Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2056 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια. Περίληψη: Έλλειψη αιτιολογίας αθωωτι-κής αποφάσεως. Δεκτή η αναίρεση Αριθμός 2056/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 254/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή και με πολιτικώς ενάγοντα το ..... που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του, Άγγελο Κωνσταντινίδη Αθανάσιο Ζαχαριάδη και Μιλτιάδη Καρυδά. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 21/23.04.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 692/2007 . Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 57/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το Δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, ο κατηγορούμενος δικηγόρος κηρύχθηκε αθώος των κατηγοριών της υπεξαίρεσης και της απάτης κατ' εξακολούθηση. Ως αιτιολογία, δε της απαλλακτικής του κρίσης, το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, της πολιτικής αγωγής και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία απεδείχθησαν τα ακόλουθα γεγονότα: Την 1.6.1996 η εγκαλούσα Ζ1 κάτοικος ..... και ηλικίας τότε 86 ετών, υπέστη σωματικές βλάβες συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, που έλαβε χώραν στην οδό ..... Προς ικανοποίηση της αστικής της απαιτήσεως εκ του τροχαίου τούτου ατυχήματος η εγκαλούσα, παρουσία και της ανιψιάς της Φ2 συζ. Φ1 και τούτου, οι οποίοι διέμεναν στο ίδιο οικοδόμημα και τους συνεβουλεύετο στις συναλλαγές της και σε κάθε σημαντικό βιοτικό γεγονός, που την αφορούσε συνεπεία της συγγενικής σχέσεώς τους, ανέθεσε, καθ' υπόδειξη του Φ1 τη νομική διεκπεραίωση της υποθέσεώς της ενώπιον των Δικαστηρίων, στον κατηγορούμενο, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρχικώς άσκησε κατά του οδηγού του αυτοκινήτου Ο1 και της ασφαλιστικής του εταιρίας "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΕ", την από 22.7.1996 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μον. Πρωτ. Θεσσαλονίκης, στη συζήτηση της οποίας ο κατηγ/νος παρέστη και επί της οποίας εκδόθηκε η 30876/1996 απόφαση τούτου, που προσωρινώς επεδίκασε στην αιτούσα και ήδη εγκαλούσα το ποσό των 40.000 δραχμών ανά μήνα επί δεκάμηνο νομιμοτόκως από την επίδοση της αιτήσεως κρίνασα αυτήν ως συνυπαίτια κατά ποσοστό 50%, ως επιχειρήσασα να διασχίσει το οδόστρωμα εκτός διαβάσεων. Παράλληλα ο κατηγ/νος συνέταξε και κατέθεσε στο Μον. Πρωτ. Θεσσαλονίκης, την από 19.7.1996 κυρία αγωγή κατά των άνω εναγομένων, δια της οποίας η ενάγουσα και ήδη εγκαλούσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι άνω εναγόμενοι να της καταβάλουν το ποσό των 10.000.000 δρχ. ως χρηματική της ικανοποίηση, το ποσό του 1.500.000 δρχ. για βελτιωμένη τροφή και το ποσό του 1.200.000 για απασχόληση βοηθού νοσοκόμας, ήτοι συνολικώς το ποσό των 12.700.000 δραχμών και μετά περιορισμό της αγωγής το ποσό των 5.700.000 δρχ. νομιμοτόκως. Επί της αγωγής αυτής, κατά τη συζήτηση της οποίας παρέστη ο κατηγ/νος, εκδόθηκε η 15296/1997 απόφαση του Μον. Πρωτ. Θεσσαλονίκης, η οποία επιδίκασε στην ενάγουσα και ήδη εγκαλούσα το ποσό