← Ελλάδα

ΑΠ 2063/2010 — Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2063 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή. Περίληψη: Παράβαση του άρθρου 25 Ν.1882/90 (φοροδιαφυγή). Ισχύουν οι κοινές περί παραγραφής του ΠΚ διατάξεις. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα Πλημ/κων για εσφαλμένη ερμηνεία και υπέρβαση εξουσίας του δικάσαντος Δικαστηρίου το οποίο δέχτηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, την ένσταση του κατηγορουμένου περί παραγραφής του αξιοποίνου πράξεως και έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη. Αριθμός 2063/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με τη με αριθμό 104/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άρτας περί αναιρέσεως της με αριθμό 1183/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Οικονόμου. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Άρτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας Πρωτοδικών Άρτας ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στη με αριθμό 1/14 Ιουνίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Δικαστικού Γραμματέως των Πλημμελειοδικών Άρτας Λάμπρου Γιαννάκη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 897/

  1. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μπορεί να ζητήσει την αναίρεση των αποφάσεων του δικαστηρίου, όπου είναι τοποθετημένος, και των αποφάσεων των μονομελών Πλημμελειοδικείων και Πταισματοδικείων της Περιφερείας του, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, δηλαδή μέσα σε δέκα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του οικείου ποινικού δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 6/2002). Κατά δε το άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Η παραγραφή του αδικήματος της μη καταβολής προς το Δημόσιο χρεών και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους (άρθρο 25 παρ. 1 Ν.1882/1990) ρυθμιζόταν από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 7 του άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν.2523/1997, κατά την οποία "ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτηση ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν.3220/2004 ως εξής "Ι. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Με την νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση, ως προς το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος του άρθρου 25 Ν.1882/1990, και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Π.Κ. Η νέα αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη και ως εκ τούτου έχει εφαρμογή, κατ' άρθρο 2 ΠΚ και για τα αδικήματα που τελέσθηκαν υπό την ισχύ του Ν.2523/
  2. Χρόνος δε έναρξης της ποινικής ευθύνης για κάθε χρέος προς το Δημόσιο, Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κ.τ.λ. είναι ο καθοριζόμενος με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ.1 Ν.3220/2004 ήτοι παρέλευση προθεσμίας τεσσάρων μηνών από της βεβαιώσεως των χρεών από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και τα Τελωνεία. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν ασκεί τη δικαιοδοσία που έχει εκ του νόμου, μολονότι συντρέχουν οι όροι ασκήσεως της, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο δεν εκδικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση αλλά παύει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, η οποία όμως δεν συμπληρώθηκε και έτσι το αξιόποινο δεν εξαλείφθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 11831/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε για να δικαστεί ενώπιόν του, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής βεβαιουμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 Ν.1882/1990 όπως αντικ. με το άρθρο 34 Ν.3220/2004) που φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος. Το άνω Δικαστήριο δέχθηκε στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, κατά παραδοχή του ισχυρισμού του δικηγόρου του κατηγορουμένου που εκπροσωπούσε αυτόν περί παραγραφής του αξιοποίνου της άνω πράξεως, τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του Πίνακα Χρεών της αρμόδιας Οικονομικής Υπηρεσίας, ο οποίος (πίνακας) περιέχεται στην ποινική δικογραφία, όλα τα χρέη του κατηγορουμένου Χ. υπό την ιδιότητα του, ως διαχείριση] της εταιρίας με την επωνυμία "Χ και ΣΙΑ Ο.Ε", βεβαιώθηκαν από τη ΔΟΥ ... στις 28-2-2003, ως εκ τούτου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, στις 28-6-2003, ήτοι μετά την παρέλευση των τεσσάρων μηνών. όπως ορίζεται στο άρθρο 25 του ν. 1882/
  3. Συνεπώς, χρόνος τέλεσης του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο αδικήματος είναι αυτός της 28-6-
  4. Ας σημειωθεί ότι το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεως του. ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ. Περαιτέρω όμως, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα γα την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, επιδόθηκε στον προαναφερόμενο κατηγορούμενο, στις 21-7-2009 (βλ. το εντός της ποινικής δικογραφίας, από 21-7-2009 αποδεικτικό επίδοσης του Ανθυπαστυνόμου του Α.Τ. ...). Συνεπώς η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο με το κατηγορητήριο πράξη, έχει υποπέσει σε παραγραφή, επειδή από τότε που τελέσθηκε (28-6-2003), έως και την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος προς τον κατηγορούμενο (21-7-2009), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Ας σημειωθεί ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση, όσον αφορά την παραγραφή του εν λόγω εγκλήματος, δεν έχει εφαρμογή η παρ. 