλισμένης προς τον ανωτέρω κατηγορούμενο για να ενεργήσει για λογαριασμό της πράξεις εκπροσωπήσεως της τελευταίας ενώπιον του ΙΚΑ για την είσπραξη του ποσού παραληφθέντων από την ίδια ορθοπεδικών ειδών (αναπηρικού αμαξιδίου, αεροστρώματος και μαξιλαριού κατακλίσεων) και, επομένως, πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, όπως ορίζεται στο διατακτικό". Στο δε διατακτικό αναφέρεται ότι: "...και συγκεκριμένα, όντας προμηθευτής ορθοπεδικών ειδών, με προτροπές και παραινέσεις που απηύθυνε προς τον αστυνομικό υπάλληλο Α. Ξ., προκάλεσε σ' αυτόν την απόφαση να βεβαιώσει ψευδώς επί των σωμάτων της υπεύθυνης δήλωσης παραλαβής ορθοπεδικών ειδών και της ταυτάριθμης ημεροχρονολογίας εξουσιοδοτήσεως της ασφαλισμένης του ΙΚΑ Π. Σ., το γνήσιο της υπογραφής, ενώ ουδέποτε εμφανίστηκε ενώπιον του η ανωτέρω ασφαλισμένη, που παρέμεινε νοσηλευόμενη σε ιδιωτική κλινική, για να εξουσιοδοτήσει τον κατηγορούμενο για να ενεργήσει για λογαριασμό της πράξεις εκπροσωπήσεως της ενώπιον του ΙΚΑ για την είσπραξη χρημάτων". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφαση του από την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, με βάση ποια πραγματικά περιστατικά έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο Δ. Μ., ούτε τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους οδηγήθηκε αυτό στην απαλλακτική, ως προς αυτόν, κρίση του. Επομένως, ο μοναδικός,
Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί, ως προς την απαλλακτική της, για τον κατηγορούμενο Δ. Μ., διάταξη, η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 22/31 Μαΐου 2010 αίτηση του Α. Μ. του Ι., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1937-1938/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.