των 480.000 δραχμών νομιμοτόκως από την επίδοση της άνω αγωγής. Συγκεκριμένα η απόφαση αυτή έκρινε συνυπαίτια την ενάγουσα κατά ποσοστό ομοίως 50%, διότι επιχείρησε να διασχίσει την άνω οδό από σημείο που δεν υφίσταται διάβαση πεζών και επεδίκασε σε αυτήν, δια τις αναφερόμενες σε αυτήν σωματικές βλάβες, που οφείλονται στην ανεπαίσθητη και ελάχιστη επαφή της με το όχημα του εναγομένου (Ο1) και την κατάρρευσή της στο οδόστρωμα, το ποσό των 300.000 δρχ. ως χρηματική της ικανοποίηση και το ποσό των 180.000 δρχ., ως αποζημίωσή της, ήτοι συνολικώς το ποσό των 480.000 δρχ., νομιμοτόκως. Το επιδικασθέν τούτο ποσό με τους τόκους και δη το ποσό των 504.205 δραχμών, ο κατηγ/νος υπό την άνω ιδιότητά του, το εισέπραξε από την άνω ασφαλιστική εταιρία και δεν το απέδωσε στην ενάγουσα-εγκαλούσα. Ερευνητέο μετά ταύτα εάν ο κατηγ/νος υπεξήρεσε το ποσό τούτο και ακριβέστερον ποσό των 653.724 δραχμών καθόσον κατά την κατηγορία εισέπραξε τις 504.205 δραχμές, είχε εισπράξει από την εγκαλούσα ως προκαταβολή 250.000 δρχ., και ενώ εδικαιούτο το ποσοστό του 20% κατά την κατηγορία ήτοι 100.841 δραχμές, όφειλε να της αποδώσει το ποσό των 653.724 δραχμών. Η εγκαλούσα ισχυρίζεται ότι η μεταξύ αυτής και κατηγ/νου σύμβαση είναι σύμβαση εργολαβίας δίκης, κατά την οποία ο κατηγ/νος διεξήγαγε τις δίκες με δικά του έξοδα και θα ελάμβανε το 20% και το υπόλοιπο θα της το απέδιδε, ότι επίσης την παραίνεσε ο κατηγ/νος και του κατέβαλε δολίως άλλες 100.000 δραχμές, ότι δήθεν είχε ασκήσει έφεση κατά της απόφασης αυτής, επικαλείται δε δια την καταβολή και τη φύση της συμβάσεως αυτής την από 30.9.2003 απόδειξή του και τέλος, ότι η από 24.1.2001 εξουσιοδότηση της περιέχει ανακριβές περιεχόμενο, ο δε κατηγ/νος ισχυρίζεται τα αντίθετα. Από το εν γένει αποδεικτικό υλικό παρέμειναν αμφιβολίες, κατά την κρίση της πλειοψηφίας, περί του ότι η σύμβαση της εγκαλούσας και του κατηγ/νου ήταν τοιαύτη εργολαβία δίκης υπό την πλήρη νομική της μορφή με ποσοστό 20% με δικά του έξοδα, καθόσον 1) σχετικό έγγραφο περί εργολαβίας, ως συνηθίζεται, δεν καταρτίσθηκε ούτε εκατέρωθεν γίνεται επίκληση τοιούτου εγγράφου και 2) και αν είχε καταρτισθεί τέτοια σύμβαση εργολαβίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι σε περίπτωση αποτυχίας της δίκης ο κατηγ/νος δεν θα ελάμβανε τίποτε, η σύμβαση αυτή ως σύμβαση εργολαβίας είναι άκυρη, καθόσον από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 5 του άρθρου 92 του Δικ. Κώδικα προκύπτει ότι επιτρέπεται ειδική συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του, που να εξαρτά την αμοιβή του πρώτου από την έκβαση της δίκης ή το αποτέλεσμα της εργασίας, οπότε η αμοιβή δεν μπορεί να υπερβεί το 20% του αντικειμένου της δίκης, η συμφωνία όμως αυτή είναι ισχυρά όταν ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση αφενός να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας και αφετέρου να μη λάβει αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας, αν δε λείπει ο ουσιώδης αυτός όρος (μη λήψη αμοιβής σε περίπτωση αποτυχίας), που πρέπει να έχει διατυπωθεί ρητώς, η συμφωνία θεωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ άκυρη σαν να μην έγινε και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, αυτεπαγγέλτως τούτου ερευνωμένου, μη αρκούσης της εις την σύμβαση μνείας ότι η αμοιβή θέλει υπολογισθεί βάσει του ό,τι ήθελε προκύψει ή περιέλθει στον εντολέα, εκ των ενεργειών του δικηγόρου, (ΑΠ 758/1985 ΝοΒ 34, 664, ΑΠ 1747/1984 ΝοΒ 33.1133 Ε.