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίηση με την παρ. 2 του άρθρου 34 του ν. 3220/2004, αλλά οι κοινές διατάξεις του ΠΚ, ως ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ.". Εν συνεχεία το Δικαστήριο με βάση τις παραδοχές αυτές, έπαυσε οριστικά την κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινικής δίωξη για την άνω πράξη. Έτσι κρίνοντας το άνω δικαστήριο ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111, 112 ΠΚ και 25 παρ. 7 του Ν.1882/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 παρ. 4 Ν.3220/2004, αφού από της τελέσεως της πράξεως, κατά δεκτά γενόμενα, 28.6.2003, μέχρι της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, 21.7.2009, παρήλθε προδήλως, κατά το εν χρήσει ημερολόγιο, πενταετία. Επομένως ο αντίθετος, μοναδικός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που παραδεκτά ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Άρτας, περί εσφαλμένης ερμηνείας των άνω διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου τούτου και δή των Αρεοπαγιτών Νικολάου Κωνσταντόπουλου και Παναγιώτη Ρουμπή ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός για τους κάτωθι λόγους: "Κατά το άρθρο 86 παρ. 2 του ν.2362/1995 "Περί δαπανών λογιστικού ελέγχου δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 1.1.1996, καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή, πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη δημόσιο έσοδο στην αρμόδια ΔΟΥ ή το αρμόδιο τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 23 παρ.7 του ν.2523/1997 ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος (του άρθρου 25 του ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν.2523/1997), συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 τουν.3220/
  5. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση, εκτός των λοιπών θεμάτων που ρυθμίζονται με αυτήν, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ο χρόνος δια πράξης του ποινικού αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων της ΔΟΥ και τα Τελωνεία, ο οποίος είναι ο χρόνος συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής του σε δόσεις ή εφάπαξ. Από την τελευταία ως άνω τροποποίηση με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν.3220/2004 δεν εθίγησαν οι λοιπές διατάξεις του άρθρου 25 του ν.1882/1990, όπως είχαν τροποποιηθεί με το άρθρο 23 του ν.2523/1997 που αναφέρονται στη συμπλήρωση και αναστολή της παραγραφής του ως άνω ποινικού αδικήματος, εκτός του χρόνου έναρξης της παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο της ουσίας που την εξέδωσε (Μονομελές Πλημμελειοδικείο Άρτας-Μεταβατική έδρα Φιλιππιάδας) έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ, λόγω παραγραφής, για το ότι στη ... την 27.2.2008 καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιουμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, ν.π.δ.δ., τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημοσίου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών και οι οποίες, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του σχεδίου πίνακα χρεών (28.2.2003) και συγκεκριμένα καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών και δεν κατέβαλε στο Δημόσιο, καίτοι ήταν υποχρεωμένος, διάφορες οφειλές του προς αυτό κατά το οικονομικό έτος 2003 και όφειλε έτσι το χρηματικό ποσό των 3.949.988 ευρώ. Το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην προαναφερόμενη, ευνοϊκή κρίση, για τον κατηγορούμενο με την παραδοχή ότι από το χρόνο τέλεσης του αποδιδόμενου σ'αυτόν αδικήματος (άρθρο 25 του ν.1882/1990), ήτοι την 28.6.2003 μέχρι την επίδοση του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος (21.7.2009) παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της πενταετίας και έτσι εξαλείφθηκε το αξιόποινο της πράξης αυτής λόγω παραγραφής, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2 και 3 και 112 ΠΚ και 370 περ. β' ΚΠοινΔ. Όπως, όμως προκύπτει από το συνημμένο στην αίτηση ποινικής διώξεως του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ... από Φεβρουάριο του 2008 πίνακα χρεών, που υπάρχει στη δικογραφία και για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, όλες οι πιο πάνω οφειλές του κατηγορουμένου είχαν βεβαιωθεί στις 28.1.
  6. Συνεπώς οι χρηματικές αυτές απαιτήσεις του Δημοσίου, άρχισαν να παραγράφονται από το τέλος του ίδιου έτους, ήτοι από την 1.1.2004 και θα συμπληρωνόταν η παραγραφή τους την 31.12.
  7. Πλην όμως, κατά τη γνώμη των ως άνω μελών του Δικαστηρίου τούτου, πριν αρχίσει η παραγραφή του ποινικού αδικήματος (1.1.2010), σύμφωνα με το άρθρο 23 τουν.2525/1997, αφού τα χρέη του κατηγορουμένου ήταν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά πριν την έναρξη εφαρμογής του ν. 3220/2004, ήτοι την 1.1.2004, ασκήθηκε η δέουσα ποινική δίωξη και επιδόθηκε στις 21.7.2009 το έγκυρο κλητήριο θέσπισμα στον κατηγορούμενο, δικάσθηκε δε αυτός πρωτοβάθμια στις 12.5.2010, με αποτέλεσμα ο χρόνος παραγραφής της αξιόποινης πράξης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο να συμπληρώνεται το 2018 [2010 + 5 + 3 έτη (της αναστολής)]. Επομένως, έπρεπε, κατά τη γνώμη των ως άνω δύο μελών του Δικαστηρίου τούτου, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά εφαρμόζοντας τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών του προς το Δημόσιο (άρθρο 25 του ν.1882/1990). Συνακόλουθα, κατά τη γνώμη των ως άνω δύο μελών πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Άρτας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, να αναιρεθεί αυτή, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης και να παραπεμφθεί μόνο ως προς την επιμέτρηση της ποινής στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν των ανωτέρω και ενόψει του ότι η παρούσα απόφαση ως προς τη συμπλήρωση της παραγραφής για το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο έγκλημα της μη πληρωμής χρεών προς το Δημόσιο λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί υποχρεωτικώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 και 2 του ν.1756/1988, όπως αυτές ισχύουν, και 3 παρ. 3 του ν.3810/1957, το οποίο διατηρείται σε ισχύ για τις ποινικές υποθέσεις, στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προκειμένου να αποφανθεί επί του λόγου αυτού. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον περί εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων μοναδικό λόγο αναιρέσεως της από 14.6.2010 και υπ' αριθμ.εκθ. 1/2010 αιτήσεως αναιρέσεως της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Άρτας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου
  8. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Δεκεμβρίου
  9. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.