Α. 339/1986 Ελλ.Δ/ση 27.507 βλ και ΑΠ 1130/1984 Ελλ.Δνση 26.46, ΑΠ 563/1980 ΝοΒ 28.1952 και άλλες). Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγ/νος εισέπραξε ως προκαταβολές από την εγκαλούσα το ποσό των 250.000 δραχμών και δη σταδιακώς και συγκεκριμένα στις 5.6.1996 20.000 δρχ. και επί πλέον στις 15.7.1996 150.000 δρχ., και στις 8.5.1997 80.000 δρχ., ως εβεβαίωσαν ενόρκως οι μάρτυρες της εγκαλούσας, Φ1, Φ2 συζ. Φ1 και ..... και περιλαμβάνονται στην αναγνωσθείσα 889/2004 ένορκη βεβαίωση (πράξη) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, Σωτηρίου Τσουμάκα. Έτσι λοιπόν, εφόσον ο κατηγ/νος έλαβε το άνω ποσό ως αμοιβή έναντι εκείνης, που συμφωνήθηκε και αν συμφωνήθηκε, έπαυσε να έχει ισχύ η τυχόν συμφωνία περί εργολαβίας και δικαιούτο πλέον ο δικηγόρος και εν προκειμένω ο κατηγ/νος τις καθοριζόμενες από τις οικείες διατάξεις του Κωδικός Δικηγόρου τιμές (Γνωμ. Μπέη εις ΝοΒ 17.934, ΕΑ 6349/1982 ΕΕΝ 49.707). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μεταξύ της εγκαλούσας και του κατηγ/νου, δεν έλαβε χώραν εκκαθάριση των εκατέρωθεν αξιώσεων, ενώ απεδείχθη ότι η εγκαλούσα δεν επιθυμούσε την άσκηση εφέσεως, ως κατέθεσε πρωτοδίκως. Έτσι, ενόψει των διϊσταμένων ισχυρισμών των διαδίκων, ο κατηγ/νος την 24.2.2004 κατέθεσε στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, σε λογαριασμό της εγκαλούσας, το ποσό 2.500 ΕΥΡΩ για κεφάλαιο και τόκους των άνω 504.205 δραχμών και ειδοποιήθηκε η εγκαλούσα να εισπράξει το ποσό αυτό (βλέπε την ..... αριθμ. εντολής κατ' αίτηση του κατηγ/νου ...... και την από 24.2.2004 ειδοποίηση της ΕΤΕ ....., ως και την από 26.5.2004 ένορκη κατάθεση της Φ2 συζ.Φ1 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την οποία κατέθεσε ότι "μας ειδοποίησαν από την Εθνική Τράπεζα ότι η ενάγουσα έχει να εισπράξει 850.000 δραχμές" και την πρωτόδικη τοιαύτη). Η εγκαλούσα όμως, που έλαβε γνώση της ειδοποιήσεως αυτής, δεν προσήλθε να εισπράξει το ποσό αυτό. Έτσι, λόγω διαστάσεως των απόψεών τους για την ανεκκαθάριστη αυτή έννομη σχέση τους, ανεφύησαν διενέξεις και έχουν αποδυθεί σε μεταξύ τους δικαστικούς αγώνες. Το άνω γεγονός του εισέτι ανεκκαθαρίστου των μεταξύ τους αντιθέτων αξιώσεων και του γεγονότος της άνω καταθέσεως και μη αποδοχής από την εγκαλούσα, ήδη θανούσα, και υπό την εκδοχή ότι η εγκαλούσα έχει λαμβάνειν από τον κατηγ/νο οποιοδήποτε ποσό, ασφαλώς καταμαρτυρεί έλλειψη σκοπού παρανόμου ιδιοποιήσεως η παρά του κατηγ/νου οποιουδήποτε οφειλομένου παρ' αυτού προς την εγκαλούσα ποσού. Περαιτέρω, όσον αφορά την κατηγορία της απάτης και δη κατά το πρώτο σκέλος και συγκεκριμένα του ότι στις 24.11.1999 ο κατηγ/νος παρέστησε ψευδώς στην εγκαλούσα ότι είχε ασκήσει έφεση κατά της άνω αποφάσεως και έτσι παρέπεισε την εγκαλούσα και του κατέβαλε το ποσό των 100.000 δραχμών ως έξοδα της εφέσεως με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η εγκαλούσα κατά το ποσό αυτό, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εγκαλούσα, κατ' αρχήν, δεν επιθυμούσε την άσκηση εφέσεως κατά της άνω αποφάσεως, ως κατέθεσε η ίδια πρωτοδίκως, γεγονός από το οποίο παρέπεται ότι ουδεμία τέτοια ψευδή διαβεβαίωση απηύθυνε προς την εγκαλούσα, ούτε την καταβολή παρά της εγκαλούσας προς αυτόν τέτοιου ποσού, αφού, ως ελέχθη, η ίδια δεν επιθυμούσε την άσκηση εφέσεως. Το ποσό των 100.000 τούτων δραχμών, κατά την κρίση της πλειοψηφίας, πράγματι δόθηκε στον κατηγ/νο από την Φ2 εξ ιδίας όμως αυτής πρωτοβουλίας και προδήλως εξ ιδίων, ενόψει της δεδομένης θελήσεως της εγκαλούσας, περί μη ασκήσεως εφέσεως. Έτσι για την καταβολή αυτή δεν εχώρησε ούτε παραπλάνηση ουδέ ζημία της εγκαλούσας, ήτοι δεν τελέσθηκε τοιαύτη απάτη σε βάρος της εγκαλούσας, η καταβολή αυτή συνιστά διαφορά αποκλειστικά μεταξύ της Φ2 και κατηγ/νου και ως εκ περισσού λεκτέον, μάλιστα δια γεγονός μέλλον αφού η ίδια η Φ2 ενόρκως εβεβαίωσε κατά την άνω ένορκη βεβαίωση ότι η καταβολή έγινε προκειμένου ο κατηγ/νος να ασκήσει την έφεση και όχι ότι την είχε ασκήσει, γεγονός το οποίο, ως αναγόμενο στο μέλλον αφού δεν άσκησε ο κατηγ/νος έφεση, γεννά αστικές βεβαίως συνέπειες, όχι όμως και τέλεση του εγκλήματος της απάτης (Ολ. ΑΠ 1420/1986 ΠΧρ. ΛΖ 162, ΑΠ 863/2002 ΠΧΡ. ΝΑ 152) σε βάρος της εγκαλούσας σε κάθε περίπτωση. Όθεν, κατά το σκέλος αυτό της κατηγορίας, κατά την κρίση της πλειοψηφίας, δεν τελέσθηκε ποινική απάτη παρά του κατηγ/νου, σε βάρος της εγκαλούσας. Περαιτέρω, όσον αφορά την κατηγορία και δη του ότι ο κατηγ/νος στις 24-1-2001 έχοντας σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους παρέστησε ψευδώς στην ιδία ως άνω εγκαλούσα ότι δήθεν είχε συντάξει ένα έγγραφο στο οποίο τον εξουσιοδοτούσε να παραστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης και να δηλώσει αντ' αυτής ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του προαναφερόμενου οδηγού Ο1 ενώ η αλήθεια ήταν ότι στο άνω έγγραφο, πλην των άνω αναφερομένων, ο κατηγορούμενος είχε αναγράψει ότι η παθούσα του έδινε εντολή να μην ασκήσει έφεση και ότι του δανείζει το ποσό των 504.205 δραχμών που είχε εισπράξει από τους αντιδίκους, γεγονότα που ήταν ψευδή, και έτσι, με τις άνω ψευδείς παραστάσεις, έπεισε την εγκαλούσα να υπογράψει το άνω έγγραφο και με τον τρόπο αυτό να υποστεί η παθούσα περιουσιακή ζημία, αφού δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει αποζημίωση για τα εγκλήματα της απάτης και της υπεξαίρεσης που είχε τελέσει ο κατηγορούμενος σε βάρος της, λεκτέα τα ακόλουθα: Η αναγνωσθείσα από 24.1.2001 ΔΗΛΩΣΗ - ΕΝΤΟΛΗ -ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ, η οποία φέρει την υπογραφή της εγκαλούσας και το γνήσιο της υπογραφής της έχει βεβαιωθεί από το Αστυνομικό Τμήμα .... την ίδια ημέρα ενώπιον της αστυνομικού ....., έχει το ακόλουθο περιεχόμενο "Η υπογράφουσα Ζ1, με την παρούσα δίνω τη ρητή έγγραφη εντολή (όπως και προφορικά είχα δώσει) στον Χ1 δικηγόρο:
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.